«Κάποιος πήρε εκδίκηση έπειτα από 100 χρόνια και οι φίλοι του τον ρώτησαν “γιατί βιάστηκες τόσο πολύ;”». Είναι μια παλιά εβραϊκή παροιμία. Την είπε ο Ταλ Ντίλιαν σε έναν από τους δικηγόρους της πολιτικής αγωγής, στο περιθώριο της δίκης για την υπόθεση των υποκλοπών. Ο Ισραηλινός ιδρυτής της Intellexa, της εταιρείας που εμπορευόταν το λογισμικό παρακολουθήσεων Predator, ήταν ο μόνος από τους τέσσερις κατηγορουμένους που εμφανίστηκε στο δικαστήριο. Ο «χρησμός» του, σε ένα από τα διαλείμματα της ακροαματικής διαδικασίας, φαίνεται τώρα να εκπληρώνεται.
Η ετυμηγορία
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ένοχους τους τέσσερις κατηγορουμένους και επέβαλε συνολικές ποινές φυλάκισης 126 ετών σε καθέναν από αυτούς. Εκτός από τον βετεράνο των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, στη λίστα των καταδικασμένων συγκαταλέγεται η –κατά 13 χρόνια νεότερή– σύζυγός του, Σάρα Χάμου, και οι επιχειρηματίες Φέλιξ Μπίτζιος και Γιάννης Λαβράνος. Η ετυμηγορία του Μονομελούς Πρωτοδικείου φαίνεται ότι πυροδότησε τη θυμική σοφία που ο Ντίλιαν είχε αποταμιεύσει στη μνήμη του.

Την παροιμία, που μοιράστηκε με τον συνήγορο πολιτικής αγωγής Ζαχαρία Κεσσέ τη θυμόταν, είπε, από τη μητέρα του. Λίγες ημέρες μετά την απόφαση, ο Ντίλιαν με δήλωσή του στο Mega υποστήριζε ότι η εταιρεία του πωλούσε το Predator μόνο σε κρατικές οντότητες, χωρίς να έχει η ίδια ευθύνη για τη χρήση του και τους στόχους του. Στις αρχές της εβδομάδας επανήλθε σε πολύ πιο οξύ τόνο, πάλι με γραπτή ανακοίνωση. «Δεν θα γίνω εξιλαστήριο θύμα», διεμήνυε. «Ο Νίξον», επεσήμαινε, «έχασε την προεδρία του επειδή προσπάθησε να συγκαλύψει τις υποκλοπές».
Από τη UNIT 81
Ο Ντίλιαν δεν ασχολήθηκε με τα λογισμικά κατασκοπείας για πρώτη φορά ως επιχειρηματίας. Κεφαλαιοποίησε την τεχνογνωσία που είχε αποκομίσει από τη θητεία του στον ισραηλινό στρατό. Ξεκίνησε το 1979 σε επίλεκτη μονάδα ειδικών επιχειρήσεων των IDF και το 1994 έγινε υποδιοικητής. Από το 1998 έως το 2002 διοίκησε τη μυστική τεχνολογική μονάδα UNIT 81, υπεύθυνος για 1.500 άτομα και 700 μηχανικούς, με ετήσιο προϋπολογισμό 150 εκατ. δολαρίων. Η UNIT 81 αναπτύσσει καινοτόμα όπλα τεχνολογικού πολέμου για τις ισραηλινές επίλεκτες δυνάμεις και τις υπηρεσίες πληροφοριών.

Στη UNIT 81 και στα στελέχη που εργάστηκαν σε αυτήν οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και η ανάπτυξη του οικοσυστήματος νεοφυών επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας του Ισραήλ. Σύμφωνα με το περιοδικό Calcalist (2021), μόνο την τελευταία δεκαετία 100 απόστρατοι της μονάδας ίδρυσαν 50 τεχνολογικές εταιρείες, αντλώντας 4 δισ. δολάρια. Αποστρατεύθηκε το 2002, αλλά παραμένει συνδεδεμένος με τις υπηρεσίες πληροφοριών και την τεχνολογική κοινότητα των IDF.
