Καθώς οι ξηρασίες εντείνονται σε ολόκληρη την Ευρώπη προκαλώντας ελλείψεις νερού, οι παλαιωμένοι αγωγοί επιταχύνουν την εξάντληση των αποθεμάτων νερού της ΕΕ.
Η Ευρώπη χάνει το 23% του νερού της σε μορφή «μη ανταποδοτικού νερού» (NRW) λόγω διαρροών – πρόκειται για νερό που αντλείται και υφίσταται επεξεργασία, αλλά δεν φτάνει ποτέ στα νοικοκυριά. Τα ποσοστά NRW κυμαίνονται από 6% στην Ολλανδία έως 45% στη Βουλγαρία, οδηγώντας σε δαπανηρές επισκευές που πραγματοποιούνται εκ των υστέρων.
Μόνο το 2024, το 67% των ακινήτων που παρακολουθούνταν στην ΕΕ παρουσίασε διαρροές, με αποτέλεσμα την απώλεια 772 εκατομμυρίων λίτρων νερού (ποσότητα ίση με 300 πισίνες Ολυμπιακών διαστάσεων) και κόστος άνω των 3 εκατομμυρίων ευρώ. Από τα 19,3 δισεκατομμύρια λίτρα που παρακολουθήθηκαν το 2025, 1,47 δισεκατομμύρια (ποσότητα ίση με 9,8 εκατομμύρια μπανιέρες) χάθηκαν λόγω διαρροών.
Η ψηφιοποίηση μπορεί να συμβάλει στην επίλυση αυτού του προβλήματος. Η τεχνητή νοημοσύνη μετατοπίζει τη λειτουργία των εταιρειών ύδρευσης από την «περιοδική επιθεώρηση και την εκ των υστέρων παρέμβαση, προς τη συνεχή παρακολούθηση, την προληπτική συντήρηση και την προδραστική διαχείριση», εξηγεί ο Ντερκ Κρολ, εκτελεστικός διευθυντής της Water Europe.
Χαμηλή προτεραιότητα
Το μεγαλύτερο μέρος των δικτύων ύδρευσης (μήκους 4,4 εκατομμυρίων χιλιομέτρων) και αποχέτευσης (μήκους 2,6 εκατομμυρίων χιλιομέτρων) της ΕΕ, τα οποία κατασκευάστηκαν τη μεταπολεμική περίοδο, παραμένει παρωχημένο. Οι μεταβολές της θερμοκρασίας, οι εδαφικές μετακινήσεις και η χημική σύσταση του νερού έχουν αποδυναμώσει τους αγωγούς, προκαλώντας πλέον αστοχίες.
«Μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών υποδομών ύδρευσης βρίσκεται υπόγεια, επομένως παραμένει αόρατο τόσο για την πολιτική ηγεσία όσο και για το κοινό, μέχρι να προκύψει κάποια βλάβη», δήλωσε ο Κρολ, προσθέτοντας πως «οι αγωγοί αποτελούν επίσης υποδομές μεγάλης διάρκειας ζωής, οι οποίες συχνά αναμένεται να παραμείνουν σε λειτουργία για πολλές δεκαετίες, ενώ τα τιμολόγια και οι δημόσιοι προϋπολογισμοί δεν κάλυπταν πάντα το πλήρες κόστος λειτουργίας, συντήρησης και ανανέωσής τους».
Τα αίτια της αναβολής της συντήρησης είναι βαθύτερα, σύμφωνα με την Hildegard Bentele, ευρωβουλευτή και πρόεδρο της Ομάδας Ευρωβουλευτών για το Νερό στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η Ευρώπη δεν εκτίμησε ποτέ το νερό, αντιμετωπίζοντάς το ως έναν φθηνό και άμεσα διαθέσιμο πόρο. «Το νερό δεν θεωρούνταν προηγουμένως στρατηγική προτεραιότητα – ένα ζήτημα που αντιμετωπίζεται πλέον μέσω της Στρατηγικής για την Ανθεκτικότητα των Υδάτων», όπως είπε.
Αυτή η παραμέληση επιτείνει πλέον το πρόβλημα της λειψυδρίας, καθώς οι καύσωνες εξαπλώνονται σε όλη την Ευρώπη. «Οι ξηρασίες προκαλούνται κυρίως από την παρατεταμένη έλλειψη βροχοπτώσεων και τις υψηλότερες θερμοκρασίες. Ωστόσο, οι διαρροές μειώνουν την ποσότητα του διαθέσιμου αξιοποιήσιμου νερού, καθιστώντας τις επιπτώσεις της ξηρασίας σοβαρότερες και επιταχύνοντας τη μετατροπή της σε λειψυδρία», προειδοποίησε ο Κρολ.
