«Η Γερμανία και η Ευρώπη έχουν μεγαλύτερα “προβλήματα Τραμπ” από την απόσυρση στρατευμάτων των ΗΠΑ», σχoλίασε η Wall Street Journal την ανακοίνωση του αμερικανικού Πενταγώνου για απόσυρση περίπου 5.000 στρατιωτών από τη Γερμανία, ενόσω ο πρόεδρος των ΗΠΑ απειλεί με ανάλογες κινήσεις σε Ισπανία και Ιταλία για τη στάση τους στον πόλεμο στο Ιράν.
«Η πρόσφατη αύξηση των δασμών του Τραμπ στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα, η εμφανής υπαναχώρησή του από τα σχέδια στάθμευσης πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς στη Γερμανία και οι οικονομικές και στρατιωτικές επιπτώσεις από τον πόλεμο στο Ιράν θα έχουν μεγαλύτερο αντίκτυπο στην περιοχή», επισημαίνουν αναλυτές στην αμερικανική εφημερίδα.
Εν εξελίξει, η κατάσταση δοκιμάζει περαιτέρω τα όρια αντοχής κυβερνήσεων και πολιτών στην ΕΕ, εν μέσω των απειλών των ΗΠΑ για αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, της ταυτόχρονης φθοράς και κόπωσης από τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία και εντεινόμενων φόβων στην Ευρώπη για την εξ Ανατολών ρωσική απειλή.
Καθώς όμως η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο γίνεται όλο και πιο απρόβλεπτη, το ευρωπαϊκό εγχείρημα έχει αρχίσει να φαντάζει όλο και πιο δελεαστικό για χώρες εκτός ΕΕ.
Και όχι μόνο της Γηραιάς Ηπείρου.
«Δεν πιστεύουμε ότι είμαστε καταδικασμένοι να υποταχθούμε σε έναν πιο συναλλακτικό, απομονωμένο και βάναυσο κόσμο», δήλωσε τη Δευτέρα ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ στην 8η σύνοδο κορυφής της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας, στο Ερεβάν της Αρμενίας.
Ως ο πρώτος μη Ευρωπαίος προσκεκλημένος ηγέτης στο φόρουμ -το οποίο δημιουργήθηκε το 2022 με στόχο την προσέγγιση της ΕΕ με άλλα ευρωπαϊκά κράτη- υπονόησε ότι η εποχή της αμερικανικής ηγεμονίας πλησιάζει στο τέλος της, εκφράζοντας μια «ακλόνητη» πεποίθησή του:
«Η διεθνής τάξη θα ανοικοδομηθεί, αλλά από την Ευρώπη».
Στην ίδια σύνοδο, με ηχηρά απόντα τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, η Ουκρανία υπερθεμάτισε στην ταχεία ένταξή της στην ΕΕ και η Βρετανία του Brexit στη σύσφιξη των σχέσεων με τις Βρυξέλλες.
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε και ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας στο Γερεβάν της Αρμενίας (Stefan Rousseau/Pool via REUTERS)
Καναδάς, «η πιο ευρωπαϊκή από τις μη ευρωπαϊκές χώρες»
Σε ρήξη με τον Τραμπ, με αυξομειούμενες εντάσεις, ο Καναδός πρωθυπουργός έχει ήδη γράψει ιστορία με τη φετινή ομιλία του στο Νταβός, καλώντας τις «μεσαίες δυνάμεις» να δράσουν από κοινού σε έναν κόσμο ρήξης με τη μεταπολεμική παγκόσμια τάξη.
Δίνοντας το στίγμα της πρωτοφανούς παρουσίας του στη σύνοδο κορυφής της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας, με κεντρικό σύνθημα «Χτίζοντας το Μέλλον: Ενότητα και Σταθερότητα στην Ευρώπη», ο Μαρκ Κάρνεϊ περιέγραψε τον Καναδά -ένα από τα 12 ιδρυτικά μέλη του ΝΑΤΟ- ως την «πιο ευρωπαϊκή από τις μη ευρωπαϊκές χώρες».
Τόνισε ότι στόχος του είναι να εμβαθύνει τη σχέση της βορειοαμερικανικής χώρας του με την Ευρώπη.
Είναι ήδη η πρώτη και μοναδική χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης με πλήρη συμμετοχή στο ευρωπαϊκό αμυντικό «υπερταμείο» SAFE, ύψους 150 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Η δε πλειοψηφία των κατοίκων της θεωρούν την ΕΕ τον σημαντικότερο εταίρο του Καναδά μέσα στα επόμενα 3-5 χρόνια.
Στην ίδια δημοσκόπηση της κορυφαίας καναδικής εταιρείας δημοσκοπήσεων Abacus Data προ έτους, το 46% εξέφρασε μάλιστα «ισχυρή ή μέτρια υποστήριξη» στην ένταξη του Καναδά στην ΕΕ, έναντι ενός 29% που ήταν «σθεναρά ή κάπως αντίθετο».
Το 25% δεν ήταν σίγουρο για μια τέτοια επιλογή, που παραμένει θεωρητική.
Σύμφωνα με το άρθρο 49 της Συνθήκης για την ΕΕ περί διεύρυνσης, αίτηση ένταξης μπορεί να υποβάλει «οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα σέβεται τις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και του κράτους δικαίου».
