«Είχα την τύχη να γίνω ο υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων του Θουκυδίδη»

Κοινοποίηση

Φόρτωση Text-to-Speech…

Στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής ΗΠΑ – Κίνας στο Πεκίνο, ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ έθεσε στον Ντόναλντ Τραμπ το ερώτημα αν μπορούν οι δύο χώρες να αποφύγουν την «Παγίδα του Θουκυδίδη», την τάση δηλαδή της αναδυόμενης και της υφιστάμενης μεγάλης δύναμης στο παγκόσμιο στερέωμα να οδηγούνται σε πολεμική σύγκρουση.

Ο άνθρωπος που εμπνεύστηκε τον όρο, ή τουλάχιστον που του έδωσε ευρεία χρήση, είναι ο Γκράχαμ Αλισον, καθηγητής Διακυβέρνησης στην έδρα Douglas Dillon της Σχολής Διακυβέρνησης Κένεντι στο Χάρβαρντ, της οποίας στο παρελθόν είχε διατελέσει και πρύτανης.

«Είχα την τύχη να γίνω ο υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων του Θουκυδίδη»-1

Ο Αλισον, στο βιβλίο του «Η Παγίδα του Θουκυδίδη: Μπορούν οι ΗΠΑ και η Κίνα να την αποφύγουν;», που διαθέτει η «Καθημερινή» στους αναγνώστες της μαζί με το κυριακάτικο φύλλο, επιχειρεί να κατανοήσει αν ο εντεινόμενος ανταγωνισμός μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων είναι προδιαγεγραμμένο να οδηγήσει σε σύρραξη. Είναι ίσως το πιο κρίσιμο ερώτημα των καιρών μας.

Στη διαδικτυακή συνομιλία που είχαμε την περασμένη εβδομάδα, ξεκίνησα ρωτώντας τον για αυτό ακριβώς το θέμα. Οταν άρχισε να αναφέρεται στην «Παγίδα του Θουκυδίδη», βρισκόμασταν ακόμα στα πρώιμα χρόνια της θητείας του Σι στην ηγεσία της Κίνας, ενώ δεν είχε ξεκινήσει ακόμα η εποχή Τραμπ στις ΗΠΑ. Είναι περισσότερο ή λιγότερο ανήσυχος για το ενδεχόμενο ενός σινοαμερικανικού πολέμου από ό,τι ήταν πριν από δέκα χρόνια;

Η Κίνα, οι ΗΠΑ και η «Παγίδα του Θουκυδίδη» – Την Κυριακή 24/5 με την «Καθημερινή»

«Ο Θουκυδίδης ήταν εξαιρετικά διορατικός, και εγώ είχα την τύχη να γίνω ο υπεύθυνος δημοσίων σχέσεών του, ενθαρρύνοντας τον κόσμο να διαβάζει τη θαυμάσια “Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου”. Με ρωτάνε συχνά τι θα έλεγε ο Θουκυδίδης σήμερα. Φοβάμαι ότι θα έλεγε ότι είχε πετύχει διάνα: και τα δύο εμπλεκόμενα μέρη (η Κίνα και οι ΗΠΑ) επιδεικνύουν τα χαρακτηριστικά μίας αναδυόμενης και μίας υφιστάμενης μεγάλης δύναμης, όπως ήταν αντίστοιχα η Αθήνα και η Σπάρτη. Και άρα θα καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα, αναμένοντας τη μεγαλύτερη σύγκρουση όλων των εποχών».

Τα δομικά χαρακτηριστικά που οδηγούν σε σύγκρουση – η απειλή της αναδυόμενης δύναμης να εκτοπίσει την υφιστάμενη μεγάλη δύναμη – ισχύουν ακόμα περισσότερο σήμερα από ό,τι πριν από δέκα χρόνια

Αρα ανησυχεί περισσότερο, παρατηρώ. «Περίπου το ίδιο. Τα δομικά χαρακτηριστικά που οδηγούν σε σύγκρουση – η απειλή της αναδυόμενης δύναμης να εκτοπίσει την υφιστάμενη μεγάλη δύναμη – ισχύουν ακόμα περισσότερο σήμερα από ό,τι πριν από δέκα χρόνια. Αυτό που μου δίνει κάποια ελπίδα είναι ότι τόσο ο πρόεδρος Σι όσο και ο πρόεδρος Τραμπ κατανοούν σε κάποιο βαθμό αυτό που μας διδάσκει ο Θουκυδίδης: ότι το business as usual, η συμβατική διπλωματία, θα οδηγήσει σε επανάληψη της Ιστορίας.

«Είχα την τύχη να γίνω ο υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων του Θουκυδίδη»-1

»Ο Θουκυδίδης άλλωστε, στην αρχή του σπουδαίου του βιβλίου, απορρίπτει την ιδέα του πεπρωμένου και εκφράζει την πεποίθηση ότι οι αποφάσεις των ανθρώπων μπορούν να επηρεάσουν τις εξελίξεις. Ηλπιζε, με άλλα λόγια, οι μελλοντικοί ηγέτες να διδαχθούν από τα λάθη που κατέγραψε στον Πελοποννησιακό Πόλεμο και να τα αποφύγουν». 

