Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, αρκετές χώρες της Αφρικής και της Ασίας είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες στις ελλείψεις λιπασμάτων και στις αυξήσεις των τιμών που συνδέονται με την κρίση. Η μειωμένη διαθεσιμότητα λιπασμάτων ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τη γεωργική παραγωγή, προκαλώντας αλυσιδωτές επιπτώσεις στις τιμές των τροφίμων και στην παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΠΟΕ, οι εξαγωγές λιπασμάτων μέσω των Στενών του Ορμούζ προς προορισμούς εκτός του Περσικού Κόλπου ουσιαστικά μηδενίστηκαν μετά την έναρξη της σύγκρουσης και έκτοτε παραμένουν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα.
Η αναταραχή αποτυπώθηκε άμεσα και στις διεθνείς τιμές. Η ουρία, η οποία διαπραγματευόταν περίπου στα 400 δολάρια ανά μετρικό τόνο, εκτινάχθηκε σε περισσότερα από 850 δολάρια τον Απρίλιο, πριν υποχωρήσει στα 453 δολάρια τον Ιούνιο.
Αντίστοιχα, το φωσφορικό διαμμώνιο (DAP) αυξήθηκε από περίπου 580 δολάρια σε περίπου 770 δολάρια ανά μετρικό τόνο.
Παρά τις αυξήσεις, οι τιμές εξακολουθούν να βρίσκονται κάτω από τα ιστορικά υψηλά του 2022, όταν, μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, η τιμή της ουρίας ξεπέρασε πρόσκαιρα τα 900 δολάρια ανά τόνο, το DAP πλησίασε τα 960 δολάρια και η ποτάσα ξεπέρασε τα 1.200 δολάρια.
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι οι παγκόσμιες εξαγωγές λιπασμάτων παραμένουν ιδιαίτερα συγκεντρωμένες σε περιορισμένο αριθμό προμηθευτών. Οι χώρες του Κόλπου αντιπροσωπεύουν το 24,8% των παγκόσμιων εξαγωγών αζωτούχων λιπασμάτων και το 11,4% των εξαγωγών φωσφορικών λιπασμάτων, ενώ η συμμετοχή τους στην αγορά ποτάσας είναι αμελητέα.
Το 40% των εξαγωγών αζωτούχων λιπασμάτων από τις χώρες του Κόλπου κατευθύνεται στην Ασία, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα φωσφορικά λιπάσματα ανέρχεται στο 48%. Στους σημαντικότερους προμηθευτές συγκαταλέγονται επίσης η Ρωσία, η Κίνα και το Μαρόκο.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένη εμφανίζεται η Ινδία, καθώς σχεδόν τα δύο τρίτα των εισαγωγών αζωτούχων λιπασμάτων προέρχονται από τις χώρες του Κόλπου. Αντίστοιχα, η Ταϊλάνδη καλύπτει σχεδόν το ήμισυ των σχετικών εισαγωγών της από την ίδια περιοχή. Μεταξύ των βασικών προορισμών των εξαγωγών περιλαμβάνονται επίσης η Αυστραλία, η Βραζιλία, το Μαρόκο και οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο ΠΟΕ εντοπίζει συνολικά 18 οικονομίες ως ιδιαίτερα ευάλωτες σε ενδεχόμενες διαταραχές στον εφοδιασμό αζωτούχων λιπασμάτων από τον Κόλπο. Ανάμεσά τους βρίσκονται η Κένυα, η Νότια Αφρική, η Ζιμπάμπουε, η Βραζιλία και η Σρι Λάνκα.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι οι άδειες εξαγωγής, οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις που επιβλήθηκαν μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχουν επιδεινώσει περαιτέρω την κατάσταση στην αγορά.
Σύμφωνα με την έκθεση, τα μέτρα αυτά ενδέχεται να επηρεάσουν έως και το 15% των παγκόσμιων εξαγωγών λιπασμάτων. Το ποσοστό αυτό θα μπορούσε να αυξηθεί στο 23,3% εάν θεωρηθεί ότι το κλείσιμο των Στενών περιορίζει ουσιαστικά το σύνολο των εξαγωγών λιπασμάτων από τις χώρες του Κόλπου.
Ωστόσο, ο ΠΟΕ εκτιμά ότι η πραγματική μείωση των εξαγωγών είναι πιθανό να αποδειχθεί μικρότερη, καθώς οι απαιτήσεις για έκδοση αδειών εξαγωγής δεν ισοδυναμούν με πλήρη απαγόρευση των εξαγωγών.
Καταλήγοντας, η έκθεση τονίζει ότι η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ θα συνέβαλε στην αποκλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων και στη σταθεροποίηση των διεθνών αγορών, ενώ υπογραμμίζει ότι οι πολιτικές παρεμβάσεις θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την αυξημένη ευαλωτότητα των αναπτυσσόμενων οικονομιών της Ασίας και της Αφρικής.











