Μετά την ανακήρυξη των δύο θαλάσσιων πάρκων, τα ήρεμα νερά με την Τουρκία είναι παρελθόν. Ηδη όμως αναπτύσσεται και μια δίδυμη τρικυμία στο εσωτερικό. Η κυβέρνηση έχει στραμμένο το βλέμμα στην Αγκυρα. Με το ένα μάτι όμως παρακολουθεί και τις παρενέργειες που ήδη αναπτύσσει στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό η όξυνση με τη γείτονα.
Τη Δευτέρα ο πρωθυπουργός είχε στο Μαξίμου συναντήσεις με στενούς συνεργάτες του, αλλά και με τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη, με επίκεντρο όλες τις πτυχές της νέας φάσης στις σχέσεις με την Τουρκία. Δεν έλειψε ο προβληματισμός και για το κλίμα που μπορεί να διαμορφωθεί στο εσωτερικό, αν η εξωτερική πολιτική γίνει πεδίο προεκλογικής πόλωσης.

Ο προβληματισμός δεν θα ήταν ίδιος αν η κυβέρνηση είχε να αντιμετωπίσει μόνο το ΠΑΣΟΚ και την ΕΛΑΣ. Ο Αντώνης Σαμαράς, έχοντας πολύ ψηλά στην ατζέντα τα εθνικά θέματα, παραμονεύει για να χτυπήσει την κυβέρνηση στο μαλακό υπογάστριο, απευθυνόμενος στη βάση της Ν.Δ. και απειλώντας έτσι να προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά απ’ ό,τι τα βέλη κεντροαριστερής προέλευσης. Η σκληρή δήλωσή του με την οποία κατηγόρησε την κυβέρνηση για την πολιτική των «ήρεμων νερών» ήταν μια τροχιοδεικτική βολή. Η απάντηση της κυβέρνησης θα είναι, όμως, πλέον εξίσου σκληρή, με αρμόδιες πηγές να λένε πως «δεν πρόκειται να αφήσουμε τον Σαμαρά να εμφανίζεται ως θεματοφύλακας των εθνικών θεμάτων».
Επαφές και casus belli – Στην κυβέρνηση θα αναδείξουν δεόντως ότι επί πρωθυπουργίας Σαμαρά διεξήχθησαν έξι γύροι διερευνητικών επαφών, χωρίς καν να έχει αρθεί το casus belli «όπως έχει θέσει ως όρο ο Κυριάκος Μητσοτάκης».
Στην κυβέρνηση θα αναδείξουν δεόντως –εφόσον η αντιπαράθεση συνεχιστεί– ότι επί πρωθυπουργίας Σαμαρά διεξήχθησαν έξι γύροι διερευνητικών επαφών, χωρίς καν να έχει αρθεί το casus belli «όπως έχει θέσει ως όρο ο Κυριάκος Μητσοτάκης». Το έτερο ερώτημα που θέτουν στο Μαξίμου και θα τεθεί και δημοσίως είναι «πού ακριβώς έχει δείξει υποχωρητικότητα η κυβέρνηση έναντι της Τουρκίας;», ερώτημα που, όπως λένε οι ίδιες πηγές, «δεν έχει πρακτική απάντηση», ενώ την ίδια ώρα η κυβέρνηση θα θυμίζει τα τετ-α-τετ του Σαμαρά με τον Ερντογάν.
Συνεπώς, η αντίδραση απέναντι στον Μεσσήνιο πολιτικό, ο οποίος θεωρείται βέβαιο ότι θα κλιμακώσει τις επιθέσεις του στα εθνικά θέματα, καθώς αυτά τροφοδοτούν το κυοφορούμενο κόμμα του, θα είναι σφοδρή και χωρίς ευγένειες, διότι στο Μαξίμου δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να απολογούνται για έναν τομέα «όπου τα τελευταία επτά χρόνια έχουν γίνει όσα δεν έγιναν σε δεκαετίες» και η χώρα «έχει κάνει πολλά βήματα εμπρός».

