Το αποκαλούμενο «οικονομικό D-Day» ανεβάζει ακόμη περισσότερο το διακύβευμα. Οι αμερικανικές κινήσεις δεν επηρεάζουν μόνο την Τεχεράνη, αλλά αγγίζουν την Κίνα, τις διεθνείς ενεργειακές ροές και τα Στενά του Ορμούζ, διευρύνοντας τις πιθανές συνέπειες της αντιπαράθεσης πολύ πέρα από τη Μέση Ανατολή.
Σε αυτό το περιβάλλον, το βασικό δίλημμα για την Ουάσιγκτον είναι σαφές: μπορεί η πολιτική της «μέγιστης πίεσης» να οδηγήσει σε μια νέα συμφωνία ή κινδυνεύει να εγκλωβίσει τις δύο πλευρές σε μια σύγκρουση χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου;
Σε συνέντευξή του στο CNN Greece, ο διεθνολόγος Δρ. Κωνσταντίνος Μπαλωμένος αναλύει τι επιδιώκει πραγματικά ο Ντόναλντ Τραμπ, τον καθοριστικό ρόλο της Κίνας και τα όρια μιας στρατηγικής που καλείται πλέον να μετατρέψει την πίεση σε πολιτικό αποτέλεσμα.

O Δρ. Κωνσταντίνος Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος και πρώην Γενικός Διευθυντής Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΔΣ) Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ)
Το «οικονομικό D-Day» και η κλιμάκωση της πίεσης
Για τον κ. Μπαλωμένο, το λεγόμενο «οικονομικό D-Day» δεν συνιστά εγκατάλειψη της πολιτικής της «μέγιστης πίεσης». Αντιθέτως, αποτελεί τη σαφέστερη μέχρι σήμερα κλιμάκωσή της.
«Το “οικονομικό D-Day” απέναντι στο Ιράν δεν συνιστά εγκατάλειψη της πολιτικής της μέγιστης στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης από μέρους των ΗΠΑ, αλλά ποιοτική αναβάθμιση και κλιμάκωσή της».
Η βασική διαφοροποίηση βρίσκεται στο εύρος της στόχευσης. Η Ουάσιγκτον δεν επιχειρεί πλέον μόνο να πλήξει την ίδια την ιρανική οικονομία, αλλά και να περιορίσει τα δίκτυα που επιτρέπουν στην Τεχεράνη να παρακάμπτει τις κυρώσεις και να διατηρεί πρόσβαση σε χρηματοδότηση, εμπόριο και έσοδα.
«Η Ουάσιγκτον περνά από την επιβολή στοχευμένων κυρώσεων σε μια πολύ ευρύτερη στρατηγική οικονομικού εξαναγκασμού, η οποία δεν αφορά πλέον μόνο το ίδιο το Ιράν, αλλά και το οικονομικό οικοσύστημα που επιτρέπει στην Τεχεράνη να παρακάμπτει τις κυρώσεις».
Σε αυτό το πεδίο, η δύναμη του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και η κυριαρχία του δολαρίου λειτουργούν ως βασικά εργαλεία πίεσης. Τρίτες χώρες, επιχειρήσεις, τράπεζες και ναυτιλιακά δίκτυα που εξακολουθούν να συναλλάσσονται με το Ιράν βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της στρατηγικής της Ουάσιγκτον.
Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι μόνο να προκληθεί οικονομική ζημιά. Είναι να αυξηθεί το κόστος της αντιπαράθεσης σε τέτοιο βαθμό ώστε η Τεχεράνη να θεωρήσει τη διαπραγμάτευση προτιμότερη από τη συνέχισή της.

O υπουργός Οικονομικών Scott Bessent
(AP Photo/George Walker IV)
Τα όρια της οικονομικής ασφυξίας
Σε αυτό το σημείο αρχίζουν να διαγράφονται και τα όρια της στρατηγικής Τραμπ.
Η οικονομική πίεση μπορεί να είναι εξαιρετικά ισχυρή, δεν συνεπάγεται όμως αυτόματα και πολιτική υποχώρηση.
«Οι ΗΠΑ έχουν τη δυνατότητα να επιφέρουν πολύ σοβαρό οικονομικό κόστος στο Ιράν, αλλά δεν μπορούν να εγγυηθούν ότι αυτό το κόστος θα οδηγήσει σε πολιτική υποχώρηση».
