Αρθρο του Νίκου Αλιβιζάτου στην «Κ»: Αναθεώρηση, μια επιπόλαιη καινοτομία

Κοινοποίηση

Φόρτωση Text-to-Speech…

Με δύο από τις σαράντα συνολικά προτάσεις τους για την αναθεώρηση ισάριθμων διατάξεων του Συντάγματος –οι συγκεκριμένες αφορούν τα άρθρα 77 και 100 αντίστοιχα– οι βουλευτές της Ν.Δ. εισάγουν μια καινοτομία, η οποία, έτσι όπως σχεδιάζεται, είναι επιπόλαιη και μπορεί να αποβεί εξαιρετικά επικίνδυνη: τον προληπτικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και της συμβατότητάς τους προς το ευρωπαϊκό δίκαιο, από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ).

Και τούτο με τη ρητή διευκρίνιση ότι οι αποφάσεις του τελευταίου θα είναι δεσμευτικές για όλα τα άλλα δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένων και των ανωτάτων. Στο ΑΕΔ, όπως προτείνεται, δεν θα μπορεί να προσφύγει ο κοινός πολίτης, ούτε ένας ικανός αριθμός βουλευτών της αντιπολίτευσης, όπως στη Γαλλία, αλλά μόνον η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ο πρωθυπουργός και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αμέσως μετά την ψήφιση του νόμου και προτού αυτός δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ο προληπτικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων και της συμβατότητάς τους προς το υρωπαϊκό δίκαιο, από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, πλήττει ευθέως το κράτος δικαίου.

Ετσι, αύριο, αν η κυβέρνηση –η εκάστοτε κυβέρνηση– φοβηθεί ότι ένας νόμος της μπορεί να κηρυχθεί αντισυνταγματικός, θα μπορεί, την επαύριον της ψήφισής του, να τον υποβάλει στο ΑΕΔ. Και αν αυτό κρίνει ότι δεν αντίκειται ούτε στο Σύνταγμα ούτε στο ενωσιακό δίκαιο, δεν θα μπορεί να τον αγγίξει ούτε το Συμβούλιο της Επικρατείας ούτε ο Αρειος Πάγος!

Η προϊστορία

Δεν είναι η πρώτη φορά αφότου καθιερώθηκε στη χώρα μας ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, στο τέλος του 19ου αιώνα, που επιχειρείται να αφαιρεθεί από τα δικαστήρια το σπουδαιότερο όπλο που διαθέτουν εναντίον μιας κυβέρνησης που αυθαιρετεί. Στο παρελθόν, εντούτοις, είχε προταθεί η αντικατάσταση του ισχύοντος συστήματος του διάχυτου δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας, με έναν τύπο συγκεντρωτικού ελέγχου, τον οποίο θα ασκούσε ένα οιονεί Συνταγματικό Δικαστήριο, όπως στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Κάτι που, μετά την απόπειρα της χούντας να ιδρύσει Συνταγματικό Δικαστήριο με αστυνομικές αρμοδιότητες, προσέκρουσε σε οξύτατες αντιδράσεις, πολιτικές μα και νομικές. Θα ήταν τουλάχιστον επιπόλαιο μια παράδοση εκατό και πλέον ετών να καταργηθεί από τη μια μέρα στην άλλη, επειδή το θέλησε μια συγκυριακή πλειοψηφία.

Με τη μεσολάβηση του ΑΕΔ θα αποφεύγονται «απρόοπτα» για «μείζονα» θέματα, όπως η εκτροπή του Αχελώου, η κατασκευή ενός αυτοκινητοδρόμου ή –ποιος ξέρει;– ενός πυρηνικού αντιδραστήρα

Αυτή τη φορά, η σημερινή κυβέρνηση, για να αποφύγει τις αναμενόμενες αντιδράσεις, επαναφέρει έμμεσα την πρόταση, μέσω ΑΕΔ, του οποίου αλλάζει κάπως τη σύνθεση, διατηρώντας όμως το σύστημα του διάχυτου ελέγχου. Και τούτο με τη σκέψη ότι, για μεν τα «μείζονα», όπως η εκτροπή του Αχελώου, η κατασκευή ενός αυτοκινητοδρόμου και αύριο –ποιος ξέρει;– ενός γιγαντιαίου πυρηνικού αντιδραστήρα, θα αποφεύγονται, με τη μεσολάβηση του ΑΕΔ, τα «απρόοπτα» του διάχυτου ελέγχου, ιδίως από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο έχει δώσει στο παρελθόν σοβαρά δείγματα ανεξαρτησίας, ιδίως στις περιβαλλοντικές υποθέσεις. Για δε τα «ελάσσονα», δηλαδή τα σχετικώς «ανώδυνα», προβλέπεται ότι τα δικαστήρια θα συνεχίσουν να ασκούν τον διάχυτο και παρεμπίπτοντα έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, όπως το κάνουν σήμερα.

Ακούω, προφανώς το κύριο επιχείρημα της κυβέρνησης, υπέρ τής ως άνω πρότασης: «Η σημερινή ρευστότητα δεν μπορεί να συνεχισθεί επ’ άπειρον. Θα πρέπει επιτέλους να ενισχυθεί η ασφάλεια και η βεβαιότητα δικαίου, ώστε να προσελκυστούν στη χώρα μας μεγάλοι ξένοι επενδυτές, που σήμερα φοβούνται τους οικολόγους, αλλά και τις “υπερβολές” κάποιων ακτιβιστών δικαστών». Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό θυμίζει το «πονάει δόντι, κόβω κεφάλι». Διότι, όπως έχει αποδείξει και η εφαρμογή του ν. 3900/2000, υπάρχουν πολλοί άλλοι τρόποι για να επισπευστεί η απονομή και της συνταγματικής δικαιοσύνης. Δεν είναι όμως της στιγμής να τους θυμίσει κανείς.

Συμπερασματικά: Ο προτεινόμενος έλεγχος από το ΑΕΔ πλήττει ευθέως το κράτος δικαίου και την ανεξαρτησία των δικαστών. Διότι τι άλλο μπορεί να σημαίνει ο δικαστικός έλεγχος ενός νόμου, που μπορεί να τον προκαλέσει μόνον η κυβέρνηση και η Βουλή που μόλις τον ψήφισε (και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, έστω, τον οποίο, πλην απροόπτου, θα έχει αναδείξει η ίδια πλειοψηφία;).

Aσπόνδυλο σύνολο

Στην παρούσα φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας, δεν είναι της στιγμής να σχολιασθούν τα υπέρ και τα κατά μιας σειράς άλλων προτάσεων της κυβέρνησης. Ολες μαζί συνθέτουν ένα μάλλον ασπόνδυλο σύνολο, το οποίο βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, πολύ κάτω από τις περιστάσεις. Γιατί δεν ανταποκρίνεται στο αίτημα των καιρών, δηλαδή την πιεστική ανάγκη για έλεγχο και λογοδοσία των κυβερνώντων.

Δεδομένου, εντούτοις, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 110 του Συντάγματος, η επόμενη Βουλή, ως αναθεωρητική, δεν θα μπορεί να τροποποιήσει άλλες διατάξεις, εκτός από εκείνες που η σημερινή θα επιλέξει ως αναθεωρητέες, θα επιστήσω την προσοχή του αναγνώστη σε τρεις μόνον, που η κυβέρνηση δεν περιέλαβε στις προτάσεις της, αν και η ανάγκη να αλλάξουν έχει από μακρού ωριμάσει:

• Στη διατήρηση, εν πρώτοις, της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Βουλής να ασκεί δίωξη κατά υπουργών (δηλαδή το περίφημο «Μόνο η Βουλή…» του άρθρου 86 παρ. 1). Και ναι μεν προβλέπεται ότι η ανάκριση, προανάκριση και προκαταρκτική εξέταση δεν θα διεξάγεται επιτέλους από τη Βουλή αλλά από δικαστές (η πρόταση των οποίων, ασφαλώς, θα είναι δύσκολο να αγνοηθεί από τη Βουλή), πλην όμως, όπως έχει δείξει η πρόσφατη εμπειρία της τραγωδίας των Τεμπών, αυτό δεν αρκεί.

• Στην απουσία εναλλακτικής λύσης (antideadlock mechanism) για την περίπτωση που δεν επιτυγχάνεται πλειοψηφία των τριών πέμπτων στη Διάσκεψη των Προέδρων για την επιλογή των μελών των ανεξάρτητων Αρχών (άρθρο 101Α).

• Στην απουσία πρότασης για την εισαγωγή στο άρθρο 84 διάταξης παρόμοιας με το άρθρο 67 παράγραφος 1 του γερμανικού Συντάγματος (: εποικοδομητική ψήφος εμπιστοσύνης), ώστε η κυβέρνηση να μην μπορεί να πέσει απλώς και μόνον επειδή έχασε μια ψηφοφορία στη Βουλή. Ειδικά στη σημερινή συγκυρία, μια τέτοια διάταξη θα ευνοούσε πολλαπλώς την κυβερνητική σταθερότητα.

Κλείνοντας, θυμίζω ότι τις νέες συνταγματικές διατάξεις θα τις ψηφίσει η επόμενη Βουλή, στην οποία, δεδομένης της αρνητικής στάσης της σημερινής αντιπολίτευσης, θα χρειαστούν τουλάχιστον 180 ψήφοι. Παρά ταύτα, η τρέχουσα συζήτηση δεν είναι ανεπίκαιρη. Οχι μόνον διότι η σημερινή Βουλή καθορίζει το εύρος της αναθεώρησης, αλλά και γιατί τα κόμματα έχουν την ευκαιρία να αναπτύξουν τις περί Συντάγματος θέσεις τους. Θα την εκμεταλλευτούν άραγε;

*Ο κ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα