Διάλογοι στην «Κ»: Ο ανταγωνισμός, η δεύτερη θέση και οι μετεκλογικές συνεργασίες

Κοινοποίηση

Φόρτωση Text-to-Speech…

Μια ιδιαιτερότητα της προεκλογικής συζήτησης είναι ότι στο επίκεντρο βρίσκεται ο ανταγωνισμός της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης και του ΠΑΣΟΚ για τη δεύτερη θέση, με δεδομένο το προβάδισμα της Ν.Δ., την αβεβαιότητα των μετεκλογικών συνεργασιών για τον σχηματισμό κυβέρνησης και το ζήτημα ηγεσίας που θα ανακύψει για το τρίτο κόμμα. Σύμφωνα με την ανάλυση του επίκουρου καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης Παναγιώτη Κουστένη, δεν πρέπει να αποκλείεται «ακόμη και η πιθανότητα μιας μικρής δημοσκοπικής ανάκαμψης του ΠΑΣΟΚ (παρά τη διατήρηση των δομικών αδυναμιών του), ειδικά από ψηφοφόρους που προς στιγμήν στράφηκαν προς την ΕΛΑΣ αναζητώντας πειστικό “αντίδοτο” στην πλειοψηφία Μητσοτάκη». Για την πολιτική επιστήμονα Βάσια Μαδέση, το κρίσιμο ερώτημα είναι «ποιος μπορεί, πέρα από τη συγκυρία, να μετατρέψει τη διάχυτη κοινωνική δυσαρέσκεια σε πλειοψηφικό αίτημα αλλαγής και να κάνει ξανά ανταγωνιστική τη μάχη για την πρώτη θέση». Και οι δύο συμφωνούν ότι η διαφορά μεταξύ των δύο κομμάτων θα είναι ιδιαίτερα σημαντική για τις εξελίξεις στον προοδευτικό χώρο μετά τις εκλογές.
Επιμέλεια: Αγγελική Σπανού

Κρίσιμη η διαφορά ΕΛΑΣ – ΠΑΣΟΚ

Του Παναγιώτη Κουστένη*

H εμφάνιση της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα έδειξε εξαρχής να προκαλεί σημαντική αναδιάταξη στον χώρο της αντιπολίτευσης, με κύριο χαρακτηριστικό τη δημοσκοπική επικράτηση έναντι του ΠΑΣΟΚ, σε επίπεδα διακριτά. Παρ’ όλα αυτά, η κυριαρχία της Ν.Δ. και κυρίως η ασφαλής διαφορά περίπου 10 μονάδων από το δεύτερο κόμμα διατηρείται. Ετσι, το νέο δίπολο που αναδείχθηκε δεν διαφαίνεται να διαμορφώνει ευθέως ανταγωνιστικούς όρους μεταξύ τους. Οσο η εικόνα της αδιατάρακτης πρωτιάς της Ν.Δ. διατηρείται, το αφήγημα της δυναμικής επιστροφής του Αλέξη Τσίπρα δείχνει να φτάνει στα όριά του, γεγονός που όχι μόνο περιορίζει τις προοπτικές περαιτέρω ενίσχυσής του, αλλά δεν είναι απίθανο να οδηγήσει και σε κάποια μείωση σε σύγκριση με τα δημοσκοπικά ποσοστά που κατέγραφε πριν από το καλοκαίρι, τα οποία τελούσαν ενδεχομένως υπό το κλίμα ενθουσιασμού που προκάλεσε η επανεμφάνιση του πρώην πρωθυπουργού.

Δεν είναι καθόλου δεδομένο σε ποια επίπεδα θα αποκρυσταλλωθεί, θα αποτελέσει όμως κρίσιμο ερώτημα για τη διαμόρφωση του νέου εκλογικού και πολιτικού τοπίου.

Από την άλλη πλευρά, το ΠΑΣΟΚ δεν θα αναμενόταν άμεσα να συμπιεστεί περαιτέρω. Δεδομένου, άλλωστε, ότι ο κύριος όγκος των δυνάμεων εξακολουθεί να εντοπίζεται στην επαρχία και ειδικά σε περιφέρειες όπου παρουσιάζει υψηλές πιθανότητες εκλογιμότητας των ισχυρών τοπικών στελεχών του (τριεδρικές και διεδρικές), τις οποίες ουδέποτε κινδύνευσε να απολέσει, ακόμα και με τον εκτοπισμό του από τη δεύτερη θέση. Τουναντίον, η ύπαρξη τέτοιων στελεχών, που μπορούν μάλιστα να παίξουν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση του κεντρικού πολιτικού ανταγωνισμού, παραμένει ισχυρό πλεονέκτημα για το ΠΑΣΟΚ, αλλά και η απουσία τους, αντιστοίχως, κύριο έλλειμμα της ΕΛΑΣ απέναντί του. Ετσι, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί ακόμη και η πιθανότητα μιας μικρής δημοσκοπικής επανάκαμψης του ΠΑΣΟΚ (παρά τη διατήρηση των δομικών αδυναμιών του), ειδικά από ψηφοφόρους που προς στιγμήν στράφηκαν προς την ΕΛΑΣ αναζητώντας πειστικό «αντίδοτο» στην πλειοψηφία Μητσοτάκη. Αντιθέτως, νέες διαρροές του δεν θα αναμένονταν, παρά μόνο στην καρδιά πια της προεκλογικής περιόδου. Και αν το κριτήριο αυτή τη φορά είναι η κυβερνησιμότητα, περισσότερες πιθανότητες έχει η Ν.Δ. να είναι ωφελημένη.