Το Ιράν έχει αναπτύξει επί δεκαετίες μηχανισμούς προσαρμογής στις κυρώσεις και διαθέτει εναλλακτικά δίκτυα εμπορίου και χρηματοδότησης. Παράλληλα, έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει μέρος του κόστους μιας παρατεταμένης κρίσης πέρα από τα σύνορά του.
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μια σοβαρή διαταραχή στις ενεργειακές ροές θα μπορούσε να αυξήσει τις τιμές του πετρελαίου και να δημιουργήσει νέες πληθωριστικές πιέσεις, επιβαρύνοντας όχι μόνο την περιοχή αλλά και τις δυτικές οικονομίες.
Γι’ αυτό και, σύμφωνα με τον κ. Μπαλωμένο, το πραγματικό τεστ για την Ουάσιγκτον δεν είναι το μέγεθος της πίεσης αλλά το αποτέλεσμα που θα παραγάγει.
«Η πραγματική επιτυχία του “οικονομικού D-Day” θα κριθεί από το εάν η οικονομική και στρατιωτική πίεση των ΗΠΑ μπορέσει να μετατραπεί σε συγκεκριμένο διαπραγματευτικό αποτέλεσμα».
Εάν αυτό δεν συμβεί, η στρατηγική της «μέγιστης πίεσης» κινδυνεύει να μετατραπεί από εργαλείο εξαναγκασμού σε έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς.

Φωτογραφία Αρχείου – Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ
(AP Photo/Mark Schiefelbein)
Ο παράγοντας Κίνα
Η εξίσωση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν στο επίκεντρο μπαίνει η Κίνα.
Το Πεκίνο αποτελεί βασικό οικονομικό εταίρο της Τεχεράνης. Αυτό σημαίνει ότι όσο περισσότερο οι ΗΠΑ επιχειρούν να περιορίσουν τα έσοδα του Ιράν, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να αποφύγουν τα κινεζικά συμφέροντα.
Για την Ουάσιγκτον, το δίλημμα είναι σαφές: εάν δεν ασκήσει επαρκή πίεση στα κινεζικά δίκτυα, αφήνει στο Ιράν σημαντικά περιθώρια παράκαμψης των κυρώσεων. Εάν, όμως, επεκτείνει τις δευτερογενείς κυρώσεις σε μεγάλες κινεζικές τράπεζες, ενεργειακούς ομίλους ή άλλους συστημικούς οργανισμούς, τότε η κρίση αποκτά πολύ ευρύτερη διάσταση.
«Η αντιπαράθεση παύει να αφορά αποκλειστικά το Ιράν και αποκτά χαρακτηριστικά άμεσης οικονομικής σύγκρουσης ΗΠΑ – Κίνας».
Ο κ. Μπαλωμένος δεν θεωρεί πιθανό ένα σενάριο άμεσης στρατιωτικής αναμέτρησης ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Πεκίνο. Εκτιμά, όμως, ότι η ιρανική κρίση μπορεί να επιταχύνει έναν ήδη εξελισσόμενο γεωοικονομικό ανταγωνισμό.
Η Κίνα θα μπορούσε να απαντήσει με εμπορικά, οικονομικά και τεχνολογικά αντίμετρα, ενισχύοντας ταυτόχρονα την προσπάθεια περιορισμού της εξάρτησής της από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
«Η κρίση του Ιράν μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής του γεωοικονομικού διαχωρισμού ΗΠΑ – Κίνας. Και αυτό μπορεί να έχει μεγαλύτερες μακροπρόθεσμες συνέπειες από μια περιορισμένη στρατιωτική εμπλοκή».
Τι θέλει πραγματικά ο Τραμπ
Η γεωοικονομική διάσταση, όμως, είναι μόνο ένα μέρος της εικόνας. Στον πυρήνα της κρίσης παραμένει το βασικό ερώτημα. Τι επιδιώκει τελικά ο Ντόναλντ Τραμπ από την Τεχεράνη;
Σύμφωνα με τον κ. Μπαλωμένο, η λογική της Ουάσιγκτον ακολουθεί μια συγκεκριμένη αλληλουχία: αποδυνάμωση των βασικών στρατηγικών δυνατοτήτων του Ιράν, περιορισμός της περιφερειακής του ισχύος και τελικά επιστροφή της Τεχεράνης στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από σαφώς δυσμενέστερη θέση.
