Φόρτωση Text-to-Speech…
Ως μία ακόμη απόδειξη ότι οι βασικές αρχές της αρχιτεκτονικής ασφαλείας στη Μέση Ανατολή βρίσκονται σε τροχιά αναθεώρησης γίνεται αντιληπτή από την Αθήνα η πρόσφατη Συμφωνία της Μέκκας ανάμεσα σε Σαουδική Αραβία, Πακιστάν και Τουρκία, που υπεγράφη στις 7 Αυγούστου 2026 στο παλάτι Αλ Σάφα. Για την Ελλάδα προφανώς η κύρια ανησυχία αφορά την ισχυροποίηση της θέσης της Aγκυρας, η οποία εμφανίζεται ως εταίρος και του Ριάντ, έπειτα από μία δεκαετία αρχικά εχθρικών και στη συνέχεια μάλλον μέτριων σχέσεων, αλλά και την ενδεχόμενη μετέπειτα ένταξη της Αιγύπτου στη συμφωνία.

Η «αλυσίδα»
Η Κοινή Συμφωνία Aμυνας της Μέκκας (Mecca Joint Defence Agreement) δεν ήλθε ως κεραυνός εν αιθρία για την ελληνική διπλωματία. Μάλιστα, θεωρείται μία ακόμη εξέλιξη σε μια σειρά άλλων, το τρέχον καλοκαίρι. Στις 22 Ιουλίου υπεγράφη η συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας των ΗΠΑ με τη Σαουδική Αραβία, με σημείο διαφωνίας για το Ριάντ τον όρο προσχώρησης στις Συμφωνίες του Αβραάμ. Την ίδια ημέρα η Τουρκία έλαβε καθεστώς εταίρου διαλόγου στην ASEAN (Eνωση των Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας), μία ακόμη περιφερειακή ομάδα συνεργασίας, στην άλλη άκρη της Ευρασίας.
Λίγο αργότερα (26 Ιουλίου), αν και πέρασε απαρατήρητη στο ευρύ κοινό, κυρώθηκε η συμφωνία αμυντικής συνεργασίας Πακιστάν και Κουβέιτ. Ενώ λίγο πριν από τη συμφωνία της Μέκκας ήλθε στην επιφάνεια η αναβίωση της σιδηροδρομικής σύνδεσης του Χετζάζ (Σαουδικής Αραβίας, Ιορδανίας, Συρίας και Τουρκίας).

Oλα αυτά υποδηλώνουν ότι δίχως τη γνώση της Ουάσιγκτον, κάποιες από τις παραπάνω εξελίξεις δύσκολα θα προχωρούσαν πέρα από τα όρια του σχεδιασμού. Βεβαίως, έμπειροι παρατηρητές σημειώνουν ότι η τρέχουσα αμερικανική πολιτική έναντι της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής καθορίζεται κατά κύριο λόγο από το πώς αντιλαμβάνονται την κατάσταση ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Aγκυρα Τομ Μπάρακ και ο προσωπικός απεσταλμένος (και συμπέθερος) του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στην περιοχή, Μασάντ Μπούλος. Οι απόψεις τους, όπως είναι γνωστό, δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με σταθερές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Αλλά η πολιτική τρικυμία στην Ουάσιγκτον, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, θα εξακολουθήσει να προκαλεί αναρριπίσεις και στη Μέση Ανατολή.
Οφέλη για την Αγκυρα – Η Τουρκία μπορεί να προμηθεύσει τη Σαουδική Αραβία με δικά της συστήματα και, κυρίως, να κάνει κάτι που οι Αμερικανοί ουδέποτε δέχθηκαν: να προχωρήσει στη συμπαραγωγή εξοπλισμών με το Ριάντ.
Ως προς τα άμεσα οφέλη που μπορεί να έχει η Τουρκία, αυτά σίγουρα σχετίζονται με τους αμυντικούς εξοπλισμούς. Η Τουρκία μπορεί να προμηθεύσει τη Σαουδική Αραβία με δικά της συστήματα και, κυρίως, να κάνει κάτι που οι Αμερικανοί ουδέποτε δέχθηκαν: να προχωρήσει στη συμπαραγωγή εξοπλισμών με το Ριάντ. Βεβαίως, στο σκέλος των εξοπλισμών υπάρχει μια ιδιομορφία που έρχεται σε σύγκρουση με την παραδοσιακή στάση των ΗΠΑ σε αυτό το ζήτημα: το Πακιστάν διαθέτει οπλικά συστήματα που είτε βασίζονται σε κινεζική τεχνολογία είτε προκύπτουν από συνεργασία με το Πεκίνο (π.χ. το αεροσκάφος JF-17). Και, δυνητικά, με τη χρηματοδότηση της Σαουδικής Αραβίας, δημιουργείται εύφορο έδαφος για πιθανή αξιοποίηση της κινεζικής τεχνολογίας και από την Τουρκία.

