Σε περιόδους μεγάλης απώλειας ή συναισθηματικής κρίσης, η κοινωνία φαίνεται να έχει ήδη διαμορφώσει ένα συγκεκριμένο σενάριο. Η θλίψη εκφράζεται με δάκρυα, το σοκ με τρέμουλο, η οδύνη με κραυγή. Η απουσία αυτών των εκδηλώσεων συχνά δημιουργεί ερωτήματα, ακόμη και καχυποψία. Πώς είναι δυνατόν κάποιος που έχασε ένα αγαπημένο πρόσωπο ή επέζησε από μια τραυματική εμπειρία να μην κλαίει; Μήπως δεν αισθάνεται τίποτα; Μήπως είναι αποκομμένος από την πραγματικότητα ή, ακόμη χειρότερα, από την ίδια του την ανθρωπιά;
Πίσω από αυτές τις απορίες κρύβεται μια θεμελιώδης παρανόηση. Ότι η συναισθηματική εμπειρία πρέπει απαραίτητα να έχει ορατή έκφραση. Η νευροβιολογία και η ψυχοσωματική επιστήμη προσφέρουν μια πιο σύνθετη, αλλά και πιο ακριβή απάντηση. Η απουσία δακρύων δεν σημαίνει απουσία πόνου. Αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις, αποτελεί ένδειξη ενός οργανισμού που επιστρατεύει την πιο ριζική στρατηγική για να αντέξει αυτό που τον ξεπερνά.
Advertisment
Τι συμβαίνει στο σώμα μετά το τραύμα
Η εμπειρία του ψυχικού τραύματος, πέρα από ψυχολογική, είναι πρωτίστως σωματική. Το τραύμα – είτε προέρχεται από ένα ατύχημα, είτε από κακοποίηση, είτε από παρατεταμένο στρες – προκαλεί μια βίαιη ανακατάταξη στο νευρικό σύστημα. Ο οργανισμός, μπροστά σε έναν κίνδυνο που δεν μπορεί να αποφύγει ούτε να αντιμετωπίσει ενεργά, μπαίνει σε κατάσταση «παγώματος» (freeze). Αυτή η αντίδραση είναι μια εξελικτική στρατηγική επιβίωσης.
Ο Benjamin Fry, ψυχοθεραπευτής και συγγραφέας του βιβλίου The Invisible Lion, περιγράφει πώς ο εγκέφαλος, όταν βρεθεί σε περιβάλλον υπερβολικής απειλής, χάνει την ικανότητα να επεξεργαστεί πληροφορίες φυσιολογικά. Η συναισθηματική αντίδραση αποσυνδέεται από το παρόν και εισέρχεται σε μια κατάσταση «νευρολογικής απομόνωσης». Δεν πρόκειται για έλλειψη συναισθήματος, αλλά για αδυναμία πρόσβασης σε αυτό.
Σε αυτό το πλαίσιο, το κλάμα – που αποτελεί συναισθηματική εκφόρτιση αλλά και δείκτη ότι ο οργανισμός νιώθει σχετική ασφάλεια – δεν μπορεί να συμβεί. Το σύστημα βρίσκεται σε κατάσταση επιβίωσης και όχι σε κατάσταση επεξεργασίας. Το σώμα με άλλα λόγια, δεν έχει ακόμη καταχωρίσει ότι ο κίνδυνος έχει περάσει.
Advertisment
Η σιωπή ως μηχανισμός προστασίας και η μακροπρόθεσμη συνέπειά της
Το σώμα, όπως και ο νους, δεν ξεχνά. Όταν ένα τραυματικό γεγονός δεν μπορεί να επεξεργαστεί και να αφομοιωθεί, παραμένει σε μια μορφή «παγωμένου χρόνου». Σε τέτοιες περιπτώσεις, το άτομο μπορεί να φαίνεται λειτουργικό – να εργάζεται, να συναναστρέφεται, ακόμα και να γελά – αλλά το τραύμα παραμένει ενεργό, οι αντιδράσεις μιμούνται κανονικότητα κι η αποσύνδεση από το συναίσθημα παραμένει.
Αυτή η σιωπή είναι μια ενεργή διαδικασία καταστολής. Το νευρικό σύστημα περιορίζει την πρόσβαση στο τραυματικό περιεχόμενο, προκειμένου να προστατέψει τον οργανισμό από το ενδεχόμενο επανάληψης του σοκ. Όμως αυτή η προστασία έχει τίμημα: οι συναισθηματικές αντιδράσεις γίνονται αμυδρές κι απομακρυσμένες. Το άτομο μπορεί να γνωρίζει ότι «θα έπρεπε να κλαίει» ή ότι «κάτι τον έχει πληγώσει», αλλά δεν νιώθει το αντίστοιχο ερέθισμα στο σώμα του. Η διαδρομή μεταξύ του συναισθήματος και της έκφρασής του έχει κοπεί.