Εννέα χρόνια μετά την αποστρατεία του, ιδρύει μαζί με ακόμα δύο Ισραηλινούς την εταιρεία Circles Technologies, με εξειδίκευση στα συστήματα παρακολούθησης. Ανέπτυξε εμπορική δραστηριότητα σε χώρες κυρίως της Λατινικής Αμερικής, καταγράφοντας μέσα σε μία τριετία έσοδα 50 εκατ. ευρώ. Η Circles ήταν καταχωρισμένη στην Κύπρο και το κέντρο ανάπτυξής της ήταν εγκατεστημένο στη Βουλγαρία για να διευκολύνονται οι εξαγωγές και να μειώνεται η εξάρτηση από τους ισραηλινούς κανονισμούς.
«Εκρηκτικός χαρακτήρας» – Οσοι συνομίλησαν μαζί του τον περιγράφουν ως «εκρηκτικό χαρακτήρα», ο οποίος τελούσε υπό πίεση και για τον λόγο ότι μεταξύ των κατηγορουμένων βρισκόταν η σύζυγός του.
Η Circles εξαγοράστηκε από το επενδυτικό κεφάλαιο Francisco Partners. Το ίδιο fund είχε προηγουμένως απορροφήσει την ισραηλινή NSO, δημιουργό του spyware Pegasus.
Το φθινόπωρο του 2022 η ισραηλινή εφημερίδα Haaretz είχε αποκαλύψει ότι ένα αεροσκάφος τύπου Cessna του Ταλ Ντίλιαν είχε ταξιδέψει στο Σουδάν μεταφέροντας τεχνολογία παρακολούθησης σε παραστρατιωτικές ομάδες. Την ίδια περίοδο, ο δημοσιογράφος Ομέρ Μπενζακόμπ σε δημοσίευμά του με τίτλο «η Intellexa παρακάμπτει τους ισραηλινούς κανόνες μέσω Αθήνας» εξηγούσε ότι οι ισραηλινές εταιρείες εμπορίας spyware, όπως η NSO και η Paragon, υπόκεινται στις αυστηρές ρυθμίσεις των ισραηλινών αρχών ασφαλείας. Δεν ίσχυε το ίδιο για την Intellexa που δεν βρισκόταν υπό ισραηλινή εποπτεία, γεγονός που της επέτρεπε να πουλάει το Predator σε κυβερνήσεις χωρών όπως το Μπανγκλαντές, ενάντια στις ισραηλινές απαγορεύσεις.
Ενάμιση χρόνο αργότερα, τον Μάρτιο του 2024, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών (Department of Treasury) καταχωρίζει τον Ταλ Ντίλιαν και τη σύζυγό του Σάρα Χάμου στη λίστα κυρώσεων «για εμπορία παράνομου λογισμικού που στρέφεται κατά Αμερικανών πολιτών».
Ευελπίδων, κτίριο 9
Η δίκη για το σκάνδαλο των υποκλοπών ξεκίνησε την 24η Σεπτεμβρίου 2025. Οι τέσσερις ιδιώτες επιχειρηματίες παραπέμφθηκαν σε βαθμό πλημμελήματος για τρία αδικήματα: της επέμβασης σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, της παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών. Ο Ντίλιαν παρέστη στις τρεις πρώτες συνεδριάσεις, το διάστημα Σεπτεμβρίου – Νοεμβρίου 2025 στο κτίριο 9 των δικαστηρίων της πρώην σχολής Ευελπίδων.
Οσοι είχαν την ευκαιρία να συνομιλήσουν μαζί του στο περιθώριο της δίκης περιγράφουν τον 64χρονο ιδρυτή της Intellexa ως έναν «εκρηκτικό χαρακτήρα», ο οποίος τελούσε υπό πίεση μεταξύ άλλων και για τον λόγο ότι μεταξύ των κατηγορουμένων βρισκόταν η σύζυγός του. Η Σάρα Χάμου περιγράφηκε κατά την ακροαματική διαδικασία ως μια «πολύ ταλαντούχος financier, η οποία ειδικεύεται στη δημιουργία εταιρικών σχημάτων». Βρέθηκε πράγματι ποινικά εκτεθειμένη, καθώς εμφανίζεται να μετέχει στις εταιρείες που συνδέθηκαν με την εγκατάσταση και τη λειτουργία στην Ελλάδα του παράνομου λογισμικού Predator.
Ακούσια «ομολογία» – Στη δίκη φέρεται αθελά του να ομολόγησε ότι εταιρείες όπως η Intellexa διατηρούν τα ψηφιακά αρχεία των παρακολουθήσεων, έστω και εάν είναι «ανωνυμοποιημένα».