Μια παρενέργεια, η οποία πλήττει ευθέως τα συμφέροντα της Ελλάδας, της Ινδίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ) και, βεβαίως, του Ισραήλ, είναι η ουσιαστική ακύρωση των σχεδίων για τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης (IMEC). Οπως αναφέρουν πηγές με γνώση των εξελίξεων, ολόκληρο το προηγούμενο έτος οι εκπρόσωποι της Σαουδικής Αραβίας απουσίαζαν συστηματικά από το Συμβούλιο του IMEC. Για την Ελλάδα, προφανώς, το ζήτημα της συμμετοχής μέσω των Patriot της Πολεμικής Αεροπορίας (Π.Α.) στην άμυνα του βασιλείου είναι σημαντικό, ωστόσο δεν θα πρέπει να αναμένεται κάποια ακραία αντίδραση, όπως, για παράδειγμα, η απόσυρση της πυροβολαρχίας από το Γιανμπού. Μπορεί, όμως, να δίνει στην Ελλάδα τη δυνατότητα να ασκήσει πίεση για ζητήματα όπως η αναβάθμιση των Patriot που παρέχουν ασφάλεια σε σαουδαραβικές εγκαταστάσεις, το κόστος της οποίας μπορεί να αγγίξει τα 350 εκατ. ευρώ.
Η Σαουδική Αραβία μπορεί να επηρεάσει την υπόθεση του IMEC, ο οποίος, ούτως ή άλλως, θυμίζει σε πολλά σχέδιο επί χάρτου, που μπορεί να έχει τύχη ανάλογη με εκείνη του αγωγού EastMed, αλλά δεν επιδρά άμεσα στην ασφάλεια της Ελλάδας. Αντιθέτως, τέτοια επίδραση μπορεί να έχει πιθανή προσχώρηση της Αιγύπτου στη συμφωνία της Μέκκας, κάτι που έως τώρα έχει αρνηθεί το Κάιρο επανειλημμένως. Τις προηγούμενες ημέρες ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συνομίλησε με τον πρόεδρο της Αιγύπτου Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης επικοινώνησε με τον ομόλογό του Μπαντρ Αμπντελάτι.

Η πλέον ισχυρή παράμετρος που κρατάει την Αίγυπτο μακριά από ένα τέτοιο σχήμα είναι ότι θα σηματοδοτούσε μια κάθετη επιδείνωση των σχέσεων, όχι μόνο με την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά και με το Ισραήλ. Την Τετάρτη και την Πέμπτη που πέρασαν (12 και 13 Αυγούστου) επρόκειτο να συναντηθούν στο Ελ Αλαμέιν αντιπροσωπείες της Τουρκίας και της Αιγύπτου, στο πλαίσιο της δεύτερης συνεδρίασης της Ομάδας Κοινού Σχεδιασμού (Joint Planning Group), υπό τη συμπροεδρία των υπουργών Εξωτερικών Χακάν Φιντάν και Μπαντρ Αμπντελάτι. Εκεί ήταν δεδομένο ότι οι Τούρκοι θα επαναλάμβαναν τις πιέσεις τους, ωστόσο το παιχνίδι έχει ακόμη αρκετά επεισόδια.
Η στάση των ΗΠΑ
Κατά την ανάγνωση της Αθήνας, η βασικότερη παράμετρος επιτυχίας της συμφωνίας της Μέκκας αφορά τον βαθμό αυτονομίας που θα επιτρέψουν οι ΗΠΑ. Η στάση τους θα δείξει αν θα υπάρξουν νέες προσχωρήσεις (που είναι διακηρυγμένος στόχος) και, βεβαίως, αν θα καταστεί δυνατή η εξισορρόπηση ανάμεσα στις επιδιώξεις των τριών κρατών και σε εκείνες του Ισραήλ.













