Φόρτωση Text-to-Speech…
«Κύριοι, πάτε για ύπνο!». Αυτή η φράση ακούστηκε το βράδυ της 19ης Ιουλίου 1974, μόλις λίγες ώρες πριν από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Απευθυνόταν στους αξιωματικούς που είχαν συγκεντρωθεί έξω από το Γραφείο Επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ)». «Και πήγαμε για ύπνο», θυμάται σήμερα ο στρατηγός ε.α. Ελευθέριος Σταμάτης.

Η «Κ» συνομίλησε με τον βετεράνο αξιωματικό των Καταδρομών Ελευθέριο Σταμάτη, ο οποίος υπηρέτησε ως διοικητής λόχου στην 31η Μοίρα Καταδρομών κατά τα γεγονότα του 1974.
«Το απόγευμα της Παρασκευής 19 Ιουλίου», εξιστορεί ο κ. Σταμάτης, «παρέδωσα τη μονάδα μου και το βράδυ πήγα στο ΡΙΚ για να ενημερωθώ, καθώς από την επόμενη ημέρα θα αναλάμβανα με έναν λόχο τη φρούρηση των εγκαταστάσεων. Εκεί ο συνάδελφός μου, υπολοχαγός Βασίλης Ροκκάς, που είχε πρόσβαση στην ενημέρωση, μου είπε: “Μην ετοιμάζεσαι για αρχιφύλακας του ΡΙΚ. Αύριο το πρωί έχουμε απόβαση”. “Μα τι είναι αυτά που λες;”, του απαντώ και έφυγα γύρω στις 10 το βράδυ και πήγα στο ΓΕΕΦ».
«Πήγαμε για ύπνο»
«Εξω από το Γραφείο Επιχειρήσεων είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί αξιωματικοί και ζητούσαμε να μας ενημερώσουν τι ακριβώς συνέβαινε», αφηγείται. «Κάποια στιγμή βγήκε ένας ταγματάρχης και μας είπε: “Κύριοι, μην ανησυχείτε. Η Αθήνα μας διαβεβαίωσε ότι οι Τούρκοι κάνουν επίδειξη δυνάμεων”. Οταν κάποιος τον ρώτησε πώς ήταν βέβαιοι, απάντησε: “Μας το είπε ο Τζόζεφ Σίσκο”. Και κατέληξε: “Μην ανησυχείτε. Κύριοι, πάτε για ύπνο”, και πήγαμε για ύπνο».
Στις 20 Ιουλίου η Τουρκία, επικαλούμενη το άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγυήσεων, εισβάλλει στην Κύπρο. Στις 5.15 το πρωί, Τούρκοι αλεξιπτωτιστές ρίπτονται στη νήσο, ενώ αποβατικές και αεροπορικές δυνάμεις επιχειρούν συνδυασμένη επίθεση εναντίον των ελληνοκυπριακών και ελληνικών θέσεων.
«Το επόμενο πρωί βρισκόμουν στο ΡΙΚ και ετοιμαζόμουν να αναλάβω καθήκοντα αρχιφύλακα», περιγράφει. «Ξαφνικά δεχθήκαμε επίθεση με πολυβόλα και ρουκέτες. Η μονάδα μου κατάφερε να συγκεντρώσει οπλισμό, πυρομαχικά και εφόδια και μέχρι το μεσημέρι είχαμε αναπτυχθεί στις θέσεις μας στον Πενταδάκτυλο, όπου το ίδιο βράδυ επρόκειτο να εκτελέσουμε την αποστολή που προέβλεπαν τα επιχειρησιακά σχέδια».
«Το βράδυ εφαρμόσαμε το σχέδιο επιχειρήσεων και κινηθήκαμε για να προσβάλουμε, από δυσμάς προς ανατολάς, το ύψωμα “Κοτζά Καγιά”. Μαζί με το απέναντι ύψωμα, την “Ασπρη Μούττη”, όπου επιχειρούσε άλλη μονάδα, έλεγχε τη διάβαση του δρόμου Λευκωσίας – Κερύνειας».