Σε μία από τις συνεδριάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ο Ντίλιαν ρωτήθηκε: «Θα πείτε ποιοι ήταν οι πελάτες σας στην Ελλάδα;». Ηταν ένα μείζον ερώτημα που απασχόλησε ουκ ολίγες φορές την ακροαματική διαδικασία. «Θα κάνω ό,τι μου πει ο δικηγόρος μου», απάντησε εκείνος. Σύμφωνα με μια εκδοχή, δεν αναφερόταν στον δικηγόρο Αθηνών Ανδρέα Μήτσαινα, που ανέλαβε την υπεράσπισή του κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά στον Κύπριο νομικό Αντρο Πελεκάνο. Ο τελευταίος είχε εκπροσωπήσει και «καθαρίσει» από τις κατηγορίες τον Ντίλιαν, για αντίστοιχο σκάνδαλο παράνομων παρακολουθήσεων το 2019 στην Κύπρο. Μια ιστορία που έμεινε γνωστή ως η «υπόθεση του μαύρου βαν».
Τι είχε συμβεί τότε; Πιθανόν από αλαζονεία και ένα αίσθημα ακαταδίωκτου, ο Ντίλιαν είχε σε συνέντευξή του στο Forbes διαφημίσει την «πραμάτεια» του: ένα μαύρο βαν με εξοπλισμό αξίας 9 εκατ. ευρώ ικανό να μολύνει τηλεφωνικές συσκευές και να παρακολουθεί από απόσταση τις επικοινωνίες των κατόχων τους. Εκείνη η καταγεγραμμένη σε βίντεο συνέντευξη είχε προκαλέσει πολιτικό σεισμό και μια ποινική έρευνα για υποκλοπές στην Κύπρο. Στο πλαίσιο αυτής είχε αποκαλυφθεί ότι η εταιρεία συμφερόντων του Ταλ Ντίλιαν Wispear είχε κατά τη διάρκεια έξι μηνών το 2019 συλλέξει τα προσωπικά δεδομένα χιλιάδων ατόμων που ταξίδευαν από και προς το αεροδρόμιο της Λάρνακας.
Η υπόθεση εκείνη είχε όμως οδηγήσει και σε κάτι ακόμα: εξανάγκασε τον Ντίλιαν να αναζητήσει αλλού μια φιλόξενη για την εταιρεία του χώρα, την ίδια στιγμή που η φήμη του περνούσε τα σύνορα της Κύπρου φτάνοντας στην Ελλάδα. Λίγο καιρό μετά την υπόθεση του «μαύρου βαν», η Intellexa, την οποία στο μεταξύ ίδρυσε ο Ντίλιαν, εγκαθίσταται στην Ελλάδα, το ίδιο και το παράνομο λογισμικό της, Predator. Οι επαφές που οδήγησαν αυτήν την εισαγωγή φαίνεται ότι έγιναν για πρώτη φορά σε κυπριακό έδαφος, όπου ο Ντίλιαν γνωρίστηκε με τους Ελληνες συνομιλητές του.
Οι διάλογοι
Ο 65χρονος, που σε συνεντεύξεις του πριν από το ξέσπασμα του σκανδάλου ανέπτυσσε τη θεωρία του «κυβερνο-δαρβινισμού» και την ανάγκη διαρκούς εξέλιξης των λογισμικών παρακολούθησης ώστε να παραβιάζουν την κρυπτογράφηση των νέων τηλεφωνικών συσκευών, είχε μια διαρκή και έντονη αντιπαράθεση με τον Θανάση Κουκάκη. Ηταν παρών και στις τρεις συνεδριάσεις που κατέθετε ο δημοσιογράφος. Στο τέλος της τρίτης μέρας αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες περιγράφουν ότι ο Κουκάκης πλησίασε εκτός του χώρου των δικαστηρίων τον Ισραηλινό γκουρού των spyware. Μόλις εκείνος τον αντίκρισε, φέρεται να του είπε: «Για τα επόμενα 20 χρόνια θα σου κάνω αγωγές σε όλα τα δικαστήρια του κόσμου». Με τον δημοσιογράφο να του απαντά: «Εάν εσύ και εγώ βρισκόμαστε σ’ αυτή τη θέση, είναι γιατί εσύ συνεργάστηκες με τους λάθος ανθρώπους».