Ακόμη δεν επιτυγχάνονται οι στόχοι στην ΕΕ
Η έκθεση της EurEau για το 2026 δείχνει μια ελαφρά μείωση της απώλειας νερού στην Ευρώπη, η οποία διαμορφώνεται στο 23,5% περίπου, έναντι 24% στην έκθεση του 2021. Οι πάροχοι υπηρεσιών ύδρευσης επενδύουν ετησίως περίπου 36,6 δισ. ευρώ σε υποδομές, ποσό που αντιστοιχεί σε αύξηση 17,5% σε σχέση με το 2021. Το ποσό αυτό μεταφράζεται σε μόλις 82,38 ευρώ ανά άτομο ετησίως.
Τα κράτη-μέλη της ΕΕ εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις στη συντήρηση, αντικρουόμενες προτεραιότητες, ανεπαρκή ανάκτηση κόστους και περιορισμένες δυνατότητες υλοποίησης έργων, σημείωσε ο Κρολ. Κατά την άποψη της Bentele, τα χαμηλά τιμολόγια νερού (που φτάνουν μόλις τα 1,5 ευρώ ανά κυβικό μέτρο στη Ρουμανία) επιτείνουν το πρόβλημα.
Στην Ευρώπη, η τιμολόγηση του νερού παραμένει πολιτικά ευαίσθητο ζήτημα, καθώς το νερό αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα και βασική υπηρεσία· ωστόσο, σύμφωνα με τον Κρολ, «η διατήρηση των τιμολογίων σε τεχνητά χαμηλά επίπεδα μπορεί να αναβάλει τις αναγκαίες επενδύσεις και να μετακυλίσει υψηλότερο κόστος και κινδύνους στους μελλοντικούς χρήστες».
Ο κατακερματισμός καθιστά τη συντήρηση ακόμη πιο δύσκολη υπόθεση. Σύμφωνα με την EurEau, η Γερμανία και η Γαλλία διαθέτουν έκαστη περισσότερους από 5.000 παρόχους υπηρεσιών ύδρευσης. Για τον Κρολ, πολλοί από αυτούς είναι πολύ μικροί για να επωμιστούν μόνοι τους το βάρος των επενδύσεων, καθώς στερούνται τεχνογνωσίας, ψηφιακών υποδομών, οικονομιών κλίμακας και πρόσβασης σε χρηματοδότηση. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι η περιφερειακή συνεργασία, οι κοινές υπηρεσίες, τα ενιαία συστήματα δεδομένων και η ομαδοποίηση έργων μπορούν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιος πρέπει να επωμιστεί το κόστος τώρα, δήλωσε η Bentele στο Euronews. Κατά τον Κρολ, η λύση δεν έγκειται απλώς στην αύξηση των λογαριασμών, αλλά στην αναγνώριση της πραγματικής αξίας του νερού για την οικονομία, την υγεία και την ενεργειακή ασφάλεια. Αυτό προϋποθέτει τον συνδυασμό τιμολογίων, φόρων και δημόσιας χρηματοδότησης κατά τη λήψη αποφάσεων που αφορούν στις υποδομές, τη βιομηχανία και τις επενδύσεις, ώστε να διασφαλιστούν αξιόπιστες υπηρεσίες και να προστατευθούν τα ευάλωτα νοικοκυριά, υπογράμμισε.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη καθιστά τις «αόρατες απώλειες» ορατές
Η δημιουργία νέας χωρητικότητας στον τομέα του νερού και η ανανέωση των υποδομών στην ΕΕ είναι σημαντική, αλλά η ψηφιοποίηση των αγωγών είναι το κλειδί για τη μείωση του NRW. Το βασικό όφελος, εξήγησε ο Κρολ, είναι ότι «η ψηφιοποίηση μπορεί να κάνει ορατές τις αόρατες απώλειες», καθώς οι διαρροές τείνουν να είναι ανεπαίσθητες και συνεχείς, καθιστώντας τις δαπανηρές ακριβώς επειδή περνούν απαρατήρητες με την πάροδο του χρόνου.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη βοηθά επίσης τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας να μειώσουν την κλιματική πίεση των υδάτων. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να βελτιώσει την ετοιμότητα για την ξηρασία συνδυάζοντας δορυφορικές παρατηρήσεις με δεδομένα από μετεωρολογικούς σταθμούς, επίγειους αισθητήρες, παρακολούθηση υπόγειων υδάτων και ταμιευτήρες. Μπορεί να παρέχει πιθανοτικές προειδοποιήσεις εβδομάδες ή, υπό κατάλληλες συνθήκες, μήνες πριν.
