Η αντιμετώπισή τους αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας, την ενίσχυση της αναπτυξιακής προοπτικής αλλά και την υλοποίηση νέων φορολογικών ελαφρύνσεων για φορολογούμενους και επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με την έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας, παρά τη σημαντική βελτίωση που έχει καταγραφεί τα τελευταία έτη, το μέγεθος της παραοικονομίας στην Ελλάδα εξακολουθεί να παραμένει υψηλότερο σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα διαθέσιμα στοιχεία εκτιμούν ότι η παραοικονομία κυμαίνεται μεταξύ 20,9% και 21,6% του ΑΕΠ, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ υπολογίζεται περίπου μεταξύ 15% και 17%. Η ύπαρξη τόσο εκτεταμένης παραοικονομίας δεν έχει μόνο άμεσες δημοσιονομικές επιπτώσεις, λόγω απώλειας φορολογικών εσόδων, αλλά επηρεάζει αρνητικά και τη συνολική λειτουργία της οικονομίας. Ειδικότερα, υπονομεύει την αξιοπιστία των θεσμών, δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων και λειτουργεί αποτρεπτικά για την προσέλκυση επενδύσεων, καθώς συνδέεται με αυξημένη αβεβαιότητα και μειωμένη διαφάνεια.
Παράλληλα, η φοροδιαφυγή εξακολουθεί να εντοπίζεται κυρίως σε δραστηριότητες με υψηλή συμμετοχή ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων, όπου οι συναλλαγές πραγματοποιούνται σε σημαντικό βαθμό με μετρητά, γεγονός που δυσχεραίνει τον αποτελεσματικό έλεγχο και την πλήρη καταγραφή των εισοδημάτων. Η συστηματική και διαρκής καταπολέμηση της φοροδιαφυγής αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την κυβέρνηση στο πλαίσιο των νέων ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων, καθώς συμβάλλει στη δημιουργία διατηρήσιμου δημοσιονομικού χώρου χωρίς την ανάγκη επιβολής πρόσθετων φορολογικών επιβαρύνσεων. Η διαρθρωτική αυτή βελτίωση των δημόσιων οικονομικών επιτρέπει την υιοθέτηση στοχευμένων παρεμβάσεων κοινωνικής και αναπτυξιακής πολιτικής, ενισχύοντας την αποτελεσματικότητα της οικονομικής διακυβέρνησης. Άλλωστε, στο πλαίσιο αυτό υιοθετήθηκαν μόνιμα επεκτατικά μέτρα από το 2026, με έμφαση στη μείωση του φορολογικού βάρους για τα μεσαία εισοδήματα, τις οικογένειες με παιδιά και τους νέους εργαζομένους, ενισχύοντας την κοινωνική συνοχή και την οικονομική δραστηριότητα.
Ποια μέτρα απαιτούνται
Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής προϋποθέτει ένα συνεκτικό πλέγμα παρεμβάσεων. Όπως επισημαίνεται στην έκθεση της ΤτΕ καθοριστικής σημασίας είναι η περαιτέρω αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών και η διασύνδεση πληροφοριακών συστημάτων της φορολογικής διοίκησης, ώστε να ενισχυθεί η διαφάνεια των συναλλαγών και να περιοριστούν τα περιθώρια απόκρυψης εισοδημάτων. Παράλληλα, η απλούστευση του φορολογικού συστήματος, η μείωση της γραφειοκρατίας και του διοικητικού κόστους για τις επιχειρήσεις, καθώς και η εντατικοποίηση στοχευμένων φορολογικών ελέγχων μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η ενίσχυση της φορολογικής συνείδησης και του χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού, ιδίως στις νεότερες ηλικίες, προκειμένου να καλλιεργηθεί μια κουλτούρα φορολογικής υπευθυνότητας που θα βασίζεται στην εμπιστοσύνη, τη διαφάνεια και την ενεργό συμμετοχή των πολιτών.
Επαναξιολόγηση φοροαπαλλαγών
Επιπλέον, η Τράπεζα της Ελλάδας προτείνει την επαναξιολόγηση και τον εξορθολογισμό των υφιστάμενων φοροαπαλλαγών, καθώς η σημερινή διάρθρωση των φορολογικών δαπανών περιλαμβάνει πληθώρα αποσπασματικών ρυθμίσεων, ορισμένες από τις οποίες παρουσιάζουν περιορισμένο αναπτυξιακό αποτέλεσμα ή συνοδεύονται από σύνθετες διαδικασίες εφαρμογής. Η συστηματική αξιολόγηση των φοροαπαλλαγών με βάση σαφή αναπτυξιακά και κοινωνικά κριτήρια θα μπορούσε να οδηγήσει στον περιορισμό ή την κατάργηση παρωχημένων κινήτρων με χαμηλή προστιθέμενη αξία. Η ανακατανομή των σχετικών πόρων προς παρεμβάσεις με υψηλότερο αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή θα ενίσχυε την αποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής πολιτικής και θα στήριζε τη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας, συμβάλλοντας παράλληλα στη δημιουργία ενός δικαιότερου και πιο αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος.
Πηγή: Capital.gr