Την αντίδραση του Ντίλιαν είχε προκαλέσει η αναφορά του δημοσιογράφου στο σκάνδαλο παράνομων τηλεφωνικών παρακολουθήσεων στη γειτονική Ιταλία. Εκεί, όταν η ανταγωνίστρια της Intellexa εταιρεία Paragon αντιλήφθηκε πως η ιταλική κυβέρνηση είχε χρησιμοποιήσει το λογισμικό για την παρακολούθηση δημοσιογράφων, ακτιβιστών κ.ο.κ., διέκοψε τη συνεργασία και απέσυρε το προϊόν της. «Είπατε ότι η Paragon πούλησε σε νόμιμη χώρα και ότι η Intellexa πούλησε (το Predator) στην ελληνική κυβέρνηση. Και οι δύο χώρες είναι στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ποια η διαφορά; Δεν είναι η Ελλάδα νόμιμη χώρα;», ρώτησε έντονα ο Ντίλιαν, με τον μάρτυρα να αναρωτιέται απευθυνόμενος στον πρόεδρο: «Παραδέχεται ότι πούλησε στην ελληνική κυβέρνηση;».
Ο Ισραηλινός λόγω και του έντονου χαρακτήρα του και της έντασης που τον διακατείχε μέσα στη δικαστική αίθουσα φέρεται –σύμφωνα με μια εκδοχή– να υπέπεσε σε ένα σημαντικό λάθος. Αθελά του ομολόγησε ότι οι εταιρείες όπως η Intellexa διατηρούν τα ψηφιακά αρχεία (logs) των παρακολουθήσεων, έστω και εάν αυτά είναι «ανωνυμοποιημένα».
Σύμφωνα με την πολιτική αγωγή, η αναφορά του αυτή ενδέχεται να είναι ποινικά αξιοποιήσιμη στο πλαίσιο της έρευνας που έχει διαταχθεί για το αδίκημα της κατασκοπείας. Οι δικηγόροι του τον συμβούλευσαν να μην παραστεί ξανά στην ακροαματική διαδικασία. Οδηγία που τήρησε μέχρι το τέλος.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο επέβαλε στους τέσσερις κατηγορουμένους ποινή φυλάκισης 126 ετών. Από αυτά εκτιτέα θεωρούνται τα οκτώ, με το δικαστήριο να δίνει αναστολή στην εκτέλεση της ποινής μέχρι το Εφετείο. Εάν οι ποινές δεν μειωθούν σε δεύτερο βαθμό κάτω από ένα-δύο έτη, οι τέσσερις ενδέχεται να βρεθούν στη φυλακή.
Οι δηλώσεις
Στο διάστημα από την ανακοίνωση της ποινής στα τέλη Φεβρουαρίου μέχρι σήμερα, ο Ταλ Ντίλιαν έχει πραγματοποιήσει δύο δημόσιες τοποθετήσεις. Η πρώτη στο Mega, με τον Ισραηλινό να αναφέρει σε γραπτή δήλωση μεταξύ άλλων ότι «λειτουργούμε αυστηρά σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς κανονισμούς εξαγωγών, παρέχοντας τεχνολογία μόνο σε κυβερνήσεις και υπηρεσίες επιβολής του νόμου. Ουδέποτε έχουμε διεξαγάγει δραστηριότητες επιτήρησης. Ούτε έχουμε λειτουργική πρόσβαση μετά την παράδοση των συστημάτων».
Στη διάρκεια της εβδομάδας διένειμε μια πιο εκτενή δήλωση σημειώνοντας ότι παρέμεινε (σ.σ. σχεδόν) σιωπηλός κατά τη διάρκεια της δίκης, αλλά ότι δεν θα γίνει το εξιλαστήριο θύμα.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, στα δημοσιογραφικά και δικηγορικά πηγαδάκια που σχηματίζονταν όποτε η έδρα διέκοπτε, είχε συζητηθεί αρκετά το δίλημμα με το οποίο αρκετοί εκτιμούν ότι βρίσκεται αντιμέτωπος ο Ντίλιαν. Να τηρήσει τον κανόνα της αγοράς των spywares, που λέει ότι δεν κατονομάζεις τον πελάτη σου, ή να τον σπάσει προκειμένου να τύχει ευνοϊκότερης ποινικής μεταχείρισης; Να μείνει πιστός στην ομερτά ή στη μητρική συμβουλή;
Δεν θα έχει 100 χρόνια να το ζυγίσει. Ο νέος γύρος ποινικής έρευνας έχει ήδη ξεκινήσει.