Με αυτούς τους όρους, βέβαια, η μάχη της δεύτερης θέσης δύσκολα θα μπορούσε να οδηγηθεί σε ολική ανατροπή, η διαφορά ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και στην ΕΛΑΣ δεν είναι καθόλου δεδομένο σε ποια επίπεδα θα αποκρυσταλλωθεί, θα αποτελέσει όμως κρίσιμο ερώτημα για τη διαμόρφωση του νέου εκλογικού και πολιτικού τοπίου.

* Ο κ. Παναγιώτης Κουστένης είναι επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Μεγάλο στοίχημα η διεύρυνση

Της Βάσιας Μαδέση*

Τους τελευταίους μήνες η πολιτική συζήτηση επιστρέφει στη «μάχη της δεύτερης θέσης». Είναι όμως πράγματι εκεί το βασικό διακύβευμα; Η πρώτη θέση δείχνει δημοσκοπικά καθαρή. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι έχει συγκροτηθεί πλειοψηφικό κοινωνικό ρεύμα. Το ίδιο ισχύει και για τη δεύτερη θέση: όποιος κι αν την καταλαμβάνει στις μετρήσεις, δεν συνιστά από μόνη της εναλλακτική εξουσίας. Aλλο η κατάταξη και άλλο η δυνατότητα συγκρότησης κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας. Η δεύτερη θέση έχει πολιτική σημασία, καθώς δημιουργεί δυναμική και επηρεάζει την αντίληψη των ψηφοφόρων για το ποιος μπορεί να διεκδικήσει την εξουσία. Ταυτόχρονα, όμως, μια δημοσκοπική υπεροχή δεν μας λέει από μόνη της πόσο σταθερό είναι ένα ακροατήριο ούτε μέχρι πού μπορεί να διευρυνθεί.

Η ακρίβεια, το στεγαστικό, οι ανισότητες και η χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς τροφοδοτούν κοινωνική δυσφορία χωρίς σαφή πολιτική κατεύθυνση. Κι ενώ μετράμε μετακινήσεις από κόμμα σε κόμμα, συχνά αφήνουμε εκτός κάδρου όσους δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε καμία επιλογή ή μένουν εκτός κάλπης. Iσως εκεί βρίσκεται κρίσιμη δεξαμενή για όποιον θέλει να αλλάξει τον σημερινό συσχετισμό.

Στην Κεντροαριστερά, η σημερινή εικόνα δίνει μεγαλύτερη δυναμική στην ΕΛΑΣ έναντι του ΠΑΣΟΚ. Eνα δεδομένο που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, χωρίς όμως να μετατραπεί σε πρόβλεψη τελικού αποτελέσματος. Το ουσιαστικό στοίχημα και για τους δύο είναι η διεύρυνση πέρα από τα υπάρχοντα ακροατήριά τους. Διαφορετικά, η μάχη για τη δεύτερη θέση μπορεί να αλλάζει τις εσωτερικές ισορροπίες της Κεντροαριστεράς χωρίς να αλλάζει τον συνολικό συσχετισμό.

Η δυσαρέσκεια δεν έχει προκαθορισμένη κατεύθυνση· μπορεί να στραφεί προς μια προοδευτική εναλλακτική, στην αποχή ή στην ψήφο διαμαρτυρίας, αλλά και προς την Ακροδεξιά.

Η ρευστότητα δεν περιορίζεται εκεί. Η παρουσία κομμάτων δεξιότερα της Ν.Δ., η συζήτηση για ενδεχόμενο νέο κόμμα του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά και η πιθανότητα νέου ακροδεξιού σχηματισμού με εμπλοκή του Ηλία Κασιδιάρη μπορούν να μετακινήσουν τις ισορροπίες. Η δυσαρέσκεια δεν έχει προκαθορισμένη κατεύθυνση· μπορεί να στραφεί προς μια προοδευτική εναλλακτική, στην αποχή ή στην ψήφο διαμαρτυρίας, αλλά και προς την Ακροδεξιά.

Οι δημοκρατίες δεν διεξάγουν εκλογές για να αναδείξουν τον καλύτερο δεύτερο. Οι πολιτικές γοητείες μπορεί να αποδειχθούν πρόσκαιρες και οι σημερινές βεβαιότητες να μετατραπούν γρήγορα σε απογοητεύσεις. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος μπορεί, πέρα από τη συγκυρία, να μετατρέψει τη διάχυτη κοινωνική δυσαρέσκεια σε πλειοψηφικό αίτημα αλλαγής και να κάνει ξανά ανταγωνιστική τη μάχη για την πρώτη θέση.

*H κ. Βάσια Μαδέση είναι πολιτική επιστήμονας, πρώην συντονίστρια του Φεμινιστικού Δικτύου των Νέων Ευρωπαίων Σοσιαλιστών.

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα