Φόρτωση Text-to-Speech…
Ενα ευρύ πακέτο παροχών και φορολογικών ελαφρύνσεων για διαφορετικές κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες, που μπορεί να ξεπεράσει τα 2,5 δισ. ευρώ, αναμένεται να παρουσιάσει ο πρωθυπουργός σήμερα το βράδυ, με τις παρεμβάσεις να ξεκινούν από τους αγρότες, τις οικογένειες με τρία παιδιά και άνω και την καθιέρωση κρατικά χρηματοδοτούμενων αποταμιευτικών προγραμμάτων για παιδιά. Στο πακέτο περιλαμβάνονται ακόμη αυξήσεις για συνταξιούχους, ειδική παροχή για τους δημοσίους υπαλλήλους, νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, αλλά και σημαντικές αλλαγές στη φορολογία των ελευθέρων επαγγελματιών και των επιχειρήσεων.
Για κάθε παιδί θα δημιουργηθεί ένας ατομικός λογαριασμός στον οποίο θα καταβάλλεται από το κράτος ένα ποσό κάθε μήνα.
• Αγρότες. Η πρώτη μείωση φόρου αφορά τους αγρότες, μια κοινωνική ομάδα με την οποία η κυβέρνηση ήρθε σε έντονη αντιπαράθεση το προηγούμενο διάστημα. O πρωθυπουργός αναμένεται να ανακοινώσει αύξηση του αφορολόγητου ορίου για τους κατ’ επάγγελμα αγρότες, με στόχο τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης και την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματός τους.

• Τρίτεκνοι. Δεύτερος βασικός πυλώνας είναι οι οικογένειες με τρία παιδιά και άνω. Η παρέμβαση αποτελεί ουσιαστικά ένα νέο βήμα στη φορολογική στήριξη των πολύτεκνων και τρίτεκνων οικογενειών, με το δημογραφικό να αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για την ενίσχυση των συγκεκριμένων νοικοκυριών.
• Παιδιά. Στο πακέτο αναμένεται να ενταχθεί και ένα νέο μοντέλο αποταμίευσης για παιδιά ηλικίας έως 18 ετών, με κρατική χρηματοδότηση. Η ιδέα είναι να δημιουργείται για κάθε παιδί ένας ατομικός λογαριασμός αποταμίευσης ή επένδυσης, στον οποίο θα καταβάλλεται από το κράτος ένα συγκεκριμένο ποσό κάθε μήνα. Στόχος είναι το παιδί να αποκτά από μικρή ηλικία ένα αρχικό κεφάλαιο, το οποίο θα μπορεί να αξιοποιήσει σε μεταγενέστερο στάδιο της ζωής του, αλλά και να καλλιεργείται από νωρίς η κουλτούρα της αποταμίευσης και της επένδυσης.

Ως μοντέλο αναφοράς για μια τέτοια παρέμβαση μπορεί να λειτουργήσει η γερμανική Frühstart-Rente. Πρόκειται για ένα νέο σύστημα κρατικά ενισχυμένης μακροπρόθεσμης αποταμίευσης, στο οποίο το κράτος προβλέπει να καταβάλλει 10 ευρώ τον μήνα σε ατομικό συνταξιοδοτικό/επενδυτικό λογαριασμό για κάθε παιδί από την ηλικία των 6 έως τα 18 έτη του. Η βασική φιλοσοφία του γερμανικού μοντέλου είναι ότι το κράτος δημιουργεί από νωρίς ένα μικρό αρχικό κεφάλαιο για κάθε παιδί, το οποίο στη συνέχεια μπορεί να αυξηθεί μέσω των αποδόσεων της επένδυσης και των προαιρετικών εισφορών της οικογένειας. Το ποσό δεν θα αντιμετωπίζεται ως ένα επίδομα που καταναλώνεται άμεσα, αλλά ως μακροπρόθεσμη περιουσία για το παιδί και ως ένα πρώτο βήμα προς την ιδιωτική συνταξιοδοτική αποταμίευση.
• Συνταξιούχοι. Σημαντική παρέμβαση αναμένεται και για τους συνταξιούχους. Το επίδομα που καταβάλλεται κάθε Νοέμβριο αναμένεται να αυξηθεί από τα 300 περίπου στα 450 ευρώ, προσφέροντας μια επιπλέον οικονομική ενίσχυση σε εκατομμύρια συνταξιούχους.
• Δημόσιοι υπάλληλοι. Αντίστοιχη παρέμβαση σχεδιάζεται και για τους δημοσίους υπαλλήλους. Αντί για την επαναφορά ενός πλήρους 13ου μισθού που δεν μπορεί να «σηκώσει» ο προϋπολογισμός, ο πρωθυπουργός αναμένεται να ανακοινώσει τη χορήγηση μόνιμου επιδόματος 400 ευρώ, το οποίο θα δοθεί για πρώτη φορά το 2027. Πρόκειται για μια στοχευμένη οικονομική ενίσχυση των εργαζομένων στο Δημόσιο, χωρίς το δημοσιονομικό κόστος που θα είχε η πλήρης επαναφορά του 13ου μισθού.

• Κατώτατος μισθός. Στο μέτωπο των μισθών, ο νέος κατώτατος μισθός αναμένεται να κινηθεί στα 970 ευρώ, χωρίς να αποκλείεται, εφόσον το επιτρέψουν τα δημοσιονομικά και οικονομικά δεδομένα, να φθάσει τελικά ακόμη και στα 1.000 ευρώ. Η αύξηση του κατώτατου μισθού συμπληρώνει το πακέτο παρεμβάσεων για την ενίσχυση των εισοδημάτων των εργαζομένων και συνδέεται παράλληλα με την προσπάθεια περαιτέρω αύξησης των μισθών στην οικονομία.
• Ελεύθεροι επαγγελματίες. Σημαντικές αλλαγές στο σύστημα της τεκμαρτής φορολόγησης των ελευθέρων επαγγελματιών δρομολογεί το οικονομικό επιτελείο, με βασική στόχευση τη μείωση των επιβαρύνσεων για μεγάλο τμήμα των επαγγελματιών που είναι συνεπείς στις φορολογικές υποχρεώσεις τους. Στο νέο μοντέλο διατηρείται η βασική φιλοσοφία του τεκμαρτού εισοδήματος. Παραμένει, δηλαδή, ως βάση υπολογισμού το ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα που συνδέεται με τον βασικό μισθό, ενώ διατηρούνται και οι λεγόμενες «τριετίες».
Αυτό που αλλάζει είναι οι πρόσθετες επιβαρύνσεις. Συγκεκριμένα, καταργείται η προσαύξηση 10% που συνδέεται με το κόστος μισθοδοσίας, καθώς και η προσαύξηση 5% που επιβάλλεται όταν ο τζίρος του επαγγελματία υπερβαίνει τον μέσο κύκλο εργασιών του αντίστοιχου ΚΑΔ. Υπολογίζεται ότι περίπου 320.000 επαγγελματίες θα επωφεληθούν από τις αλλαγές που σχεδιάζονται, ενώ δεν αποκλείεται και η πλήρης αποσύνδεση του τεκμαρτού εισοδήματος του υπόχρεου από το κόστος μισθοδοσίας. Παράλληλα, αναμένεται να διευρυνθούν οι εξαιρέσεις και οι μειώσεις του τεκμαρτού εισοδήματος για συγκεκριμένες επαγγελματικές δραστηριότητες και ΚΑΔ, ώστε να λαμβάνονται περισσότερο υπόψη οι ιδιαιτερότητες κάθε κλάδου.

• Επιχειρήσεις. Πρώτη είναι η σταδιακή κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τις επιχειρήσεις. Πρόκειται για μια επιβάρυνση που θεσπίστηκε το 2011, κατά την περίοδο των μνημονίων, και εξακολουθεί να επιβαρύνει τις επιχειρήσεις ανεξάρτητα από το εάν εμφανίζουν κέρδη ή ζημίες. Το τέλος έχει ήδη καταργηθεί από το 2025 για τους ελεύθερους επαγγελματίες. Για τις επιχειρήσεις, ωστόσο, παραμένει και κυμαίνεται από 800 έως 1.000 ευρώ ετησίως, ανάλογα με την έδρα και τα χαρακτηριστικά της επιχείρησης.
• Προκαταβολή φόρου. Παράλληλα, από το 2027 εξετάζεται η σταδιακή μείωση της προκαταβολής φόρου. Σήμερα οι επιχειρήσεις προκαταβάλλουν φόρο που αντιστοιχεί στο 80% του φόρου εισοδήματος που προκύπτει από τα κέρδη της προηγούμενης χρήσης, ενώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 55%. Το μέτρο έχει ιδιαίτερη δημοσιονομική βαρύτητα, καθώς η προκαταβολή φόρου αποφέρει σήμερα περίπου 3,54 δισ. ευρώ από τα νομικά πρόσωπα και περίπου 645 εκατ. ευρώ από τους ελεύθερους επαγγελματίες. Για αυτόν τον λόγο, το μέτρο θα ξεκινήσει να εφαρμόζεται σταδιακά από το 2027, επιβαρύνοντας τον προϋπολογισμό του 2028.













