Φόρτωση Text-to-Speech…
Η προεκλογική περίοδος βρίσκεται σε εξέλιξη, με άγνωστη τη διάρκειά της και με όλα τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής ελληνικής πολιτικής ρουτίνας: παροχολογία, λαϊκιστικές υποσχέσεις, εξαγγελίες στοχευμένες σε συγκεκριμένες εκλογικές ομάδες. Η κυβέρνηση επαγγέλλεται δημοσιονομικό ορθολογισμό και μέτρα στήριξης από το υπερπλεόνασμα που αποδεικνύει την υγεία της ελληνικής οικονομίας και καταγγέλλεται από την αντιπολίτευση για επιδοματική τακτική ψηφοθηρικής σκοπιμότητας που διευκολύνεται από τους άγριους έμμεσους φόρους. Η ΕΛΑΣ και το ΠΑΣΟΚ που διεκδικούν τη δεύτερη θέση συναγωνίζονται σε υποσχέσεις παροχών αμφιλεγόμενες από άποψη οικονομικού ορθολογισμού, με τον Αλέξη Τσίπρα και τον Νίκο Ανδρουλάκη να λοιδορούνται από τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως «Τζάμπας 1» και «Τζάμπας 2». Η καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Πειραιά Κωνσταντίνα Κοτταρίδη ζητάει «πολιτική ενηλικίωση: λιγότερες υποσχέσεις χωρίς λογαριασμό και περισσότερη σοβαρή συζήτηση για παραγωγικότητα, επενδύσεις, θεσμούς και μακροχρόνια ευημερία». «Τόσο εύκολα ξεχνάμε;» αναρωτιέται ο καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Σπύρος Μπλαβούκος, τονίζοντας ότι αυτό το προεκλογικό μοντέλο «οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια τα δημόσια οικονομικά στο να εξοκέλλουν της πορείας τους».
Επιμέλεια: Αγγελική Σπανού
Στο ίδιο έργο θεατές
Του Σπύρου Μπλαβούκου*
Στη διαποτισμένη με το βρετανικό φλέγμα σειρά του BBC «Μάλιστα, κύριε υπουργέ» της δεκαετίας του 1980, ο αφελής υπουργός (και αργότερα πρωθυπουργός) Τζιμ Χάκερ έχει μια διαφωτιστική συζήτηση με τον σερ Χάμφρεϊ, που είναι ο γενικός γραμματέας του υπουργείου του και ουσιαστικά υποβάλλει τις αποφάσεις διασφαλίζοντας ότι ο πολιτικός του προϊστάμενος θα ακολουθήσει την πολιτική πεπατημένη. Ο Τζιμ Χάκερ επιχειρηματολογεί υπέρ της μείωσης της φορολογίας με τη λογική ότι το κράτος δεν χρειάζεται τόσα χρήματα και ο σερ Χάμφρεϊ του εξηγεί ότι πρώτα αναζητούνται τόσα χρήματα όσα μπορούν να συγκεντρωθούν χωρίς να ξεσηκωθεί ο κόσμος, και μετά αρχίζει ο σχεδιασμός για το πού θα ξοδευτούν, μεγιστοποιώντας τα πολιτικά οφέλη της εκάστοτε κυβέρνησης. Η πολιτική ξεκάθαρα θριαμβεύει επί των νουνεχών οικονομικών επιλογών.
Προφανώς και οι τηλεοπτικές ανάγκες επιβάλλουν ένα βαθμό υπερβολής, όμως ο ορθός δημοσιονομικός σχεδιασμός ανέκαθεν ήταν και παραμένει ένα μεγάλο ζητούμενο οποιασδήποτε πολιτικής διοίκησης, αποκαλύπτοντας βραχυχρόνιες πολιτικές στοχεύσεις αλλά και μακροχρόνιους εθνικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς – αν υπάρχουν. Οι τελευταίοι μήνες χαρακτηρίζονται από εκτεταμένη κυβερνητική παροχολογία, η οποία αναμένεται να ενταθεί μέχρι τον Σεπτέμβριο και τη ΔΕΘ, από το fuel pass μέχρι τα «δώρα» σε αγρότες, δημοσίους υπαλλήλους και συνταξιούχους. Με τη σειρά τους, τα κόμματα της αντιπολίτευσης ακολουθούν σε μια πλειοδοσία κοινωνικής ευαισθησίας, με τελευταίο πυροτέχνημα τη δωρεάν χρήση δημόσιων μεταφορικών μέσων.
Η προεκλογική αντιπαράθεση, δυστυχώς, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια τα δημόσια οικονομικά στο να εξοκέλλουν της πορείας τους.
Αλλά πού βρήκαμε ξαφνικά τόσα χρήματα – ο περίφημος πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος; Πραγματικά, είναι να απορεί κάθε λογικός άνθρωπος με τις –περιβόητες– αντοχές της ελληνικής οικονομίας, εν μέσω ενός περιβάλλοντος οξύτατου γεωοικονομικού ανταγωνισμού, με το ενεργειακό κόστος να έχει εκτοξευτεί και τον πληθωρισμό να έχει υπονομεύσει σωρευτικά ένα μεγάλο μέρος της αγοραστικής δύναμης του μέσου καταναλωτή. Οσο κι αν ένας καλοπροαίρετα σκεπτόμενος πολίτης μπορεί να θέλει να εξάρει την κυβερνητική αποτελεσματικότητα, δεν παύει να ανησυχεί για την πραγματική θωράκιση της οικονομίας απέναντι σε υφιστάμενους και μελλοντικούς κλυδωνισμούς και να αναρωτιέται για την οικονομική λογική των παροχών αυτών. Είναι διάχυτη, πλέον, η αίσθηση ότι είμαστε θεατές στο ίδιο διαχρονικό έργο προεκλογικής αντιπαράθεσης που, δυστυχώς, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια τα δημόσια οικονομικά στο να εξοκέλλουν της πορείας τους. Μα, καλά, τόσο εύκολα ξεχνάμε;
* Ο κ. Σπύρος Μπλαβούκος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επικεφαλής Ευρωπαϊκού Προγράμματος ΕΛΙΑΜΕΠ.
Το κόστος της εύκολης υπόσχεσης
Της Κωνσταντίνας Κοτταρίδη*
Η Ελλάδα έχει ζήσει πολλές φορές τον πειρασμό της εύκολης υπόσχεσης. Ο κινηματογραφικός Μαυρογιαλούρος παραμένει επίκαιρος σε κάθε προεκλογική περίοδο, σηματοδοτώντας μια βαθιά παθογένεια της χώρας: την αντίληψη ότι η οικονομική πολιτική ασκείται προεκλογικά με υποσχέσεις και παροχές.
Το ερώτημα είναι αν, μετά τη δεκαετή κρίση, έχουμε πράγματι μάθει κάτι. Η δημόσια συζήτηση δείχνει ότι ο κίνδυνος επιστροφής σε παλαιές πρακτικές δεν έχει εκλείψει. Από τη μια πλευρά ακούμε γενικές διατυπώσεις περί αξιοπρέπειας, κοινωνικής δικαιοσύνης, προστασίας και νέας αρχής, χωρίς επαρκή εξειδίκευση σε μέτρα, πόρους και μηχανισμούς εφαρμογής. Από την άλλη, ακούμε προτάσεις για κοινωνικές παροχές, φορολογικές μειώσεις, επιδόματα ή ρυθμίσεις, οι οποίες συχνά δεν απαντούν στα κρίσιμα ερωτήματα: πόσο κοστίζουν, από πού χρηματοδοτούνται, είναι προσωρινές ή μόνιμες, ποια είναι η επίπτωσή τους στο χρέος, στην παραγωγή και στα κίνητρα της οικονομίας;
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την αντιπολίτευση ούτε μόνο την κυβέρνηση. Αφορά συνολικά την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου. Ακόμη και όταν υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια, η πολιτική συζήτηση συχνά επικεντρώνεται στο «τι θα δοθεί» και πολύ λιγότερο στο «τι θα παραχθεί». Ομως, μια οικονομία δεν αναβαθμίζεται με λίστες παροχών. Αναβαθμίζεται με παραγωγική ανασυγκρότηση, αύξηση παραγωγικότητας, επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στην τεχνολογία, στις υποδομές, στο φυσικό κεφάλαιο και σε θεσμούς που δημιουργούν σωστά κίνητρα. Η κοινωνική πολιτική είναι αναγκαία, ιδίως σε μια χώρα με ανισότητες και υψηλό κόστος ζωής. Αλλά άλλο η στοχευμένη κοινωνική προστασία και άλλο η οριζόντια παροχολογία.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος υπόσχεται περισσότερα, αλλά ποιος μπορεί να διατυπώσει ένα πειστικό και εφαρμόσιμο σχέδιο.
Τελικά, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος υπόσχεται περισσότερα, αλλά ποιος μπορεί να διατυπώσει ένα πειστικό, κοστολογημένο και εφαρμόσιμο σχέδιο για τη χώρα. Διαθέτουμε πολιτικές δυνάμεις με στρατηγικό όραμα; Διαθέτουμε ηγεσίες και στελέχη με την τεχνική γνώση να το εφαρμόσουν; Διαθέτουμε ως κοινωνία τον οικονομικό εγγραμματισμό ώστε να μη γοητευόμαστε από γενικότητες και βαρύγδουπες δηλώσεις;
Η πρόσφατη Ιστορία μάς υπενθυμίζει ότι οι εύκολες υποσχέσεις μπορεί να έχουν βαρύ κόστος. Η Ελλάδα χρειάζεται πολιτική ενηλικίωση: λιγότερες υποσχέσεις χωρίς λογαριασμό και περισσότερη σοβαρή συζήτηση για παραγωγικότητα, επενδύσεις, θεσμούς και μακροχρόνια ευημερία.
* Η κ. Κωνσταντίνα Κοτταρίδη είναι καθηγήτρια, Τμήμα Οικονομικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Πειραιώς, διευθύντρια Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Βιοοικονομία, Κυκλική Οικονομία και Βιώσιμη Ανάπτυξη, διευθύντρια Εργαστηρίου Βιώσιμης Ανάπτυξης και Κυκλικής Οικονομίας.











