Μέσα σε 3 ημέρες, οι αρχές της Κολομβίας έχουν καταγράψει τουλάχιστον 265 νεκρούς και 3.500 τραυματίες από τον ισχυρότατο σεισμό της Δευτέρας. Έχουν καταστραφεί εν μέρει ή ολοσχερώς 11.000 κτίρια, ενώ τουλάχιστον 496 άνθρωποι αγνοούνται. Οι αριθμοί, όμως, δεν αρκούν για να καταλάβει η διεθνής κοινότητα τι πραγματικά αντιμετωπίζει η Κολομβία, κυρίως στις περιοχές όπου δεν φτάνουν οι κάμερες.
Η ιδιαιτερότητα αυτού του σεισμού μεγέθους 7,4 της κλίμακας ρίχτερ, εντοπίζεται στο γεγονός ότι έπληξε περιοχές που μαστίζονται από πολλαπλές κρίσεις.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο στέκεται η Γενική Διευθύντρια της ActionAid Κολομβίας, Εδίγο Σανς, η οποία υπογραμμίζει πως η κλίμακα της καταστροφής του σεισμού, δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά από την κίνηση της Γης.
«Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα φυσικό φαινόμενο, οι επιπτώσεις του οποίου έχουν επιδεινωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από χρόνια αποκλεισμού και ανεπαρκούς θεσμικής παρουσίας» αναφέρει η κα Σανς μιλώντας στο in.
«Έπληξε περιοχές που ήδη χαρακτηρίζονταν από φτώχεια, ένοπλες συγκρούσεις, γεωγραφική απομόνωση, επισφαλείς συνθήκες σε πολλές κατοικίες και πολύ περιορισμένη πρόσβαση σε νερό, υγειονομική περίθαλψη και άλλες βασικές υπηρεσίες», σημειώνει αναφέροντας ειδικά το Τσοκό και τις αγροτικές περιοχές της Μπουεναβεντούρα.
«Αυτές οι ιστορικές ανισότητες περιορίζουν την ικανότητα των κοινοτήτων να προετοιμαστούν, να ανταποκριθούν και να ανακάμψουν από τέτοια γεγονότα» λέει.
Αυτό που παρατηρεί η διευθύντρια της οργάνωσης στη χώρα είναι ότι η διεθνής κάλυψη επικεντρώνεται στις αστικές περιοχές. «Ωστόσο, γνωρίζουμε ακόμη πολύ λίγα για όσα συμβαίνουν στις αγροτικές κοινότητες και για τις λιγότερο ορατές μορφές ζημιών, όπως αυτές στα κοινοτικά συστήματα ύδρευσης, στα κέντρα υγείας, στα σχολεία, στα μέσα βιοπορισμού και στις οδούς πρόσβασης».
Επίσης, σημειώνει ότι πολλές από τις πληγείσες οικογένειες, αντιμετώπιζαν ήδη εκτοπισμό, ένοπλες συγκρούσεις, πλημμύρες, φτώχεια και άλλες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. «Για αυτές, ο σεισμός αυτός δεν αποτελεί μια κρίση που ξεκινά από το μηδέν, αλλά ένα νέο πλήγμα που προστίθεται στις προηγούμενες απώλειές τους».
Πόλεμος και σεισμός μαζί
Η Κολομβία, που επί δεκαετίες δοκιμάστηκε από έναν από τους μακροβιότερους εμφυλίους πολέμους στον κόσμο, εξακολουθεί και μετά την ειρηνευτική συμφωνία του 2016 με τη μεγαλύτερη αντάρτικη οργάνωση FARC-EP να αντιμετωπίζει σοβαρές εσωτερικές ένοπλες συγκρούσεις και δράση ανταρτικών και εγκληματικών οργανώσεων.
Έτσι, ο πληθυσμός της Κολομβίας πλήττεται ήδη από τον εκτοπισμό που προκαλεί η ένοπλη σύγκρουση. «Στην πραγματικότητα, αυτό που εκτυλίσσεται είναι μια αλληλοεπικάλυψη κρίσεων» σημειώνει η Σανς. «Ορισμένες οικογένειες που είχαν ήδη εκτοπιστεί εξαιτίας της σύγκρουσης μπορεί να αναγκαστούν να μετακινηθούν ξανά, χάνοντας τα σπίτια τους, τα μέσα βιοπορισμού τους, τα έγγραφά τους και τα κοινοτικά δίκτυα που μόλις είχαν καταφέρει να ξαναχτίσουν».
Ακόμη και πριν από τον σεισμό, εκτιμάτο ότι 10,4 εκατ. άνθρωποι θα χρειάζονταν ανθρωπιστική βοήθεια στην Κολομβία έως και το 2026.
«Την ίδια στιγμή, οι κοινότητες υποδοχής αντιμετώπιζαν ήδη τεράστια πίεση στις υπηρεσίες και τους πόρους τους. Αυτό αυξάνει ιδιαίτερα τους κινδύνους για τις γυναίκες, τα παιδιά, τους εφήβους, τους ηλικιωμένους, τα άτομα με αναπηρίες και, πάνω απ’ όλα, τις κοινότητες αφρικανικής καταγωγής και τις αυτόχθονες κοινότητες».
Έτσι η διευθύντρια της ActionAid Κολομβίας, τονίζει ότι η αντιμετώπιση από τις αρχές δεν μπορεί να περιοριστεί σε εκείνη μιας μεμονωμένης κατάστασης έκτακτης ανάγκης, καθώς «πρέπει να ενσωματώνει την προστασία, τη στέγαση, την ύδρευση, την αποχέτευση, την υγειονομική περίθαλψη και την ψυχοκοινωνική υποστήριξη, καθώς και χρηματικές ενισχύσεις, χωρίς να δημιουργείται ανταγωνισμός μεταξύ των διαφορετικών πληττόμενων πληθυσμιακών ομάδων».
Η επόμενη μέρα: Ο φόβος για «δύο Κολομβίες»
Έτσι, η κ. Σανς εκφράζει τον φόβο στον απόηχο του σεισμού να δούμε ουσιαστικά δύο διαφορετικές Κολομβίες: τις αστικές περιοχές στις οποίες μπορούν να φτάσουν τα σωστικά συνεργεία και τις απομονωμένες κοινότητες, όπου ακόμη δεν γνωρίζουμε την πραγματική έκταση της καταστροφής.
Όπως εξηγεί, οι αστικές περιοχές είναι περισσότερο ορατές και ευκολότερες να αξιολογηθούν, επομένως υπάρχει κίνδυνος η ανθρωπιστική βοήθεια να επικεντρωθεί εκεί, ενώ οι αγροτικές κοινότητες θα παραμείνουν παραμελημένες.
«Πρόκειται για έναν πολύ πραγματικό κίνδυνο για πολλές αγροτικές κοινότητες στο Τσοκό και την Μπουεναβεντούρα. Εξακολουθούμε να μην έχουμε πλήρεις και επαληθεύσιμες πληροφορίες. Πρόκειται για απομονωμένες περιοχές στις οποίες η πρόσβαση γίνεται μέσω ποταμών, θαλάσσης, μονοπατιών ή δρόμων που ενδέχεται να έχουν υποστεί ζημιές και όπου η επικοινωνία και η συνδεσιμότητα είναι επίσης δύσκολες».
Όταν περάσει η προσοχή των MME και ολοκληρωθεί η αρχική φάση των επιχειρήσεων διάσωσης, η κ. Σανς προειδοποιεί ότι υπάρχει ο κίνδυνος μιας δεύτερης κρίσης, εάν συνεχιστεί η διακοπή των βασικών υπηρεσιών. «Οι ζημιές στα συστήματα ύδρευσης και αποχέτευσης ενδέχεται να αυξήσουν τους κινδύνους για την υγεία. Οι οικογένειες που έχασαν τα σπίτια τους μπορεί να παραμείνουν για αρκετές εβδομάδες σε ακατάλληλες συνθήκες. Οι υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης μπορεί να υπερφορτωθούν ακριβώς τη στιγμή που αυξάνεται η ανάγκη για σωματική και ψυχοκοινωνική φροντίδα, η οποία είναι τόσο κρίσιμη».
Σε αυτά η κ. Σανς προσθέτει επίσης και τους αυξημένους κινδύνους βίας, εκμετάλλευσης, χωρισμού οικογενειών και περαιτέρω εκτοπισμού, ιδιαίτερα για όσους βρίσκονταν ήδη σε ευάλωτες συνθήκες.
