Από την άλλη, η συνεχιζόµενη πτώση του πετρελαίου που έφερε τις τιµές σε προπολεµικά επίπεδα κοντά στα 73 δολάρια το βαρέλι, µετά και το άνοιγµα των Στενών του Ορµούζ και η ενίσχυση του δολαρίου απέναντι στο ευρώ (ισοτιµία κοντά στο 1,13 την Πέµπτη 26 Ιουνίου) επίσης πίεσαν τις τιµές. Ωστόσο, παρά την κάθοδο µεσοβδόµαδα για ακόµα µια φορά τα συµβόλαια του βάµβακος έδειξαν ανθεκτικότητα σε σχέση µε άλλα αγροτικά εµπορεύµατα µε τις τιµές των συµβολαίων ∆εκεµβρίου να κινούνται εν πολλοίς κοντά στα 77 σεντς η λίµπρα (αναγωγή στο σύσπορο στα 49 λεπτά).
Η επιστροφή στο φάσµα των 80 σεντς – έστω και πρόσκαιρη – σε συνδυασµό µε το γεγονός ότι οι τιµές αντέχουν στις πιέσεις δίνει ελπίδες που θα δικαιωθούν οι αναλυτές της αγοράς που συνεχίζουν να υποστηρίζουν ότι αυτό είναι το «δίκαιο» επίπεδο φέτος. Με τα συµβόλαια του Ιουλίου να αποχωρούν και οριστικά από το ταµπλό τις επόµενες ηµέρες, τα συµβόλαια του ∆εκεµβρίου είναι αυτά που θα αποτελέσουν τη βάση των συζητήσεων για το επόµενο διάστηµα.
Εφόσον διατηρηθεί ισορροπία στη Μέση Ανατολή, η οποία έχει προκαλέσει υψηλή µεταβλητότητα σε όλα τα αγροτικά προϊόντα µε τις τιµές να ανεβοκατεβαίνουν λογικά εκτός κάποιου συνταρακτικού απροόπτου σε µεγάλο βαθµό θα σταθεροποιηθούν σε κάποιο βαθµό και οι τιµές τουλάχιστον µέχρι και τη δηµοσίευση της έκθεσης για τις εκτάσεις του Αµερικανικού Υπουργείου Γεωργίας (USDA), η οποία θα δηµοσιευθεί στις 30 Ιουνίου και θα δώσει µια πιο καθαρή εικόνα για την καλλιέργεια στις ΗΠΑ.
Σε ότι αφορά τη δική µας αγορά αυτό που µεταφέρεται είναι ότι τα αποθέµατα της φετινής σοδειάς έχουν πλέον µειωθεί αισθητά το τελευταίο διάστηµα έστω και έστω και µε σχετική καθυστέρηση σταδιακά ροκανίζονται. Σε ότι αφορά τις προπωλήσεις αυτό που µεταφέρεται είναι ότι προς ώρας το ενδιαφέρον είναι υποτονικό σε σχέση µε πέρυσι, ενώ όσοι πραγµατοποιούν φέρεται να το κάνουν µε τιµές κάτω από το πριµ βάσης των 3 σεντς ανά λίµπρα. Η ζήτηση για τα ελληνικά βαµβάκια συνεχίζει να έρχεται κατά κόρον από την Αίγυπτο και την Τουρκία, οι οποίες αγοράζουν προς το παρόν ακριβώς τις ποσότητες που χρειάζονται. Σίγουρα οι τιµές είναι κατά πολύ πιο ενθαρρυντικές από τα πλήρως απογοητευτικά επίπεδα των προηγούµενων ετών, όµως έχει ανέβει σηµαντικά και το κοστολόγιο οπότε οι παραγωγοί περιµένουν µήπως έλθει µια νέα αύξηση της τιµής στο µέλλον που τους βοηθήσει στο να µπορέσουν να το επωµιστούν. Για την ώρα πάντως το ενδιαφέρον της φυσικής αγοράς είναι πιο πολύ στραµµένο στις παραγωγές του Νότιου Ηµισφαίριου και ειδικά σε αυτές της Αυστραλίας και της Βραζιλίας.
Εν κατακλείδι, τα 80 σεντς συνεχίζουν να θεωρούνται από τους αναλυτές ως η βάση για τη φετινή χρονιά. Σίγουρα τα πράγµατα στην ελληνική αγορά δεν είναι ρόδινα, αλλά υπάρχει συγκρατηµένη αισιοδοξία για τις προοπτικές της καλλιέργειες.











