Φέρνοντάς την ως εικονιστικό παράδειγμα, η δυσφορία φύλου περιγράφει, στο κλινικό της πλαίσιο, την οδυνηρή αναντιστοιχία ανάμεσα στο φύλο που αποδόθηκε σε ένα πρόσωπο και στη βιωμένη ταυτότητά του. Χωρίς να εξομοιώνουμε τις διακριτές εμπειρίες, μπορούμε να δανειστούμε τη λογική της αναντιστοιχίας για να περιγράψουμε το τρέχον πολιτικό φαινόμενο: η ελληνική κοινωνία διαπνέεται από μια έντονη δυσφορία της πολιτικής της συνείδησης ενόσω δεν αναγνωρίζει ταυτοτικά τον εαυτό της στις κυβερνήσεις που η ίδια παράγει. Αντιμετωπίζει το κράτος ως ξένο σώμα και τους πολιτικούς ως ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων, αποκομμένη από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Κάθε νέα πολιτική κρίση επαναφέρει την ίδια ελληνική βεβαιότητα: για την κακοδαιμονία ευθύνονται πάντοτε οι κυβερνώντες και σχεδόν ποτέ η κοινωνία. Η βαθύτερη ελληνική κρίση, που αποδίδεται συχνά στην ανεπάρκεια της διακυβέρνησης, όμως, δεν ανήκει αποκλειστικά στο επίπεδο της κεντρικής πολιτικής εξουσίας. Είναι και κοινωνική: πρόκειται για μια ουσιαστική ακυβερνησία από τα κάτω, η οποία αναπαράγεται κι επιβάλλεται προς τα πάνω.
Δεν χρειάζεται πάντοτε ένα αυταρχικό κράτος για να καταστεί η ζωή του ανθρώπου ατελέσφορη και καταπιεστική. Αρκεί ένα κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο ο καθένας ασκεί τη μικρή εξουσία που διαθέτει χωρίς αυτοσυγκράτηση.
Σε μια δημοκρατία οι κυβερνώντες δεν έρχονται από αλλού. Προέρχονται από την ίδια την κοινωνία και φέρουν, σε σημαντικό βαθμό, τις αρετές, τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις εκείνων που τους εκλέγουν. Μια κοινωνία που δεν επιζητεί τη σύνεση στις δικές της επιλογές, δύσκολα θα την απαιτήσει από τους πολιτικούς της. Οταν αντιμετωπίζει τη νομιμότητα ως εμπόδιο, δεν θα επιλέξει κυβερνήτες προσηλωμένους στον απρόσωπο κανόνα της αμεροληψίας. Η ακυβερνησία από τα κάτω δεν εξαντλείται στο πατροπαράδοτο ρουσφέτι. Εκδηλώνεται ως έλλειψη αυτοπεριορισμού, αδυναμία αποδοχής των συνεπειών και μεταφορά του κόστους των επιλογών μας στους άλλους. Θέλουμε μεταρρυθμίσεις χωρίς προσωπικούς περιορισμούς, χωρίς εμπέδωση της νομιμότητας, χωρίς ισοδύναμες υποχρεώσεις – επιτακτικά επιδιώκοντας δικαιώματα.
Ακόμη σοβαρότερη είναι η οριζόντια διάσταση αυτής της ακυβερνησίας. Ο ένας πολίτης καταδυναστεύει καθημερινά τον άλλον: καταλαμβάνει τον δημόσιο χώρο, καπνίζει παντού παρά τις απαγορεύσεις, γεμίζει τις παραλίες με σκουπίδια, κλείνει τη δίοδο του πεζού, θορυβεί αδιαφορώντας για τη γειτονιά, οδηγεί επιθετικά ή μεταφέρει στον συνάδελφο τις δικές του ευθύνες. Η πολιτικά κατακτημένη ελευθερία παρερμηνεύεται ως δικαίωμα να μετακυλίουμε στους άλλους το βάρος της συμπεριφοράς μας. Ετσι δημιουργείται ένας καθημερινός κι αδιέξοδος μικροδεσποτισμός. Δεν χρειάζεται πάντοτε ένα αυταρχικό κράτος για να καταστεί η ζωή του ανθρώπου ατελέσφορη και καταπιεστική. Αρκεί ένα κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο ο καθένας ασκεί τη μικρή εξουσία που διαθέτει χωρίς αυτοσυγκράτηση και χωρίς κοινή αίσθηση για το δίκαιο και για την ευημερία. Ο Κικέρων, στο έργο του «De re publica», όριζε την πολιτεία ως υπόθεση του λαού. Διευκρίνιζε, ωστόσο, ότι λαός δεν είναι οποιοδήποτε συγκεντρωμένο πλήθος, αλλά μια ένωση ανθρώπων που συνδέονται με συμφωνία ως προς το δίκαιο και με κοινωνία κοινού συμφέροντος. Οταν απουσιάζει η έμπρακτη αναγνώριση του κοινού συμφέροντος υπάρχει πληθυσμός, αλλά δεν συγκροτείται ολοκληρωμένη πολιτική κοινότητα.
