Έχουν περάσει σχεδόν 24 χρόνια από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Πράγα και την τότε άτυπη συμφωνία μεταξύ των κρατών μελών για αμυντικές δαπάνες στο 2% του ΑΕΠ τους, ως φρένο στις πολυετείς περικοπές μετά τον Ψυχρό Πόλεμο και κατευθυντήρια γραμμή για τη διεύρυνση προς Ανατολάς.
Τελικά εξελίχθηκε στην επίσημη δέσμευση, στη σύνοδο κορυφής της Ουαλίας.
Ήταν Σεπτέμβριος του 2014 -στο φόντο της προσάρτησης της Κριμαίας από τη Ρωσία.
Η προθεσμία για την επίτευξή του ήταν το 2024.
Πέρυσι, κι ενώ αρκετά ευρωπαϊκά κράτη δεν τον είχαν καν πετύχει, ο πήχης ανέβηκε κι άλλο, στο 5% (3,5% για την άμυνα και 1,5% για υποδομές ασφαλείας), με νέα προθεσμία το 2035.
Συμφωνήθηκε στη σύνοδο της Χάγης, υπό την ασφυκτική πίεση του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ.
Ούτε ένα εξάμηνο μετά, στα τέλη Δεκεμβρίου, η κυβέρνησή του δημοσίευσε τη νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας (NSS) των ΗΠΑ, ενσωματώνοντας το τραμπικό δόγμα «Πρώτα η Αμερική» στον στρατηγικό ανασχεδιασμό της δυτικής υπερδύναμης.
Αν και επαναβεβαίωσε τη δέσμευσή της στο ΝΑΤΟ, θέτει ως προτεραιότητα την αμερικανική κυριαρχία στο Δυτικό Ημισφαίριο και χαρακτηρίζει κύρια γεωπολιτική πρόκληση την Κίνα.
Τα πρακτικά αποτελέσματα γίνονται πλέον αισθητά και εν μέρει ορατά στη σύμμαχο Ευρώπη.
Ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία διανύει τον πέμπτο χρόνο και η Μόσχα διεξάγει παράλληλα υβριδικό «πόλεμο» στην Ευρώπη -η οποία έχει επωμιστεί το κύριο βάρος στήριξης του αμυνόμενου Κιέβου- η Ουάσιγκτον επιταχύνει.
Αναθεωρεί τη στρατιωτική παρουσία της στη Γηραιά Ήπειρο και ζητά από τους Ευρωπαίους συμμάχους να αναλάβουν την κύρια ευθύνη της άμυνάς τους, απειλώντας με συνέπειες όσους δεν τηρήσουν τις δεσμεύσεις.
Ένας «εξευρωπαϊσμός» του ΝΑΤΟ, που σηματοδοτεί για την Ευρώπη το τέλος εποχής του «μερίσματος ειρήνης».
Συνεπάγεται τεράστιο οικονομικό κόστος, με ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, εν μέσω ασθενούς οικονομικής ανάπτυξης (τώρα εξαιτίας και του αμερικανοϊσραηλινού αδιέξοδου πολέμου στο Ιράν) και στενών δημοσιονομικών περιθωρίων.

Οι ηγέτες των κρατών μελών του ΝΑΤΟ σε οικογενειακή φωτογραφία κατά τη σύνοδο κορυφής της Συμμαχίας στην Άγκυρα, στις 8 Ιουλίου (REUTERS/Stoyan Nenov)
ΝΑΤΟ πολλών ταχυτήτων
Τα επικαιροποιημένα στοιχεία που έσπευσε να δώσει στη δημοσιότητα το ΝΑΤΟ λίγο πριν από την επίσημη έναρξη της συνόδου κορυφής στην Άγκυρα, με εκτιμήσεις και προβλέψεις για τις αμυντικές δαπάνες των κρατών μελών για τα έτη 2025 και 2026, κατέδειξαν μια Συμμαχία πολλών ταχυτήτων.
Όχι τυχαία, από τις πέντε που αναμένεται ήδη από φέτος να πληρούν την κατευθυντήρια γραμμή του 3,5% του ΑΕΠ για τη βασική άμυνα -συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, με 3,65%, παρά το υψηλό δημόσιο χρέος- οι τέσσερις βρίσκονται στο ανατολικό μέτωπο, υπερθεματίζοντας σε εξοπλισμούς.
Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους: Λιθουανία 5,33%, Εσθονία 5,1%, Λετονία 4,92%, Πολωνία 4,68%.
Από κοντά ακολουθούν οι σκανδιναβικές χώρες: Δανία (3,49%), Νορβηγία (3,17%), Σουηδία (3,22%).
Όμως η συντριπτική πλειονότητα των μελών του ΝΑΤΟ κυμαίνεται από 2% έως 2,7%, συμπεριλαμβανομένων των μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρώπης.
Η Γερμανία είναι στο 2,69%, το Ηνωμένο Βασίλειο στο 2,56% και η Γαλλία στο 2,22%, σύμφωνα με τις προβλέψεις για φέτος.
