Ζιζάνια κι αυξημένες δαπάνες για φροντίδες, σε συνδυασμό με τις κάτω του κόστους τιμές, με τις οποίες διατίθεται το προϊόν, τα δύο τελευταία έτη, ρίχνουν πολύ «βαριά της σκιά τους» στην καλλιέργεια, η οποία ήδη έχει χάσει εκτάσεις και αν δεν γίνει κάποια εντυπωσιακή ανατροπή στην επικείμενη φετινή εμπορική σεζόν, η τάση εγκατάλειψης θα εδραιωθεί.
Ολόκληρο το ρεπορτάζ στην Agrenda που κυκλοφορεί
Επί του παρόντος το μεγαλύτερο πρόβλημα στην πεδιάδα της δυτικής Θεσσαλονίκης, όπου συγκεντρώνεται η καρδιά της ορυζοκαλλιέργειας, είναι η αναποτελεσματική αντιμετώπιση της μουχρίτσας. «Η κατάσταση εξελίσσεται κάθε μέρα ακόμα και χειρότερα με το δυσεξόντωτο ζιζάνιο. Βλέπω ένα τουλάχιστον 5% των εκτάσεων να μην αξίζει να αλωνιστούν. Γενικά υπάρχει βρωμιά στον κάμπο και δύσκολα συναντάς χωράφι που να είναι καθαρό. Οι προσβολές είναι εκτεταμένες, παρότι οι αγρότες ψέκασαν και ξαναψέκασαν, κάνοντας επιπλέον έξοδα, αφού τα όπλα που έχουμε στα χέρια μας για να την καταπολεμήσουμε είναι λίγα και παλιά, τα οποία ανακυκλώνονται, που σημαίνει πως έχουν αναπτυχθεί ανθεκτικότητες. Δυστυχώς, η μουχρίτσα δεν κάηκε κι έχει προβληματικά χωράφια που πλέον ούτε νερό τους βάζουν οι παραγωγοί», σημειώνει ο γ.γ του Συνεταιρισμού Ορυζοκαλλιεργητών Β’ Χαλάστρας, Γιώργος Μπότας.
Η φετινή χρονιά, πάντως, έτσι κι αλλιώς έχει λιγότερες εκτάσεις με ρύζι, με τις εκτιμήσεις -καθώς ακόμη δεν υπάρχουν στοιχεία από το ΟΣΔΕ- να κάνουν λόγο για μείωση, πανελλαδικά, της καλλιέργειας της τάξης του περίπου 30% σε σχέση με τα 306.000 στρέμματα της περιόδου 2025-26.
«Έδωσε» σε βαμβάκι και καλαμπόκι
«Η έντονη μείωση καταγράφεται κυρίως σε περιφερειακές περιοχές ανά την Ελλάδα που καλλιεργείται το ρύζι, αλλά σίγουρα υπάρχει κι εδώ στη Δυτική Θεσσαλονίκη. Τις εκτάσεις που εγκαταλείφθηκαν από το ρύζι τις κέρδισαν το βαμβάκι και το καλαμπόκι», επισημαίνει ο κ. Μπότας. Ως προς τα είδη ρυζιού, που έχουν καλλιεργηθεί φέτος, τη «μερίδα του λέοντος» την παίρνει η μεσόσπερμη κατηγορία με τις ποικιλίες Ρrovisia (σ.σ. κυρίως η Diva και η Elite, ενώ παραμένει στο κόλπο και το Ronaldo) καλύπτοντας περί το 70% των εκτάσεων κι ακολουθούν η μακρύσπερμη κατηγορία, που πιέζεται από φθηνές εισαγωγές από τρίτες χώρες με ένα μερίδιο γύρω στο 15%-20% και το υπόλοιπο αφορά την Καρολίνα και άλλες λιγότερο γνωστές ποικιλίες.
«Εμπορικές πιέσεις δυστυχώς έχουν αρχίσει να ασκούνται πλέον και στα ρύζια της μεσόσπερμης κατηγορίας, καθώς οι χώρες της ζώνης Mercosur καλλιεργούν αντίστοιχες ποικιλίες. Και όταν υπάρχει στην πιάτσα φθηνό προϊόν οι έμποροι δεν έχουν να φοβηθούν για τη χώρα προέλευσής του απλώς εισάγουν», τονίζει ο συνομιλητής μας και προβλέπει για το 2027 εδραίωση της τάσης φυγής από το προϊόν, αν δεν αλλάξει κάτι με τη μουχρίτσα και τις τιμές παραγωγού στο ρύζι.
Μεγάλες εμπορικές απώλειες
Την κατάσταση επιβαρύνει το γεγονός πως οι παραγωγοί «βγαίνουν» για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά από μια εμπορική περίοδο, αυτή του 2025-26, με μεγάλες απώλειες στο εισόδημά τους, καθώς η παραγωγή τους έχει πωληθεί με τιμές κάτω του κόστους. «Η παραγωγή του 2025 έχει σχεδόν πουληθεί. Έχουνε μείνει ελάχιστες ποσότητες, οι οποίες ανήκουν κυρίως και σε παραγωγούς οι οποίοι έχουν επιλέξει να μην πουλήσουνε τη σοδειά τους, περιμένοντας κάτι καλύτερο σε επίπεδο τιμών την επόμενη χρονιά. Οι περισσότερες ποσότητες, ωστόσο, φύγανε στα 24 το κιλό για τα μακρύσπερμα τύπου Indica και στα 25 λεπτά το κιλό για τα μεσόσπερμα Japonica. Σε αυτά τα επίπεδα, όμως, οι παραγωγοί έγραψαν ζημιές», υπογραμμίζει ο γ.γ. του Συνεταιρισμού Β’ Χαλάστρας.