Οι θεσμοί δεν αντανακλούν απλώς τις κοινωνικές συνήθειες· τις
ενισχύουν ή τις αποθαρρύνουν. Η σχέση κοινωνίας και πολιτικής
εξουσίας είναι κυκλική: η μία παράγει και ταυτόχρονα αναδιαμορφώνει την άλλη.
Μια αναλογία με τη «θεωρία του σφάλματος» του Τζ. Λ. Μάκι μπορεί να φωτίσει περαιτέρω αυτή την αντίφαση. Ο Μάκι, στο βιβλίο «Ηθική: Η επινόηση του ορθού και του εσφαλμένου», υποστήριξε ότι ο καθημερινός ηθικός λόγος εμφανίζει τις αξίες ως αντικειμενικές και κατηγορικά δεσμευτικές, μολονότι, κατά τη γνώμη του, τέτοιες αξίες δεν υπάρχουν. Το ελληνικό πολιτικό σφάλμα είναι συγγενές ως προς τη δομή του: μιλούμε για τη νομιμότητα, τη δικαιοσύνη και τον σεβασμό σαν να πρόκειται για καθολικές αρχές, ενώ στην πράξη τις αντιμετωπίζουμε συχνά ως απαιτήσεις που απευθύνονται πρωτίστως στους άλλους. Δεν αμφισβητούμε τις αρχές· εξαιρούμε τον εαυτό μας από τη δεσμευτικότητά τους. Η δημόσια ηθική μετατρέπεται έτσι σε λεξιλόγιο καταγγελίας, χωρίς ανάλογη ισχύ αυτοδέσμευσης για το πρόσωπο ή την κοινωνική ομάδα που εγκαλεί τους υπολοίπους. Γι’ αυτό και αναζητούμε διαρκώς μεσσιανικούς ηγέτες: περιμένουμε ένα ισχυρό πρόσωπο που θα επιβάλει τάξη και θα εξυγιάνει το κράτος χωρίς να μεταβάλει τα οικεία ήθη μας.
Οι θεσμοί, ασφαλώς, δεν αντανακλούν απλώς τις κοινωνικές συνήθειες· τις ενισχύουν ή τις αποθαρρύνουν. Η σχέση κοινωνίας και πολιτικής εξουσίας είναι κυκλική: η μία παράγει και ταυτόχρονα αναδιαμορφώνει την άλλη. Οι κυβερνήσεις διαθέτουν θεσμική ισχύ, πόρους και αυξημένη ευθύνη και, ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσαν και δεν θα έπρεπε να αθωωθούν. Η δημοκρατία, εντούτοις, δεν είναι υπηρεσία που παρέχεται από πάνω σε παθητικούς καταναλωτές – είναι ένα καθεστώς αμοιβαίας οριοθέτησης. Η Ελλάδα, και στην παρούσα συγκυρία, δεν έχει ανάγκη μόνο την αγαθή τύχη να διαθέτει καλύτερους κυβερνήτες ώστε να μη δυσφορεί πολιτικά. Χρειάζεται, πρωτίστως, μια κοινωνία που να επιζητεί τη σύνεση, να ωθεί προς μια ηθικότερη άσκηση της πολιτικής, να έχει εσωτερικεύσει τη νομιμότητα και να αποδέχεται τις συνέπειες των ιστορικών επιλογών της.
* Ο κ. Παναγιώτης I. Ηλιόπουλος είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας, μέλος ΕΔΙΠ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και Fulbright Fellow στο State University of New York. Το έργο του επικεντρώνεται στην ηθική, πολιτική και εφαρμοσμένη φιλοσοφία.