Σύμφωνα με τον Κρολ, τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης αξιοποιούν πλήρως τις δυνατότητές τους όταν τα δεδομένα για το νερό διαμοιράζονται ανοιχτά. Η Water Europe προωθεί τη δημιουργία μιας ενιαίας ψηφιακής αγοράς σε επίπεδο ΕΕ για τα δεδομένα και τις λειτουργίες που αφορούν στο νερό, η οποία θα λειτουργεί ως «αξιόπιστη, ενιαία πηγή έγκυρων πληροφοριών σε επίπεδο λεκάνης απορροής, ώστε οι εθνικές αρχές, οι φορείς παροχής υπηρεσιών και οι χρήστες να εργάζονται με βάση συνεπή και επαληθευμένα δεδομένα. Αυτό δεν απαιτεί τη συγκέντρωση όλων των στοιχείων σε μία βάση δεδομένων. Μπορεί να επιτευχθεί μέσω ενός ομοσπονδιακού συστήματος που συνδέει αξιόπιστα δεδομένα τα οποία τηρούνται από διαφορετικούς οργανισμούς.
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός έχει τίμημα
Ωστόσο, παρότι η ψηφιοποίηση προσφέρει αναμφίβολα σημαντικές ευκαιρίες, «ενέχει και ορισμένους κινδύνους», σημείωσε η Bentele. Επισήμανε ότι οι επιχειρήσεις ύδρευσης αποτελούν μέρος των κρίσιμων υποδομών των κρατών-μελών της ΕΕ και χρειάζονται ισχυρές δικλείδες ασφαλείας για την αντιμετώπιση κυβερνοεπιθέσεων και πιθανών αλγοριθμικών προκαταλήψεων στα ψηφιακά συστήματα διαχείρισης υδάτων.
Η ψηφιοποίηση δεν έχει σταθερό κόστος, ούτε συγκεκριμένο ποσοστό μείωσης των διαρροών. «Και τα δύο εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά και την αρχική κατάσταση κάθε δικτύου», ανέφερε ο Κρολ. Ωστόσο, η σοβαρή αντιμετώπιση του ζητήματος είναι σημαντική, καθώς τα διακυβεύματα για την κοινωνία είναι μεγάλα.
Εξήγησε ότι οι ευρωπαϊκοί κλάδοι που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το νερό – όπως η γεωργία, η ενέργεια και η βιομηχανία ημιαγωγών – έχουν αξία 192 δισ. ευρώ και θα μπορούσαν να φτάσουν το 1 τρισ. ευρώ έως το 2030, με τη ζήτηση νερού να αυξάνεται κατά 2,6 φορές. Χωρίς αξιόπιστη παροχή νερού και επαρκή παρακολούθηση, οι κλάδοι αυτοί ενδέχεται να αντιμετωπίσουν περιορισμούς στην παραγωγή, καθώς η απόδοση εξαρτάται από τη σταθερή διαθεσιμότητα νερού. Παράλληλα, αποθαρρύνονται οι επενδύσεις και διαταράσσονται οι εφοδιαστικές αλυσίδες.
Χωρίς ψηφιακή παρακολούθηση, οι διαρροές και οι πτώσεις πίεσης μπορεί να περάσουν απαρατήρητες μέχρι να σπάσουν οι σωληνώσεις, προκαλώντας διακοπές υδροδότησης ή αστοχίες του συστήματος και αυξάνοντας το κόστος επισκευής για τα νοικοκυριά. Το νερό της βρύσης είναι γενικά ασφαλές χάρη στην παρακολούθηση και τον έλεγχο της πίεσης, αλλά τα δίκτυα μπορεί να επιτρέψουν την είσοδο βακτηρίων, θέτοντας σε κίνδυνο την ποιότητα του νερού και τη δημόσια υγεία, εάν δεν υπάρχει συνεχής απομακρυσμένη παρακολούθηση.
Η αποφυγή της ψηφιακής εποπτείας βλάπτει επίσης το περιβάλλον. Το νερό απαιτεί άντληση, επεξεργασία και μεταφορά με χρήση ενέργειας και χημικών ουσιών. «Όταν σημειώνονται διαρροές, σπαταλώνται επίσης αυτοί οι πόροι και οι σχετικές εκπομπές ρύπων», σημείωσε ο Κρολ. Σύμφωνα με τη Eurostat, μια απώλεια νερού της τάξης του 1% αυξάνει την κατανάλωση ενέργειας κατά 3% και οδηγεί στην έκλυση περίπου 119 εκατομμυρίων τόνων διοξειδίου του άνθρακα.













