Πρόσφατα, ο Νάιτζελ Φάρατζ παραιτήθηκε, αιφνιδίως, από τη βουλευτική έδρα του, εν μέσω έρευνας για το αν παραβίασε τους κανόνες της Βουλής των Κοινοτήτων, μη δηλώνοντας ένα δώρο αξίας 5 εκ. λιρών. Έτσι, πρόλαβε την αρμόδια επιτροπή της Βουλής από το να εισηγηθεί την αναστολή καθηκόντων του, καταφεύγοντας ο ίδιος στη λαϊκή εντολή. Την ίδια στιγμή, τα βρετανικά ΜΜΕ είναι σταθερά στραμμένα εναντίον του, όπως συνέβη και με τον Ντόναλντ Τραμπ πριν τις εκλογές του 2024. Έχει αντοχές ο ηγέτης του Reform UK;
Τα μέσα ενημέρωσης συνέβαλαν στην απομάκρυνση του Μπόρις Τζόνσον πείθοντας βουλευτές των Συντηρητικών να εγκαταλείψουν τον ηγέτη που τους είχε χαρίσει μια σαρωτική νίκη. Επίσης, το ίδιο συνέβη περίπου και με τον Κιρ Στάρμερ.
Ωστόσο, για τον έγκριτο γερμανό δημοσιογράφο, Βόλφγκανγκ Μινχάου, αυτή η εκστρατεία εναντίον του Φάρατζ μάλλον θα αποτύχει.
«Σε αντίθεση με τον Τζόνσον και τον Στάρμερ πριν από αυτόν, ελέγχει το κόμμα του. Οι ψηφοφόροι του δεν ενδιαφέρονται για πολιτικά κατασκευασμένες ποινικές υποθέσεις ή για δωρεές. Τους ενδιαφέρουν τα πράγματα που επηρεάζουν τη ζωή τους» αναφέρει ο Μινχάου στο The Unherd.
Και έχουν δίκιο, σύμφωνα με τον ίδιο, ότι πολλοί πολιτικοί απλώς δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται για τα πράγματα που επηρεάζουν τη ζωή τους.
«Οι άνθρωποι του χθες απλώς προσκολλώνται στα λάθη του παρελθόντος, αρνούμενοι να διδαχθούν από αυτά» υπογραμμίζει, θυμίζοντας ότι η ήττα της Χίλαρι Κλίντον στις ΗΠΑ από τον Τραμπ θα έπρεπε να είχε λειτουργήσει ως προειδοποίηση.
«Αντί να τον κυνηγούν στα δικαστήρια, οι Δημοκρατικοί θα έπρεπε να είχαν επικεντρωθεί στη δική τους προεκλογική εκστρατεία και να είχαν εξετάσει αν ο Τζο Μπάιντεν ήταν κατάλληλος να είναι υποψήφιος όσο υπήρχε ακόμη χρόνος να βρεθεί εναλλακτικός υποψήφιος» λέει.
«Αντί γι’ αυτό, όμως, οι Δημοκρατικοί θεώρησαν ότι είχαν τη νίκη στο τσεπάκι — όπως ακριβώς είχαν πιστέψει και το 2016. Η υπερβολική αυτοπεποίθηση και η ευσεβής πόθος παίζουν σημαντικό ρόλο στην παρακμή του Κέντρου».
Ο Μινχάου βλέπει την ίδια νοοτροπία και στη βρετανική εκστρατεία υπέρ της επανένταξης στην ΕΕ. «Οι υποστηρικτές της επανένταξης προσκολλώνται στις ίδιες παλιές αποτυχημένες στρατηγικές που βύθισαν την εκστρατεία υπέρ της παραμονής, σε μια εσφαλμένη εκτίμηση της οικονομικής σημασίας της ενιαίας αγοράς».
Δεν αρκούν τέτοια τεχνάσματα
Ο γερμανός αναλυτής είναι πεπεισμένος ότι ο Φάρατζ θα επιβιώσει από τις «σφεντόνες» και τα «βέλη» του βρετανικού Τύπου, καθώς και από τη σάτιρα του Count Binface – πρόκειται για έναν σατιρικό πολιτικό χαρακτήρα που δημιουργήθηκε από τον Βρετανό κωμικό Jonathan Harvey, ο οποίος κατεβαίνει ως υποψήφιος σε εκλογές με σκοπό να σατιρίσει την πολιτική και όχι να διεκδικήσει σοβαρά την εξουσία.