Σε αυτό το σημείο, η γλώσσα συχνά αδυνατεί να περιγράψει την εμπειρία. Πολλά άτομα με ιστορικό τραύματος, μιλούν για μια αίσθηση εσωτερικού κενού ή «μούδιασμα», μια ανικανότητα να αισθανθούν είτε λύπη είτε χαρά. Πρόκειται για μια μορφή συναισθηματικού αποχωρισμού, που δεν προκύπτει από επιλογή αλλά από την ίδια τη δομή της νευρικής λειτουργίας μετά το τραύμα.
Πώς επιστρέφει η πρόσβαση στο συναίσθημα: Ο ρόλος της ασφάλειας
Η απεμπλοκή από αυτή την κατάσταση δεν μπορεί να έρθει μέσω πίεσης ή προσπάθειας. Δεν είναι εφικτό να διατάξει κανείς το σώμα του να κλάψει, όπως δεν μπορεί να το διατάξει να χαλαρώσει όταν βρίσκεται σε απειλή. Το κλάμα, όπως και κάθε άλλη αυθεντική συναισθηματική αντίδραση, χρειάζεται προϋποθέσεις: ασφάλεια, εμπιστοσύνη και εσωτερική σταθερότητα.
Η σύγχρονη ψυχοσωματική θεραπεία επικεντρώνεται ακριβώς σε αυτή τη διαδικασία: στην αποκατάσταση του αισθήματος ασφάλειας μέσα στο σώμα. Ο θεραπευτής δεν ζητά από τον άνθρωπο να αναβιώσει το τραύμα, αλλά τον βοηθά να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε το σώμα να αισθανθεί ότι δεν απειλείται πια. Όπως υπογραμμίζει ο Fry, ο στόχος δεν είναι να «θυμηθούμε» το τραύμα αλλά να απελευθερώσουμε το σώμα από την ανάγκη να το κρατά εγκλωβισμένο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επανεμφάνιση των δακρύων είναι συχνά ένα σημείο καμπής. Δεν αποτελούν απλώς ένδειξη λύτρωσης, αλλά απόδειξη ότι το νευρικό σύστημα επιτρέπει ξανά την επεξεργασία του πόνου. Είναι μια βιολογική δήλωση ότι «τώρα μπορείς να αισθανθείς, γιατί τώρα είσαι ασφαλής».
Η διαδικασία αυτή είναι αργή, μη γραμμική και βαθιά ανθρώπινη. Δεν αφορά μόνο το τραύμα αλλά τη συνολική ικανότητα του ανθρώπου να βιώνει και να εκφράζει το εύρος της εμπειρίας του. Όταν το σώμα ανακτήσει την εμπιστοσύνη του στον εαυτό του και στο περιβάλλον του, οι εκφράσεις – είτε πρόκειται για δάκρυα είτε για γέλιο – επιστρέφουν ως φυσική συνέχεια της ζωής.
Το να μην μπορεί κάποιος να κλάψει μετά από μια τραυματική εμπειρία, είναι πολλές φορές το αποτύπωμα ενός σώματος που κάποτε χρειάστηκε να σωπάσει για να επιβιώσει. Καθώς η επιστήμη της ψυχολογίας και της νευροβιολογίας εμβαθύνει στη λειτουργία του τραύματος, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι η αποκατάσταση δεν έρχεται με προσπάθεια ή βιασύνη, αλλά με κατανόηση και δημιουργία συνθηκών ασφάλειας. Όταν ο άνθρωπος πάψει να χρειάζεται να προφυλάσσεται, τότε το σώμα του θυμάται πώς να νιώθει, πώς να κλαίει και τελικά πώς να γελάει.
«Όταν το σώμα σου έχει παγιδευτεί σε μια κατάσταση απειλής, δεν έχει σημασία τι σκέφτεσαι. Ο εγκέφαλος δεν μπορεί να σε πείσει ότι είσαι ασφαλής. Μόνο το σώμα μπορεί να το πιστέψει και να το δείξει.» – Benjamin Fry
Πηγές
- Fry, Benjamin. The Invisible Lion: A New Way to Understand Emotional and Mental Health. Samovar Books, 2019.
- Van der Kolk, Bessel. The Body Keeps the Score: Brain, Mind, and Body in the Healing of Trauma. Penguin Books, 2015.
- Levine, Peter A. Waking the Tiger: Healing Trauma. North Atlantic Books, 1997.
- Cozolino, Louis. The Neuroscience of Psychotherapy: Healing the Social Brain. W.W. Norton & Company, 2017.

