Το Σύνταγμα είναι ένα υβριδικό κείμενο, συνάμα πολιτικό και νομικό. Δεν κρίνεται με στενά νομοτεχνικές προδιαγραφές. Από τη στιγμή, ωστόσο, που περιέχει τους θεμελιώδεις κανόνες δικαίου, η τροποποίησή του δικαιολογείται μόνο αν οι σχεδιαζόμενες μεταβολές είναι οι καλύτερες δυνατές. Υπό το ίδιο πρίσμα αξιολογείται και η φιλόδοξη αναθεωρητική πρόταση του πρωθυπουργού για «φυγή προς τα εμπρός», η οποία αγγίζει ούτε λίγο ούτε πολύ το ένα τέταρτο του ισχύοντος Συντάγματος.
Μια τόσο εκτεταμένη τροποποίηση ελέγχεται πρώτα ως προς την αναγκαιότητά της. Πόσο απαραίτητες είναι κάποιες αλλαγές όταν θα αρκούσε η θαρραλέα και επίκαιρη εφαρμογή των υφιστάμενων διατάξεων; Μου έρχονται στο μυαλό οι προτάσεις για τη μονιμότητα στο Δημόσιο και την κλιματική αλλαγή. Ισως τα σημερινά άρθρα 103 και 24 Σ φτάνουν για να κάνουν τη δουλειά. Αντίστροφα, μήπως προηγείται μια πιο φρέσκια ματιά σε σημαντικότερες θεματικές, όπως το άρθρο 110 Σ για την αναθεωρητική διαδικασία ή τα στοιχειωμένα άρθρα 106 και 107 Σ για τον ρόλο του κράτους στην οικονομία; Εάν κατοχυρώνεται συνταγματικά η Εθνική Αρχή Διαφάνειας, δεν αξίζει αντίστοιχης μεταχείρισης η Επιτροπή Ανταγωνισμού; Πολλά από τα παραπάνω κενά καλύπτονται βέβαια από το ενωσιακό δίκαιο. Τότε όμως δεν θα άξιζε να προστεθεί ούτε η απαγόρευση δημοσιονομικών ελλειμμάτων στο άρθρο 79 Σ, για την οποία έχουν προνοήσει οι ευρωπαϊκές Συνθήκες. Για να έχει θετικό αποτύπωμα, μία μη «σημειακή» αναθεώρηση όπως η προτεινόμενη προϋποθέτει συνέπεια και πληρότητα, προσαρμόζοντας συνολικά τον καταστατικό χάρτη στο μέλλον. Την ίδια στιγμή, το καημένο το Σύνταγμα χρειάζεται δίαιτα, μία αναθεώρηση-Ozempic. Μου άρεσε η σκέψη για το άρθρο 17 Σ: να γίνει πιο λιτό και να προστατεύει κάθε μορφή περιουσίας.
Ενα δεύτερο επίπεδο αξιολόγησης αφορά τον τρόπο που διατυπώνονται οι τροποποιήσεις. Παρότι δεν υφίσταται τελικό σχέδιο, φαίνεται να ελλοχεύουν δύο κίνδυνοι. Αφενός, για προσθήκες αμφίβολης κανονιστικής πυκνότητας, όπως για τη διαγενεακή ισότητα ή την τεχνητή νοημοσύνη. Χωρίς να μειώνω τη συμβολική τους αξία, καλό είναι να μην καταντήσουν ευχολόγια που ευτελίζουν τη δεσμευτικότητα του συνταγματικού κειμένου. Αφετέρου, για «δημιουργικά ασαφείς» ρυθμίσεις. Ενας κανόνας είναι τόσο καλός όσο μικρότερα περιθώρια στρέβλωσης αφήνει στον κακόβουλο εφαρμοστή του. Ιδιαίτερη προσοχή, επομένως, στις προδιαγραφές και στον έλεγχο των πολιτικών κομμάτων (άρθρο 29), στη νομοθετική διαίρεση της επικράτειας σε «μείζονες» και «ελάσσονες» περιφέρειες (άρθρο 54.3) καθώς και στην ευχέρεια της Βουλής να προσδιορίζει τα κωλύματα των βουλευτών (άρθρο 56) ή το ασυμβίβαστο με την υπουργική ιδιότητα (άρθρο 81). Δεν αποκλείεται να χρησιμοποιηθούν πονηρά σε ταραγμένες εποχές.