Ο Τραμπ «κατάλαβε από τη σύγκρουση αυτή ότι το bullying δεν λειτουργεί με την Κίνα, ότι ο Σι μπορεί να τον αντιμετωπίσει ως ίσος προς ίσο

Τον έχει εκπλήξει το πόσο συμφιλιωτικός, στα όρια του ενδοτικού, έχει υπάρξει ο Τραμπ απέναντι στην Κίνα στη δεύτερη θητεία του, μετά τον εμπορικό πόλεμο που εξαπέλυσε εναντίον της στους πρώτους μήνες του 2025, στον οποίο απέτυχε να επιβληθεί; «Ναι και όχι», απαντά ο Αλισον. Υπενθυμίζει την απάντηση του Σι στους αμερικανικούς δασμούς, που έφτασαν πέρυσι το 145% – «ουσιαστικά ένα εμπάργκο». Ο Κινέζος ηγέτης «δεν αύξησε απλά τους κινεζικούς δασμούς σε αμερικανικά προϊόντα σε αντίστοιχα επίπεδα», αλλά «μπλόκαρε τις εξαγωγές ζωτικών προϊόντων, μεταξύ των οποίων σπάνιων γαιών, χωρίς τις οποίες η αμερικανική οικονομία δεν μπορεί να λειτουργήσει».

Ο Τραμπ «κατάλαβε από τη σύγκρουση αυτή ότι το bullying δεν λειτουργεί με την Κίνα, ότι ο Σι μπορεί να τον αντιμετωπίσει ως ίσος προς ίσο», και στράφηκε σε «μία πιο ρεαλιστική προσέγγιση», σημειώνει ο βετεράνος καθηγητής του Χάρβαρντ. «Αρκετοί από τους υποστηρικτές του (Τραμπ) τού έχουν ασκήσει κριτική για την υπερβολικά ήπια στάση του απέναντι στον Σι και στην Κίνα. Ο ίδιος θα έλεγε ότι συμπεριφέρεται με ρεαλισμό δεδομένων των δυνατοτήτων των δύο χωρών – και συμφωνώ μαζί του».

Η πιο εύφλεκτη πτυχή των αμερικανοκινεζικών σχέσεων αφορά την υποστήριξη της Ουάσιγκτον για την Ταϊβάν. Ο Αμερικανός πρόεδρος προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στην Ταϊπέι δηλώνοντας, σε συνέντευξη στο Fox News που μεταδόθηκε μετά την επιστροφή του από το Πεκίνο, ότι θεωρεί το πακέτο οπλικών συστημάτων αξίας 14 δισ. δολαρίων προς την Ταϊβάν, το οποίο περιμένει την έγκρισή του, ως «ένα πολύ καλό διαπραγματευτικό χαρτί» στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Κίνα.

Η δήλωση αυτή πηγαίνει ενάντια στο πνεύμα των λεγόμενων «Εξι Εξασφαλίσεων», που διέπουν τις σχέσεις ΗΠΑ – Ταϊβάν από το 1982. Μία από τις «Εξασφαλίσεις» αναφέρει ότι η Ουάσιγκτον δεν θα διαβουλεύεται με το Πεκίνο για την πώληση όπλων στην Ταϊβάν. Ρώτησα τον Αλισον πόσο πιο ανήσυχος για την ασφάλεια της χώρας του θα ήταν στον απόηχο της συνάντησης Σι – Τραμπ αν ήταν Ταϊβανέζος.

Είμαι σίγουρος, συνεπώς, ότι οι Ταϊβανέζοι είναι ακόμα πιο ανήσυχοι στον απόηχο της επίσκεψης Τραμπ, αλλά, αν είχαν κάνει τη δέουσα μελέτη, θα ήταν ήδη ανήσυχοι από πριν

«Θα ήμουν πιο ανήσυχος, αλλά δεν θα είχα εκπλαγεί», απαντά. «Ο Τραμπ είναι σαφής για το τι πιστεύει για την Ταϊβάν, το έχει ξεκαθαρίσει εδώ και πολύ καιρό. Και το είπε πάλι (στη συνέντευξη στο Fox News), ότι δεν επιθυμεί να εμπλακούν οι ΗΠΑ σε έναν πόλεμο 9.500 μίλια μακριά. Ιστορικά, οι Αμερικανοί πρόεδροι, τουλάχιστον στις δημόσιες δηλώσεις τους, έχουν τηρήσεις τις “Εξι Εξασφαλίσεις”, συμπεριλαμβανομένης αυτής που αφορά τις πωλήσεις οπλικών συστημάτων. Δεν ίσχυε βέβαια πάντα το ίδιο στις ιδιωτικές συνομιλίες. Είμαι σίγουρος, συνεπώς, ότι οι Ταϊβανέζοι είναι ακόμα πιο ανήσυχοι στον απόηχο της επίσκεψης Τραμπ, αλλά, αν είχαν κάνει τη δέουσα μελέτη, θα ήταν ήδη ανήσυχοι από πριν».