«Η βρετανική πολιτική είναι γεμάτη διασκεδαστικά τεχνάσματα. Όμως η ιδέα ότι οι ψηφοφόροι των Συντηρητικών, των Εργατικών, των Πρασίνων και των Φιλελεύθερων Δημοκρατών στο Κλάκτον θα ενωθούν και θα στηρίξουν τον άνθρωπο με τον κάδο σκουπιδιών αντί για πρόσωπο, είναι παράλογη» σημειώνει ο Μινχάου και αναρωτιέται «τι λέει αυτό στους ψηφοφόρους για το πόσο σοβαρά αντιμετωπίζει την πολιτική το κατεστημένο;».
Μπορεί να εξαφανίσει τα ΜΜΕ
Ο Μινχάου κάνει λόγο για ιδιοτελή κίνητρα των ΜΜΕ, τα οποία, προσθέτει, πως οφείλουν την ύπαρξή τους σε καθεστώτα προνομιακής πρόσβασης, όπως το πολιτικό λόμπι στο Ην. Βασίλειο ή το σώμα ανταποκριτών του Λευκού Οίκου. Και στις ΗΠΑ, τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης υπήρξαν από τους μεγαλύτερους χαμένους της κυβέρνησης Τραμπ. Έχασαν την αποκλειστική πρόσβαση σε κυβερνητικούς αξιωματούχους, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ άνοιξε τις πόρτες της σε bloggers και influencers.
«Οι λαϊκιστές ηγέτες δεν σέβονται το καρτέλ του Τύπου. Είναι δημιουργήματα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αν ο Φάρατζ γινόταν πρωθυπουργός, θα μπορούσε να αποφασίσει να καταργήσει εντελώς το πολιτικό λόμπι στο Ουέστμινστερ. Θα μπορούσε να δώσει εντολή στον υπουργό Πολιτισμού να επιτρέψει σε ξένους οργανισμούς μέσων ενημέρωσης να αποκτήσουν τον έλεγχο βρετανικών εφημερίδων και ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, θα μπορούσε να τους αποτελειώσει μέσα σε μία μόνο κοινοβουλευτική θητεία».
Ακόμη κι αν οι Βρετανοί ψηφοφόροι ξεφορτώνονταν τον Φάρατζ έπειτα από μία θητεία, ο Μινχάου εκτιμά ότι οι διάδοχοί του σχεδόν σίγουρα δεν θα επανέφεραν το παλιό σύστημα.
«Ακόμη κι αν ένας υποψήφιος της Αριστεράς στις ΗΠΑ διαδεχόταν τον Τραμπ στις αρχές του 2029, δεν θα περίμενα να σπαταλήσει πολιτικό κεφάλαιο για να αναστήσει δημοσιογραφικά λόμπι που θα είχαν πλέον εκλείψει εδώ και καιρό. Ο χρόνος προχωρά και οι προτεραιότητες αλλάζουν. Δεν είναι περίεργο που η τέταρτη εξουσία πανικοβάλλεται».
Αντιπερισπασμός
Για τον έγκριτο γερμανό δημοσιογράφο, η λύση βρίσκεται στην αντιμετώπιση των βαθύτερων προβλημάτων, όπως η αποβιομηχάνιση και η χαμηλή παραγωγικότητα. «Ωστόσο, οι πολιτικές ατζέντες του Κέντρου είναι γεμάτες από δραστηριότητες αντιπερισπασμού. Έτσι, αντί να επικεντρώνεται στη διόρθωση των βαθύτερων αιτίων της προβληματικής οικονομίας του, το βρετανικό κατεστημένο υποστηρίζει έναν άνθρωπο με κάδο σκουπιδιών αντί για πρόσωπο».
Αν αυτή η στρατηγική αποτύχει, εκτιμά ο ίδιος ότι ίσως το κατεστημένο καταφύγει ακόμη και στο έσχατο και πιο απελπισμένο τέχνασμα για να κρατήσουν τον Φάρατζ μακριά από την εξουσία, δηλαδή την απλή αναλογική. «Η εμπειρία των ευρωπαϊκών χωρών έχει δείξει ότι οι κυνικές αλλαγές στα εκλογικά συστήματα γυρίζουν μπούμερανγκ εναντίον εκείνων που τις ξεκινούν. Ο απλός λόγος είναι ότι οι ψηφοφόροι, ως σύνολο, δεν είναι ανόητοι».











