Η εξέλιξη του χρέους από το 1980 και η σύγκριση με Γαλλία και Ιταλία

Κοινοποίηση

Σε περίπου 12,84 δισ. ευρώ αναμένεται να ανέλθει το συνολικό ποσό των πρόωρων αποπληρωμών δημοσίου χρέους για το έτος 2026.

Οπως διευκρινίζει το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το ποσό αυτό αφορά την αποπληρωμή των διμερών δανείων του GLF, που έλαβε χώρα τον Ιούνιο 2026, ύψους περίπου 6,94 δισ. ευρώ, τη μείωση του ύψους των εντόκων γραμματίων του ελληνικού Δημοσίου κατά 1,2 δισ. ευρώ, την επικείμενη πρόωρη εξόφληση δανείων του EFSF ύψους 2,5 δισ. ευρώ, καθώς και την επικείμενη πρόωρη εξόφληση ομολογιακού δανείου του ελληνικού Δημοσίου ύψους περίπου 2,2 δισ. ευρώ, λήξης Δεκεμβρίου 2027.

Η εξέλιξη του χρέους από το 1980 και η σύγκριση με Γαλλία και Ιταλία-1

Το υπουργείο σημειώνει ότι «η αποπληρωμή του χρέους αποτελεί χρηματοοικονομική, δηλαδή ταμειακή, συναλλαγή και όχι δημοσιονομική, καθώς απομειώνει μελλοντικές υποχρεώσεις της χώρας. Σύμφωνα με τους κανόνες της Eurostat, η χρηματοοικονομική συναλλαγή είναι συναλλαγή που δεν προσμετράται ούτε στο πρωτογενές πλεόνασμα ούτε στο συνολικό έλλειμμα, ούτε στους στόχους δαπανών. Αντίθετα, οι δημόσιες δαπάνες αποτελούν δημοσιονομικές συναλλαγές οι οποίες και μειώνουν το πλεόνασμα ή αυξάνουν το συνολικό έλλειμμα, προσμετρώνται στον στόχο δαπανών και αυξάνουν επίσης το δημόσιο χρέος της χώρας. Συνεπώς η κριτική μέρους της αντιπολίτευσης ότι αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν εναλλακτικά να δαπανηθούν είναι εντελώς ανεδαφική».

Η μέση σταθμική διάρκεια του προαναφερόμενου προεξοφλούμενου δημόσιου χρέους ανέρχεται σε 7,1 έτη, ενώ το μέσο σταθμικό κόστος εξυπηρέτησής του ανέρχεται σε περίπου 2,9%.

Με δεδομένα τα παραπάνω στοιχεία, «το ετήσιο όφελος που προκύπτει για το ελληνικό Δημόσιο λόγω της μείωσης των δαπανών τόκων ανέρχεται σε περίπου 370 εκατ. ευρώ, ενώ ταυτόχρονα αξιοποιούνται τα πλεονάζοντα ταμειακά διαθέσιμα των οποίων οι αποδόσεις υπολείπονται κατά πολύ του μέσου κόστους εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους. Με τις ίδιες παραδοχές, το συνολικό όφελος κατά τη διάρκεια των επτά ετών ανέρχεται σε τουλάχιστον 2,6 δισ. ευρώ. Η μείωση του χρέους εκτός από λιγότερα βάρη για τις επόμενες γενιές σημαίνει και υψηλότερα δημοσιονομικά περιθώρια σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων πολιτών». 

Επιπλέον, με τις εν λόγω κινήσεις διαχείρισης χαρτοφυλακίου «μειώνεται σημαντικά ο κίνδυνος αναχρηματοδότησης, διατηρείται η υψηλή μέση σταθμική διάρκεια του δημοσίου χρέους, αξιοποιούνται τα ταμειακά διαθέσιμα του ελληνικού Δημοσίου, ενώ μειώνεται το δημόσιο χρέος τόσο ως απόλυτο μέγεθος όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ».

«Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η φιλοδοξία της χώρας, από το τέλος του 2026, να μην είναι πια η πλέον υπερχρεωμένη χώρα της Ευρώπης, προς τα τέλη της τρέχουσας δεκαετίας να είναι η τέταρτη χώρα με το μεγαλύτερο χρέος και όχι η πρώτη και, τέλος, προς τα μέσα της δεκαετίας του 2030 το ύψος του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ να σπάσει το φράγμα του 100%, που θεωρείται και το πρώτο σημείο ισορροπίας για τη βιωσιμότητά του», σημειώνει το υπουργείο. 

«Σύμφωνα με όλους τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, η εν λόγω πολιτική διαχείρισης χρέους έχει φέρει απτά αποτελέσματα ως προς τη βελτίωση του αξιόχρεου της ελληνικής οικονομίας, ενώ η συνέχισή της αποτελεί βασικό κριτήριο για περαιτέρω αναβαθμίσεις. Για όλους τους παραπάνω λόγους, το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου είναι πλέον σταθερά και επί μακρόν χαμηλότερο από εκείνο άλλων χωρών της Ευρωζώνης, όπως, για παράδειγμα, της Ιταλίας κατά 13 μονάδες βάσης ή 0,13% ετησίως και της Γαλλίας κατά 17 μονάδες βάσης ή 0,17% ετησίως. Αυτό βοηθά τόσο το ελληνικό Δημόσιο όσο και τις ελληνικές επιχειρήσεις να δανείζονται με χαμηλότερο κόστος έναντι των ανταγωνιστών τους, με προφανή θετικά αποτελέσματα για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας», τονίζεται. 

Η απάντηση στην αντιπολίτευση

Απαντώντας στην κριτική της αντιπολίτευσης για την πολιτική μείωσης του δημόσιου χρέους, θα μπορούσε, όπως λέει το υπουργείο, να θεωρηθεί παράδοξη, αν δεν ήταν τόσο αποκαλυπτική.

«Προέρχεται από πολιτικές δυνάμεις που κυβέρνησαν τη χώρα, συνέβαλαν στην εκτόξευση του χρέους, έπαιξαν ρόλο στο να οδηγηθεί η Ελλάδα στα μνημόνια και υποθήκευσαν για δεκαετίες το εισόδημα και τις επιλογές των επόμενων γενεών. Εκείνοι που άφησαν στους πολίτες έναν τεράστιο λογαριασμό εμφανίζονται σήμερα να εγκαλούν την κυβέρνηση επειδή τον μειώνει. Δεν έμαθαν τίποτα, δεν ξέχασαν τίποτα.

Οι Ελληνες πλήρωσαν πολύ ακριβά την εποχή που το πολιτικό σύστημα μετέφερε διαρκώς το κόστος των επιλογών του στο μέλλον. Η κυβέρνηση ακολουθεί την αντίθετη πορεία. Μειώνει ταχύτερα το δημόσιο χρέος, περιορίζει τις δαπάνες για τόκους, ενισχύει την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις και δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο προς όφελος της κοινωνίας. Δεν φορτώνει το μέλλον με νέα βάρη. Μειώνει εκείνα που κληρονόμησε από το παρελθόν. Και δεν θα κουραστούμε να το επαναλαμβάνουμε: δεν θα περάσουμε τον λογαριασμό στα παιδιά μας και στις επόμενες γενιές».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ

Το δημόσιο χρέος σε Ελλάδα, Ιταλία και Γαλλία

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα