Φόρτωση Text-to-Speech…
ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Η συζήτηση για κατάργηση της ομοφωνίας στη λήψη αποφάσεων ειδικά για θέματα ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής επιστρέφει στις Βρυξέλλες, με σαφή ώθηση από το Βερολίνο και τη στήριξη της Γερμανίδας προέδρου της Κομισιόν Ούρσουλας φον ντερ Λάιεν. Πριν από λίγες ημέρες, άλλωστε, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ κάλεσε ανοιχτά τα κράτη-μέλη να εγκαταλείψουν το καθεστώς της ομοφωνίας, προειδοποιώντας ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν μπορεί πλέον να λειτουργεί με ρυθμούς «θεσμικής παράλυσης» εν μέσω νέων γεωπολιτικών αναταράξεων. «Σε ζητήματα ασφαλείας, η αρχή της ομοφωνίας μπορεί να μας θέσει σε υπαρξιακό κίνδυνο», επισήμανε στη διάρκεια συνεδρίου, πριν από λίγες ημέρες στο Βερολίνο, για τον ρόλο της Γερμανίας στη διεθνή πολιτική, παραπέμποντας ευθέως στον πόλεμο στην Ουκρανία και στην ανάγκη ταχύτερης ευρωπαϊκής αντίδρασης.
Η παρέμβασή του, πάντως, δεν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Η Γερμανία υποστηρίζει εδώ και αρκετά χρόνια τη μετάβαση σε ειδική πλειοψηφία, ενώ Ευρωπαίοι διπλωμάτες που μίλησαν στην «Κ» υπενθυμίζουν ότι το ζήτημα συζητήθηκε και στην άτυπη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών (Γκίμνιχ) πέρυσι τον Αύγουστο. Από τον Μάιο του 2023 έχει συσταθεί ομάδα δώδεκα κρατών-μελών, οι λεγόμενοι «φίλοι» της ειδικής πλειοψηφίας, μεταξύ των οποίων η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, που προκρίνουν, δηλαδή, να εγκρίνονται αποφάσεις εφόσον στηρίζονται από το 55% των κρατών-μελών (τουλάχιστον 15 από τα 27), που εκπροσωπούν τουλάχιστον το 65% του συνολικού πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Τα «διδάγματα»
Η συζήτηση, ωστόσο, επιστρέφει, καθώς η Ε.Ε. αποτιμά τα «διδάγματα» της περιόδου κατά την οποία η Βουδαπέστη αξιοποίησε επανειλημμένως το δικαίωμα βέτο έναντι κρίσιμων αποφάσεων. Κυρώσεις κατά της Ρωσίας, χρηματοδότηση της Ουκρανίας και κοινές θέσεις για την Κίνα ή τη Μέση Ανατολή μετατράπηκαν συχνά σε πεδίο θεσμικής αντιπαράθεσης και πολιτικά ανορθόδοξες λύσεις για να παρακαμφθούν τα αδιέξοδα. Γι’ αυτό, αμέσως μετά την εκλογική ήττα του Βίκτορ Ορμπαν, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επανέφερε το ζήτημα. «Πιστεύω ότι η μετάβαση σε σύστημα ειδικής πλειοψηφίας αποτελεί σημαντικό τρόπο για να αποφύγουμε τα συστηματικά αδιέξοδα που έχουμε βιώσει», τόνισε.

Στις Βρυξέλλες, άνθρωποι που γνωρίζουν το σκεπτικό αυτής της παρέμβασης εξηγούν ότι το πρόβλημα δεν αφορά ένα κράτος-μέλος που υπερασπίζεται ζωτικά εθνικά συμφέροντα, αλλά κυρίως τις συνεχείς καθυστερήσεις που αποδυναμώνουν την εικόνα και την αποτελεσματικότητα της Ε.Ε. σε περιόδους διεθνών κρίσεων. Υποστηρίζουν, μάλιστα, ότι οι Συνθήκες επιτρέπουν μεγαλύτερη χρήση της ειδικής πλειοψηφίας, χωρίς άμεση αναθεώρησή τους.
Παράλληλα, η συζήτηση συνδέεται όλο και περισσότερο με τη διεύρυνση της Ε.Ε., καθώς αρκετοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι με 30 κράτη-μέλη η λήψη αποφάσεων θα είναι ακόμη πιο δύσκολη. Την ίδια ώρα, όμως, μικρότερα και μεσαία κράτη-μέλη, όπως η Ελλάδα, η Κύπρος και η Κροατία, πιστεύουν ότι η ειδική πλειοψηφία θα περιορίσει τη δυνατότητά τους να προστατεύουν κρίσιμα εθνικά συμφέροντα, ενώ επιφυλάξεις –αλλά για θέματα όπως π.χ. η φορολόγηση– έχουν εκφράσει η Ιρλανδία και το Λουξεμβούργο. Ευρωπαίοι διπλωμάτες αναγνωρίζουν, πάντως, ότι η συζήτηση επανέρχεται και ενόψει κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων το 2027 σε μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς μπορεί να αναδειχθούν νέες ευρωσκεπτικιστικές κυβερνήσεις.
Παρ’ όλα αυτά, όλοι παραδέχονται ότι η μετάβαση στην ειδική πλειοψηφία παραμένει εξαιρετικά δύσκολη πολιτικά και θεσμικά, καθώς για να περιοριστεί η ομοφωνία απαιτείται… ομοφωνία. Είτε δηλαδή μέσω αναθεώρησης των Συνθηκών είτε μέσω ενεργοποίησης των λεγόμενων «ρητρών γέφυρας», απαιτείται συναίνεση όλων των κρατών-μελών, καθιστώντας το εγχείρημα περίπλοκο και χρονοβόρο. Για την ώρα, στις Βρυξέλλες δεν θεωρούν ότι επίκειται άμεσα θεσμική ανατροπή. Η συζήτηση, όμως, έχει επιστρέψει, ειδικά εν μέσω πιέσεων η Ε.Ε. να αντιδρά ταχύτερα και πιο συντονισμένα σε έναν ολοένα και πιο ασταθή διεθνή περίγυρο.