Την ίδια ώρα, ο υπουργός Αμυνας, ο οποίος διατηρεί διακριτό στίγμα στα εξωτερικά θέματα, δεν έχει τοποθετηθεί μέχρι στιγμής για την τουρκική κινητικότητα. Και, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», δεν θα το κάνει ούτε το αμέσως επόμενο διάστημα. Ο Νίκος Δένδιας έχει άλλωστε σε ανύποπτο χρόνο δηλώσει πως δεν πίστεψε ποτέ «στο αφήγημα των “ήρεμων νερών”».
Για το Μαξίμου η πολιτική των «ήρεμων νερών» δεν είναι «γραμμένη σε πέτρα», όπως λέει στην «Κ» κορυφαίος υπουργός. Τα «ήρεμα νερά» είναι μια πολιτική που εφαρμόζεται στον βαθμό που «εξυπηρετεί τα εθνικά δίκαια» και «δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά το μέσον», καθώς «είναι ένα ταγκό που χρειάζεται δύο».
Η εξίσωση Καραμανλή
Η τρίτη πηγή πιθανής αντίδρασης στην κεντροδεξιά πολυκατοικία ακούει στο όνομα Κώστας Καραμανλής. Δεν είναι μυστικό πως ο πρώην πρωθυπουργός είναι εκείνος που το Μαξίμου παρακολουθεί με τη μεγαλύτερη προσοχή, καθώς μέχρι στιγμής έχει αποφευχθεί η ρήξη μαζί του. Ο κ. Καραμανλής, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», δεν πρόκειται να τοποθετηθεί έως τη ΔΕΘ. Οι ίδιες πηγές λένε πως πρώτα θα ακούσει τον πρωθυπουργό και έπειτα, εφόσον το κρίνει, θα παρέμβει όπως κάνει πάντα, με κάποια ομιλία του.
Δεν είναι παιχνίδι – Μπορεί η επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων να οδηγήσει σε εκλογές με την επίκληση της εθνικής αναγκαιότητας; «Τα εξωτερικά θέματα, και ειδικά η σχέση με την Τουρκία, δεν είναι παιχνίδι», σημειώνει κυβερνητική πηγή.
Στην κυβέρνηση θα ήθελαν να ομαλοποιηθεί η σχέση με τον κ. Καραμανλή, όσο αυτό είναι δυνατόν, αλλά, όπως έχουν διαμορφωθεί οι σχέσεις, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πιθανό. Αυτή την ώρα, πάντως, είναι άγνωστο πώς θα κινηθεί ο πρώην πρωθυπουργός και πού θα ισορροπήσει το εκκρεμές μεταξύ κριτικής στην κυβέρνηση και αυτοσυγκράτησης, «για να μην πλήξει την παράταξη».

«Οχι» σε εκλογές
Μπορεί η επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων να οδηγήσει έως και σε εκλογές με την επίκληση της εθνικής αναγκαιότητας; Στο εσωτερικό πεδίο, άλλωστε, η αύξηση της έντασης με την Τουρκία μπορεί να συσπειρώσει ένα κομμάτι, ειδικά, των πιο συντηρητικών ψηφοφόρων. Η προοπτική αυτή δεν θα ήταν, βεβαίως, ανεπιθύμητη για την κυβέρνηση, «δεν μπαίνει όμως στη συνολική εξίσωση», καθώς «τα εξωτερικά θέματα, και ειδικά η σχέση με έναν νευρικό γείτονα όπως η Τουρκία, δεν είναι παιχνίδι», όπως σημειώνει κυβερνητική πηγή.
Στο πλαίσιο αυτό, οι ίδιες πηγές αποκλείουν προσφυγή στην κάλπη με όχημα τα ελληνοτουρκικά. «Πρώτον, θα φανεί σαν να έχουμε αποτύχει», δεύτερον, η συγκεκριμένη προοπτική μπορεί να δημιουργήσει στο εκλογικό σώμα απρόβλεπτα συναισθήματα. Και εκλογές με απρόβλεπτη ψυχολογία «δεν είναι καλή σκέψη», καταλήγει η ίδια πηγή.