«Η επιχείρηση οργανώθηκε με τρεις λόχους κρούσης και έναν λόχο υποστήριξης και διοικητικής μέριμνας, του οποίου ήμουν διοικητής. Ξεκινήσαμε από νωρίς από την “Αετοφωλιά”, το ύψωμα που ελέγχαμε, σε απόσταση περίπου 500 μέτρων από τον στόχο. Με όλμους, πολυβόλα και τα υπόλοιπα βαριά όπλα βάλαμε εναντίον του υψώματος. Απέναντί μας υπήρχαν περίπου 30 ξερολιθιές», συνεχίζει, «όπου Τούρκοι και Τουρκοκύπριοι είχαν διαμορφώσει πρόχειρα πολυβολεία. Στην κορυφή υπήρχε ένα διώροφο κτίριο. Οσοι βρίσκονταν στα πολυβολεία, υπό την πίεση των πυρών μας, εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και κατέφυγαν στο κτίριο. Εκεί οι λόχοι κρούσης της Μοίρας, με επικεφαλής τον διοικητή, ταγματάρχη Μανιάτη, πραγματοποίησαν νυχτερινή έφοδο. Εγινε σφοδρή μάχη, χαλασμός. Ο διοικητής εκτίμησε ότι οι τουρκικές απώλειες ανήλθαν σε περίπου 150 άνδρες».
«Στις 11.30 το βράδυ το ύψωμα είχε καταληφθεί», σημειώνει. «Οι λόχοι ανέπτυξαν περιμετρική διάταξη ασφαλείας και απέκρουσαν τις αντεπιθέσεις Τούρκων καταδρομέων. Σύμφωνα με το σχέδιο, το πρωί της 21ης Ιουλίου θα ερχόταν τάγμα πεζικού για να μας αντικαταστήσει, ώστε να κινηθούμε προς την Αγύρτα, στους πρόποδες του Πενταδακτύλου. Ωστόσο, οι άνδρες διατάχθηκαν να εγκαταλείψουν το ύψωμα και να ξαναγυρίσουμε στη βάση εξορμήσεως, όπου βρισκόταν το ελληνικό φυλάκιο».
Σφυροκόπημα έξι ωρών
«Επιστρέψαμε στη βάση για ανάπαυση και ανεφοδιασμό. Στις 22 Ιουλίου, ένας λόχος της Μοίρας διατέθηκε για επιχειρήσεις στη Λάπηθο και στον Καραβά, ένας ακόμη ανέλαβε τον απεγκλωβισμό λόχου Πεζικού στον κάμπο της Λευκωσίας, ενώ οι υπόλοιποι αναπτυχθήκαμε αμυντικά σε έναν χωματόδρομο στη διάβαση του Αγίου Παύλου προς την Κερύνεια».
«Εκεί», θυμάται, «δεχθήκαμε σφοδρό βομβαρδισμό από το τουρκικό πυροβολικό και την αεροπορία, που διήρκεσε περίπου έξι ώρες. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ανακοινώθηκε κατάπαυση του πυρός. Παρ’ όλα αυτά, οι Τούρκοι κατέλαβαν το ύψωμα (“Αετοφωλιά”), από το οποίο, το προηγούμενο βράδυ, είχαμε εξαπολύσει την επίθεση στο “Κοτζά Καγιά”. Αντιδράσαμε άμεσα. Με δύο λόχους, των οποίων είχα την ευθύνη, πραγματοποιήσαμε αντεπίθεση, ανακαταλάβαμε τo ύψωμα και στη συνέχεια το παραδώσαμε στο Πεζικό. Στις 23 Ιουλίου επιστρέψαμε στη Λευκωσία».
Σε ερώτηση για την πιο δύσκολη στιγμή των επιχειρήσεων, ο κ. Σταμάτης ξεχωρίζει την αντεπίθεση για την ανακατάληψη της «Αετοφωλιάς» στις 22 Ιουλίου, όταν η μονάδα του βρέθηκε αντιμέτωπη με συνεχείς επιθέσεις από τουρκικά αεροσκάφη. «Το απόγευμα της 22ας Ιουλίου, κατά την κίνησή μας στον Πενταδάκτυλο για την αντεπίθεση στην “Αετοφωλιά”, μας καταδίωκαν τέσσερα τουρκικά αεροσκάφη», αφηγείται. «Η θερμοκρασία ξεπερνούσε τους 40 βαθμούς και υπήρξε μια στιγμή που σκέφθηκα: “Καλύτερα να μου έρθει στο δόξα πατρί και να τελειώνω”».
Πενήντα δύο χρόνια μετά, ο βετεράνος αξιωματικός αξιολογεί την επιχειρησιακή κατάσταση εκφράζοντας τους προβληματισμούς του. «Υπήρχε ένα πνεύμα εφησυχασμού, το οποίο το πληρώσαμε φυσικά», εξηγεί. «Το πρόβλημα ήταν κυρίως εσωτερικό, καθώς οι σχέσεις Ελλάδος – Κύπρου δεν ήταν οι καλύτερες και ο πόλεμος μάς αιφνιδίασε».