Η άγνωστη αλληλεγγύη: Ποιος μιλάει για γυναικείες οργανώσεις
Παράλληλα με την κινητοποίηση της κεντρικής κυβέρνησης, είναι και εκείνοι οι ηγέτες των τοπικών κοινοτήτων που σύμφωνα με τη Σανς ανταποκρίθηκαν στις ανάγκες από την πρώτη κιόλας στιγμή μετά την τραγωδία, αλλά επιβαρύνονται πολύ.
Η ειδικός σημειώνει ότι λέγονται πολύ λίγα για τον ρόλο των γυναικών, της ηγεσίας των εθνοτικών κοινοτήτων και των τοπικών οργανώσεων που ανταποκρίνονται στις ανάγκες από την πρώτη κιόλας στιγμή, ακόμη και πριν φτάσει η εξωτερική βοήθεια.
«Υπάρχουν γυναικείες οργανώσεις που στηρίζουν οικογένειες, καταγράφουν ανάγκες, διανέμουν βοήθεια και προσφέρουν προστασία και συναισθηματική υποστήριξη χρησιμοποιώντας δικούς τους πόρους. Αυτή η ανταπόκριση που καθοδηγείται από τις ίδιες τις κοινότητες και βασίζεται στην αλληλεγγύη επιβαρύνει σε τεράστιο βαθμό, σωματικά, συναισθηματικά και οικονομικά, ανθρώπους που έχουν και οι ίδιοι πληγεί από τον σεισμό».
Κανένα κράτος δεν θα τα καφέρνε μόνο του
Παρά το μέγεθος του σεισμού και την έκταση της καταστροφής, η κυβέρνηση της Κολομβίας δεν ζήτησε άμεσα διεθνή βοήθεια. Το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα επιβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση της Κολομβίας ζήτησε υποστήριξη από το σύστημα των Ηνωμένων Εθνών και έτσι από τις 12 Αυγούστου άρχισε να κινητοποιείται.
Μπορεί η Κολομβία να διαθέτει θεσμική ικανότητα και εμπειρία στην αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, όπως τονίζει η κ. Σανς, αλλά την ίδια στιγμή, υπογραμμίζει ότι κανένα εθνικό σύστημα δεν μπορεί από μόνο του να καλύψει, με τον ίδιο βαθμό αμεσότητας, τις ανάγκες που δημιουργεί μια καταστροφή τέτοιου μεγέθους σε μια τόσο εκτεταμένη και απομακρυσμένη περιοχή.
«Η διεθνής συνεργασία πρέπει να συμπληρώνει την ανταπόκριση του κράτους, να λειτουργεί υπό σαφή συντονισμό και να επικεντρώνεται στα κενά που έχουν εντοπιστεί, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές» σημειώνει.
Κρίσιμο για την ίδια είναι να φτάσουν οι πόροι με ευέλικτο και έγκαιρο τρόπο στις τοπικές οργανώσεις, οι οποίες διαθέτουν ήδη πρόσβαση, εμπειρία, γνώση και την εμπιστοσύνη των κοινοτήτων. «Η ενίσχυση αυτών των δυνατοτήτων θα επιτρέψει στη βοήθεια να φτάσει ταχύτερα στους ανθρώπους και να ανταποκριθεί πραγματικά στις προτεραιότητες των κοινοτήτων».
Δεδομένου ότι η ActionAid Κολομβίας βρίσκεται πολλά χρόνια στην Κολομβία κατανοεί το πλαίσιο και διαθέτει την υλικοτεχνική ικανότητα να εισέλθει σε περιοχές για να ενισχύσει την κινητοποίηση ανθρωπιστικής ανταπόκρισης σε συντονισμό με συνεργαζόμενες οργανώσεις και ηγέτες των κοινοτήτων.
«Χρειαζόμαστε κάθε δυνατή υποστήριξη ώστε να κινητοποιήσουμε δωρεές και να δημιουργήσουμε συνεργασίες που θα μας επιτρέψουν να διευρύνουμε και να διατηρήσουμε την ανταπόκρισή μας» καταλήγει η Εδίγο Σανς.