«Ο στόχος δεν είναι απλώς να τιμωρηθεί το Ιράν. Είναι να μεταβληθεί η σχέση ισχύος μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης».
Η αλλαγή καθεστώτος δεν φαίνεται, κατά την εκτίμησή του, να αποτελεί τον πρωταρχικό στόχο του Λευκού Οίκου. Μια πλήρης κατάρρευση του ιρανικού κράτους θα μπορούσε να προκαλέσει κενό ισχύος, εσωτερικές συγκρούσεις, προσφυγικές ροές και νέο κύκλο αστάθειας στη Μέση Ανατολή.
«Ο κ. Τραμπ δεν φαίνεται να επιδιώκει πρωτίστως να αλλάξει το καθεστώς στο Ιράν, αλλά να αλλάξει τη σχέση ισχύος με το Ιράν».
Υπάρχει, όμως, ένα ακόμη κρίσιμο όριο: εάν η ιρανική ηγεσία θεωρήσει ότι ακόμη και η υποχώρηση δεν θα σταματήσει την πίεση αλλά θα οδηγήσει σε περαιτέρω αποδυνάμωση ή ακόμη και σε απειλή για την ίδια την επιβίωσή της, τότε το κίνητρο για διαπραγμάτευση μπορεί να εξαφανιστεί.
Ο στρατηγικός εξαναγκασμός λειτουργεί μόνο όταν ο αντίπαλος θεωρεί τη συμφωνία καλύτερη επιλογή από τη συνέχιση της σύγκρουσης.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ
(AP Photo/Alex Brandon)
Το δυσκολότερο στοίχημα: Πώς τελειώνει η κρίση
Και εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο ερώτημα για την Ουάσιγκτον.
Η Ουάσιγκτον έχει στη διάθεσή της ισχυρά εργαλεία για να κλιμακώσει την πίεση. Το δύσκολο, όμως, είναι να βρει το σημείο όπου η κλιμάκωση μπορεί να δώσει τη θέση της στη διπλωματία.
«Δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί ένας σαφής και βιώσιμος μηχανισμός που να οδηγήσει από τη στρατιωτική και οικονομική πίεση σε μια πολιτική διευθέτηση. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πρόβλημα της σημερινής αμερικανικής στρατηγικής».
Για να υπάρξει συμφωνία, δεν αρκεί όμως η απειλή.
«Πρέπει να υπάρχει όχι μόνο κόστος για τη μη συμμόρφωση, αλλά και ανταμοιβή για τη συμμόρφωση».
Τι θα μπορούσε να παρουσιάσει ο Τραμπ ως επιτυχία;
Ο κ. Μπαλωμένος διακρίνει τρία ενδεχόμενα: μια συμφωνία που θα περιορίζει ουσιαστικά τις πυρηνικές δυνατότητες του Ιράν, μια μετρήσιμη υποχώρηση της στρατιωτικής και περιφερειακής ισχύος της Τεχεράνης ή την αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας των Στενών του Ορμούζ και των ενεργειακών ροών.
Σε κάθε περίπτωση, ο Αμερικανός πρόεδρος χρειάζεται ένα αποτέλεσμα που θα του επιτρέψει να υποστηρίξει ότι η αμερικανική στρατιωτική και οικονομική ισχύς ανάγκασε την Τεχεράνη να αποδεχθεί όρους που προηγουμένως απέρριπτε.
Και αυτή είναι τελικά η ουσία της στρατηγικής.
Όχι απλώς πόση πίεση μπορεί να ασκήσει η Ουάσιγκτον, αλλά αν μπορεί να αναγνωρίσει τη στιγμή κατά την οποία η πίεση πρέπει να μετατραπεί σε διπλωματία.
Όπως αναφέρει και ο Κωνσταντίνος Μπαλωμένος, η επιτυχία «δεν θα κριθεί από το πόσο μεγάλη ζημιά θα υποστεί το Ιράν, αλλά από το εάν αυτή η ζημιά θα μπορέσει να μετατραπεί σε ένα συγκεκριμένο και διατηρήσιμο πολιτικό αποτέλεσμα».
Σε διαφορετική περίπτωση, η πολιτική της «μέγιστης πίεσης» που σχεδιάστηκε για να φέρει την Τεχεράνη ξανά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μπορεί να καταλήξει να εγκλωβίσει και τις δύο πλευρές σε μια κρίση χωρίς σαφή διέξοδο.