Η Ισπανία βρίσκεται στο 2%, ως ο μοναδικός επίσημος «αρνητής» του 5%, υποστηρίζοντας ότι οι στόχοι ασφαλείας θα πρέπει να εξισορροπούνται με την οικονομική σταθερότητα και τις κοινωνικές δαπάνες.
Η Τουρκία τοποθετείται στο 2,85% για το 2026, στρεφόμενη στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία της και στις εξαγωγές άμυνας και αεροδιαστημικής -πέρυσι σημείωσαν άνοδο 48% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 10,5 δισεκατομμύρια δολάρια, με πάνω από το ήμισυ των πωλήσεων σε κράτη μέλη του ΝΑΤΟ.
Οι δε ΗΠΑ, που πιέζουν ασφυκτικά τους Ευρωπαίους για υλοποίηση των δεσμεύσεων, ακόμη και για επιτάχυνση των χρονοδιαγραμμάτων, μειώνουν σταθερά το δικό τους ποσοστό επί του ΑΕΠ από το 2014.
Από 3,71% το 2014, υπολογίζονται σε 3,17% το 2025 και το 2026.
Παραμένουν ωστόσο μακράν ο μεγαλύτερος αμυντικός πάροχος της συμμαχίας σε απόλυτους όρους.
Οι στρατιωτικές δαπάνες τους παραμένουν ωστόσο μακράν οι υψηλότερες -σχεδόν το ήμισυ του συνόλου- λόγω του γιγαντιαίου ΑΕΠ τους.

Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, με τους προέδρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, κατά τη συνάντησή τους στο περιθώριο της συνόδου κορυφής των ηγετών του ΝΑΤΟ, στην Άγκυρα, στις 7 Ιουλίου (REUTERS/Stoyan Nenov)
Ασφυκτικές πιέσεις
Τα νούμερα δεν λένε πάντα όλη την αλήθεια.
Μπορεί να «φουσκώνουν» από παραγγελίες εξοπλισμών, που θα κάνουν χρόνια να παραδοθούν.
Κάποια κράτη μέλη επικρίνονται για… δημιουργική λογιστική, όπως π.χ. η Ιταλία, που φέτος προβλέπεται να φτάσει το 2,10% του ΑΕΠ σε βασικές αμυντικές δαπάνες.
Συνολικά, πολλές από τις ευρωπαϊκές χώρες που καλούνται να πραγματοποιήσουν τις μεγαλύτερες αυξήσεις στις στρατιωτικές δαπάνες, προκειμένου να πετύχουν τον στόχο του 5% στο ΝΑΤΟ, συγκαταλέγονται μεταξύ αυτών με τα υψηλότερα δημόσια χρέη.
Ακόμη και οι μεγαλύτερες οικονομίες έχουν στενά δημοσιονομικά περιθώρια, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας -με την πρώτη σε πολιτική αστάθεια και τις τρεις τελευταίες σε προεκλογικούς ρυθμούς.
Οι επιλογές, εν τω μεταξύ, για τη χρηματοδότηση υψηλότερων αμυντικών δαπανών είναι περιορισμένες: αυξήσεις φόρων, ανακατανομή δαπανών εντός των υφιστάμενων προϋπολογισμών, δανεισμός.
Παρά τη διοχέτευση όλο και περισσότερων κονδυλίων στους τομείς άμυνας και ασφάλειας, τα ευρωπαϊκά οπλοστάσια δεν έχουν αυξηθεί αντίστοιχα, παρατηρεί πρόσφατη ανάλυση της McKinsey.
Βασικοί λόγοι θεωρούνται η παροχή όπλων στην Ουκρανία, ο παροπλισμός παλιών οπλικών συστημάτων και ο μεγάλος χρόνος αντικατάστασής τους.
Στο φόντο δε ενός κατακερματισμένου αμυντικού τομέα στην Ευρώπη, οι αυξανόμενες πιέσεις των ΗΠΑ για την επόμενη φάση -με μετατόπιση του σχεδίου επανεξοπλισμού από τις δεσμεύσεις για δαπάνες στην υλοποίησή τους- καθιστούν τη Γηραιά Ήπειρο όλο και πιο εξαρτημένη από τις αγορές αμερικανικών όπλων.
Τούτων δοθέντων, «η στενή προσήλωση στους στόχους των δαπανών ενδέχεται να αποσπάσει την προσοχή από πιο θεμελιώδεις προκλήσεις», προειδοποιεί ανάλυση στην ακαδημαϊκή επιθεώρηση Intereconomics, που επικεντρώνεται σε ζητήματα ευρωπαϊκής οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.
«Η ικανότητα της Ευρώπης να ενισχύσει την ασφάλεια και την ειρήνη», επισημαίνει, «εξαρτάται λιγότερο από ενιαία κριτήρια αμυντικών δαπανών και περισσότερο από την ανάπτυξη αποτελεσματικών δυνατοτήτων, την ενίσχυση της κοινωνικής ανθεκτικότητας και τον συντονισμό των εθνικών συνεισφορών».