Μια τόσο εκτεταμένη τροποποίηση ελέγχεται πρώτα ως προς την αναγκαιότητά της. Πόσο απαραίτητες είναι κάποιες αλλαγές όταν θα αρκούσε η θαρραλέα και επίκαιρη εφαρμογή των υφιστάμενων διατάξεων;
Το πρωθυπουργικό σχέδιο θα κριθεί πάνω απ’ όλα για τη βασική του επιδίωξη. Ορθώς επικεντρώνεται στον εκσυγχρονισμό του κράτους. Καταλήγει όμως στο επιθυμητό αποτέλεσμα; Οι θεσμοί στην Ελλάδα πάσχουν από έλλειψη ποιότητας, αξιοπιστίας και αντίβαρων. Λειτουργούν εσωστρεφώς και αδιαφανώς, χωρίς να οριοθετούν επαρκώς την παντοδυναμία της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Το κατά πόσον οι αναθεωρητικές πρωτοβουλίες θεραπεύουν ή επιδεινώνουν τις συγκεκριμένες παθήσεις συνιστά την καταλυτική δοκιμασία για τη βαθμολόγησή τους. Κάποιες είναι επί της αρχής θετικές, καθώς υπερβαίνουν υφιστάμενες αγκυλώσεις και συντονίζονται με τις προσδοκίες της κοινωνίας: μεταξύ άλλων, οι προτάσεις για την ανώτατη παιδεία (άρθρο 16), για κινητικότητα στο εσωτερικό της Διοίκησης και της Δικαιοσύνης, για την επιλογή της ηγεσίας της τελευταίας στη βάση καταλόγου υποψηφίων που καταρτίζουν τα ανώτατα δικαστήρια (άρθρο 90.5) ή για την ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των σταδίων πριν ασκηθεί ποινική δίωξη σε υπουργούς (άρθρο 86). Ορισμένες είναι μάλλον αδιάφορες, όπως η άπαξ, εξαετής θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας (άρθρο 30)· μακάρι να γυρίζαμε στο καθεστώς ευρύτερων συναινέσεων που ίσχυε πριν από το 2019. Αλλες προβληματίζουν διότι επιτείνουν την κυριότερη δομική αδυναμία του υπάρχοντος συστήματος. Μειώνουν περαιτέρω τα αναιμικά θεσμικά αντίβαρα απέναντι στους εκάστοτε κυβερνώντες. Εάν η κοινοβουλευτική επιτροπή που θα επιλέγει τους επικεφαλής των ανωτάτων δικαστηρίων και των ανεξάρτητων αρχών (τους δεύτερους, ύστερα από εισήγηση ενός ετερόκλητου Συμβουλίου Εμπειρογνωμόνων, άρθρο 101 Α) αποφαίνεται με απλή πλειοψηφία, τότε ο νικητής των βουλευτικών εκλογών θα ορίζει το σύνολο σχεδόν των κρατικών αξιωματούχων. Είδαμε πώς λειτούργησε αυτό στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού… Αστοχη κινδυνεύει να αποδειχθεί και η ιδέα για δεσμευτική, επιλεκτική εξέταση των νομοσχεδίων από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ως προς τη συνταγματικότητά τους (άρθρο 100). Συχνά, τα κακά ενός νόμου αποκαλύπτονται μόνο μετά την εφαρμογή του και επιδεινώνονται από εμβαλωματικές τροπολογίες. Θυμηθείτε τον ΝΟΚ με τα φυτεμένα δώματα. Το δεσμευτικό εκ των προτέρων συγχωροχάρτι του ΑΕΔ απενεργοποιεί έναν κρίσιμο μηχανισμό οριοθέτησης της πολιτικής εξουσίας: τον διάχυτο έλεγχο συνταγματικότητας που διαχρονικά διενεργεί η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα και ιδίως το Συμβούλιο της Επικρατείας. Αν ο μηχανισμός χρειάζεται βελτιώσεις για να μην καθυστερεί, η προτεινόμενη λύση δεν είναι η βέλτιστη.
Η χώρα μας δεν φημίζεται για κανονιστική αρτιότητα, γιατί έχει συνηθίσει να αλλάζει νομοθετικό κοστούμι από τη μια μέρα στην άλλη. Μόνο που τα συνταγματικά κείμενα κυοφορούνται για να αντέχουν στον χρόνο. Στην αναθεωρητική συζήτηση δεν συγχωρούνται λάθη ούτε βιασύνη.
Ο κ. Γιώργος Δελλής είναι καθηγητής στη Νομική Αθηνών.