Όμως η έννοια του «ευρωπαϊκού κράτους» δεν ορίζεται αυστηρά νομικά και η τελική απόφαση είναι πολιτική, καθώς έγκειται στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, και δη στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
Η δε συζήτηση για επέκταση της ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία σε ευαίσθητους τομείς όπως η εξωτερική πολιτική και η πολιτική ασφαλείας έχει ήδη ανοίξει, με πρωτοβουλία της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Από αριστερά προς τα δεξιά, οι σημαίες των Βόρειων Χωρών, ήτοι Φινλανδίας, Δανίας, Ισλανδίας, Νορβηγίας, Σουηδίας (Shutterstock)
Επέκταση προς βορρά;
Ενώ μια ένταξη του Καναδά στην ΕΕ παραμένει ένα μακρινό θεωρητικό σενάριο, η γεωπολιτική αβεβαιότητα και η συμμαχική εχθρότητα των ΗΠΑ δείχνει να ωθεί προς το ευρωπαϊκό εγχείρημα όλο και περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.
Απτή απόδειξη είναι η Ισλανδία.
Ιδρυτικό μέλος του ΝΑΤΟ, χωρίς δικό της μόνιμο στρατό και βασιζόμενη κυρίως σε διμερή αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ για την ασφάλειά της, η νησιωτική χώρα στη Βόρεια Ευρώπη, στον παγωμένο Βόρειο Ατλαντικό επανεξέτασε τη θέση της εν μέσω των απειλών Τραμπ και προχωρά τον προσεχή Αύγουστο στη διενέργεια δημοψηφίσματος για επανεκκίνηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ.
Έχοντας υποβάλει αίτημα ένταξης το 2009, μετά την οικονομική της κρίση, η Ισλανδία ανέστειλε τη διαδικασία το 2015, διατηρώντας την πρόσβαση στην ενιαία αγορά της ΕΕ μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ).
Τώρα, οι λόγοι της επιχειρούμενης επιστροφής δεν είναι οικονομικοί, αλλά γεωπολιτικοί.
Μόλις τον περασμένο Μάρτιο, υπέγραψε ιστορική συμφωνία για την ασφάλεια και την άμυνα με την ΕΕ.
«Η Ισλανδία αποτελεί πολύτιμο εταίρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εδώ και πολύ καιρό, καθώς και έναν έμπιστο σύμμαχο στον Βόρειο Ατλαντικό. Επίσης, αυτό που είναι σημαντικό στις μέρες μας, είναι ότι αποτελεί έναν πραγματικά ισχυρό υποστηρικτή της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες», τόνισε με νόημα κατά την υπογραφή η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας.
Το δημοψήφισμα στην Ισλανδία παρακολουθεί εν τω μεταξύ στενά η Νορβηγία, χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ, του ΕΟΧ και του χώρου Σένγκεν, όχι όμως και της ΕΕ.
Έχει απορρίψει δις την ένταξή της με δημοψηφίσματα.
Ωστόσο, η ανερμάτιστη εξωτερική πολιτική του Τραμπ και ο πόλεμος στην Ουκρανία έχουν ξαναφέρει το θέμα στη δημόσια συζήτηση.
Κατά τον Νορβηγό υπουργό Εξωτερικών, Έσπεν Μπαρθ Άιντα, «έχουμε πλήρη επίγνωση ότι η διαφορά μεταξύ της ένταξης στην ΕΕ και της συμμετοχής στον ΕΟΧ αυξάνεται», καθώς «βρισκόμαστε όλο και περισσότερο εκτός όλων όσων θα θέλαμε να είμαστε εντός».
Σημαίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης κυματίζουν έξω από την έδρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες (REUTERS/Yves Herman//File Photo)
Η Ευρώπη μεταξύ φιλοδοξιών και διλημμάτων
Με 27 κράτη-μέλη σήμερα, μετά την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου με το Brexit, το ιστορικό της ΕΕ (και προηγουμένως της ΕΟΚ) μετρά ήδη επτά διαδοχικές διευρύνσεις, με τη μεγαλύτερη να συμβαίνει το 2004, με δέκα νέα μέλη.
Τα υποψήφια προς ένταξη κράτη-μέλη πρέπει να πληρούν πολιτικούς, οικονομικούς, καθώς και νομικούς όρους (το κεκτημένο της ΕΕ).
Σήμερα επισήμως αριθμούν εννέα, κυρίως από τα Δυτικά Βαλκάνια -που περιμένουν χρόνια- ενώ συμπεριλαμβάνονται η Τουρκία (αν και οι διαπραγματεύσεις με την τελευταία είναι παγωμένες) και η εμπόλεμη Ουκρανία, με τον πρόεδρό της, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, να δηλώνει στην 8η σύνοδο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας ότι η χώρα του είναι «τεχνικά πλήρως έτοιμη».
Η διαφθορά παραμένει ωστόσο ένα από τα μεγάλα «αγκάθια» για το Κίεβο και οι Βρυξέλλες έχουν αποκλείσει τυχόν «προνομιακή μεταχείριση».
Με τη διεύρυνση να θεωρείται εν τω μεταξύ εργαλείο για την προώθηση της ειρήνης, της δημοκρατίας και της ασφάλειας, όλο και πιο εμφατικά τίθεται ζήτημα ισορροπίας μεταξύ της προσθήκης νέων μελών και της εσωτερικής μεταρρύθμισης της ΕΕ, στους κόλπους της οποίας οι διαφωνίες ήδη περισσεύουν.