Ισότιμοι ανταγωνιστές

Η επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο δεν συνοδεύθηκε από κάποια σημαντική ανακοίνωση ή αλλαγή στις διμερείς σχέσεις. Κάποιοι αναλυτές, ωστόσο, τη χαρακτήρισαν ιστορική, γιατί ήταν η πρώτη φορά όπου η Κίνα αναβαθμίστηκε σε ρόλο ισότιμο με αυτό των ΗΠΑ – ένα ορόσημο στη μακρά αναρρίχησή της στην παγκόσμια ιεραρχία ισχύος. Ρώτησα τον Αλισον αν συμφωνεί με αυτήν την εκτίμηση.

«Νομίζω ότι είναι η πρώτη σύνοδος κορυφής στην οποία ένας Αμερικανός πρόεδρος αναγνωρίζει δημοσίως ότι η Κίνα είναι ισότιμος ανταγωνιστής. Το αμυντικό κατεστημένο των ΗΠΑ εξακολουθεί να πιστεύει σε μία θεολογία βάσει της οποίας πρέπει να αποτραπεί η άνοδος ενός ισότιμου ανταγωνιστή και η Κίνα στις αναλύσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών αναφέρεται ως “σχεδόν ισότιμος ανταγωνιστής”. Αλλά η συμπεριφορά, οι δηλώσεις και οι πράξεις του προέδρου Τραμπ στο Πεκίνο παρέπεμπαν στην αναγνώριση της Κίνας ως ενός σοβαρού ισότιμου ανταγωνιστή, που ίσως, μάλιστα, έστω βραχυπρόθεσμα, έχει το πάνω χέρι σε κάποια οικονομικά πεδία. Αυτό αποτελεί μία ρεαλιστική εκτίμηση της πραγματικής κατάστασης».

Αναμφίβολα, συνεχίζει ο Αλισον, «την τελευταία δεκαετία η Κίνα έχει ενισχύσει τη θέση της συγκριτικά με τις ΗΠΑ σε όλα τα πεδία ισχύος. Και σε αυτή τη σύνοδο είδαμε τους δύο ηγέτες να ξεκινούν να επανακαθορίζουν τη σχέση των δύο χωρών ώστε να λαμβάνει υπόψη αυτές τις αλλαγές αλλά να μην εξελιχθεί σε μία ευθεία θουκυδίδειο αντιπαλότητα. Σε έναν κόσμο όπου και οι δύο χώρες έχουν πυρηνικά όπλα και που είναι τόσο αμοιβαία εξαρτημένες οικονομικά και στις εφοδιαστικές αλυσίδες, πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να συνεργαζόμαστε ενώ ανταγωνιζόμαστε. Είναι κάτι με το οποίο ασχολήθηκε έντονα στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Χένρι Κίσιντζερ».

Εξακολουθώ να ελπίζω ότι ο πρόεδρος Σι θα παίξει έναν πιο ενεργό ρόλο για να τερματιστεί η κρίση (στο Ιραν), όπως και ελπίζω ότι θα παίξει έναν πιο ενεργό ρόλο για να τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία

Η συνάντηση των ηγετών έλαβε χώρα ενώ τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν υπό διπλό (ιρανικό και αμερικανικό) αποκλεισμό, με οδυνηρές επιπτώσεις για την παγκόσμια οικονομία. Η Κίνα, ως βασικός οικονομικός εταίρος του Ιράν, θα μπορούσε να δραστηριοποιηθεί πιο ενεργά για την επίλυση της κρίσης, ενισχύοντας την εικόνα που προωθεί ως η «υπεύθυνη υπερδύναμη», και ταυτόχρονα αποκαθιστώντας τη ροή των εισαγωγών ζωτικών προϊόντων από τον Περσικό. Γιατί δεν το κάνει;

«Καλή ερώτηση. Μπορεί να φανταστεί κανείς τους Κινέζους αξιωματούχους που καταρτίζουν την εθνική στρατηγική να το συζητούν. Από τη μία, η Κίνα, δεδομένης της σχέσης της με το Ιράν και των οικονομικών της συμφερόντων που συνδέονται με τα Στενά, έχει την ευκαιρία να παίξει έναν θετικό ρόλο. Από την άλλη, η επίσημη θέση της Κίνας είναι ότι πρόκειται περί ενός παράνομου πολέμου, που αντιβαίνει στους κανόνες των Ηνωμένων Εθνών και της διεθνούς τάξης, περί ενός αχρείαστου πολέμου, οι στόχοι του οποίοι παραμένουν ανεξήγητοι, που σηματοδοτεί την επιστροφή στον νόμο της ζούγκλας. Εξακολουθώ να ελπίζω ότι ο πρόεδρος Σι θα παίξει έναν πιο ενεργό ρόλο για να τερματιστεί η κρίση, όπως και ελπίζω ότι θα παίξει έναν πιο ενεργό ρόλο για να τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία [σ.σ.: λίγες μέρες μετά τον Τραμπ, υποδέχθηκε στο Πεκίνο τον Βλαντιμίρ Πούτιν]. Θα δούμε όμως».

«Είχα την τύχη να γίνω ο υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων του Θουκυδίδη»-2

Πηγή

Περιεχόμενα [hide]

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα