Ο Στέφανος Μάνος δεν έπρεπε να μείνει μόνος!

Κοινοποίηση

Γνώρισα τον Στέφανο Μάνο τον Σεπτέμβριο του 1987. Ηταν τότε 47 ετών και εγώ 27, αλλά ήταν ήδη ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς της Νέας Δημοκρατίας. Τον είχε φέρει στην πολιτική ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Εκανε στο ξεκίνημά του μνημειώδες έργο στα υπουργεία από τα οποία πέρασε. Εργο που περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, την πεζοδρόμηση της Βουκουρεστίου και της Βαλαωρίτου, τη σωτηρία της Πλάκας, τους υποχρεωτικούς χώρους στάθμευσης στα νεοανεγειρόμενα κτίρια και τη θέσπιση της βασικής πολεοδομικής αρχής ότι οι ιδιοκτήτες γης –ως οι κύριοι ωφελούμενοι– πρέπει να συνεισφέρουν στην πολεοδόμηση των περιοχών που τους αφορούν. Καθεμία από τις πολιτικές εκείνες, που μας φαίνονται αυτονόητες σήμερα, είχε δημιουργήσει εκρηκτικές αντιδράσεις από θιγόμενους και το συσσωρευμένο πολιτικό κόστος τον είχε αφήσει εκτός Βουλής το 1981.

Η πρώτη γνωριμία μας ήταν αυστηρά επαγγελματική. Συμμετείχα ως συνεργάτης σε θέματα πολιτικού σχεδιασμού στην Επιτροπή Εκλογών της Νέας Δημοκρατίας, στην οποία συμμετείχε και ο Στ. Μάνος, καθώς ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης τον είχε αντιμετωπίσει ως κορυφαίο πολιτικό κεφάλαιο για την παράταξη, αναθέτοντάς του βασικές ευθύνες ήδη από τον εκλογικό αγώνα του 1985.

Η συνεργασία μας έγινε πολύ πιο έντονη στη διάρκεια της κυβέρνησης Μητσοτάκη, όταν ως επικεφαλής του Γραφείου Πολιτικού Σχεδιασμού και Επικοινωνίας του πρωθυπουργού συνεργάστηκα μαζί του στενά στην πολιτική παρουσίαση κορυφαίων πολιτικών που υλοποίησε ως υπουργός της κυβέρνησης εκείνης. Η υπογραφή της σύμβασης του μετρό, η προώθηση των αυτοχρηματοδοτούμενων έργων (Αττική Οδός, αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος»), η απόσυρση των ρυπογόνων αυτοκινήτων (που έδιωξε το νέφος από την Αθήνα), η πρώτη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, είχαν, από πολλές πλευρές, τη δική του σφραγίδα.

Το 1994 αποφάσισα να τον βοηθήσω στα πολιτικά του σχέδια και ανέλαβα γενικός διευθυντής του Ε21, μιας δεξαμενής σκέψης που δημιουργήσαμε, για να προετοιμαστούν οι μεταρρυθμίσεις που χρειαζόταν η χώρα στις επόμενες δεκαετίες. Τον στήριξα επίσης το 1996, όταν έβαλε υποψηφιότητα για αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, και στη συνέχεια το 1999, όταν ίδρυσε το Κόμμα των Φιλελευθέρων, του οποίου υπήρξα ο πρώτος γενικός γραμματέας. Το έκανα αυτό και για λόγους ιδεολογικούς, αλλά και γιατί γνώρισα από πολύ κοντά –και θαύμασα– την οξύνοιά του, την ανεξαρτησία της σκέψης του, που ήταν σχεδόν πάντα πρωτογενής, και την απίστευτη πρακτικότητά του στην υλοποίηση των μεταρρυθμιστικών πολιτικών που προωθούσε.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν, προβληματίστηκα πολύ για το γεγονός ότι ο Μάνος δεν κατάφερε να συνεισφέρει αυτά που μπορούσε και έπρεπε στη φάση της μεγαλύτερης πολιτικής του ωριμότητας, όταν η Ελλάδα κατεξοχήν τον χρειαζόταν είτε για την αποτροπή της κρίσης του 2009-2010 είτε για την αντιμετώπισή της στη δεκαετία που ακολούθησε.

Η απάντηση που δίνω σήμερα, που έχει φύγει πια από τη ζωή, είναι ότι ο Στέφανος Μάνος δεν έπρεπε ποτέ να μείνει μόνος. Η πολιτική του αποτελεσματικότητα μεγιστοποιείτο όταν συμμετείχε σε ομάδες που αντιστάθμιζαν την κρίσιμη ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα του, που ήταν ταυτόχρονα δύναμη και αδυναμία: την αδιαφορία του για το πολιτικό κόστος και την απόλυτη εμπιστοσύνη που είχε στις δικές του δυνάμεις.

Η Ελλάδα θα ήταν άλλη χώρα αν το 2012-14 ο Στ. Μάνος, αντί να αποσυρθεί από την πολιτική, ήταν κορυφαίο στέλεχος στις κυβερνήσεις εκείνης της περιόδου.

Αυτός ήταν και ο μόνος λόγος που διαφωνούσα μαζί του και του το έλεγα. Οτι δηλαδή, ενώ έβλεπε πριν από όλους τι έπρεπε να γίνει, υποτιμούσε, για λόγους χαρακτήρα, τι θα κόστιζαν ο τρόπος που θα το έκανε και ο τρόπος που θα το έλεγε. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος, με μεγάλη ικανοποίηση, είχε διαλέξει ως σύμβολο των Φιλελευθέρων τον κόκκινο ταύρο.

Ταυτόχρονα, στα χρόνια που προηγήθηκαν της κρίσης και στα πρώτα χρόνια του μνημονίου, η ελληνική κοινωνία επέλεξε να παρασυρθεί από τους χειρότερους δαίμονές της, τον λαϊκισμό και τον ανορθολογισμό. Ολοι όσοι μιλήσαμε τότε –ειδικά στην κρίσιμη πρώτη περίοδο του 2010-2015– λέγοντας την πραγματικότητα αντιμετωπίσαμε βαθιά εχθρότητα από τη μεγάλη πλειονότητα των συμπολιτών μας. Και πλήρωσε τότε η χώρα ακριβά την πολυδιάσπαση των φιλελεύθερων δυνάμεων και την αποτυχία όσων προσπαθήσαμε την εποχή εκείνη για την ενότητά τους. Η Ελλάδα θα ήταν άλλη χώρα αν το 2012-14 ο Στέφανος Μάνος, αντί να αποσυρθεί από την πολιτική, ήταν κορυφαίο στέλεχος στις κυβερνήσεις εκείνης της περιόδου.

Προετοιμάζοντας το κείμενο αυτό, μου έκανε μεγάλη εντύπωση μια φράση του Στέφανου Μάνου σε μια συνέντευξη που έδωσε το 2019. Είπε τότε: «Κανείς δεν με συμπάθησε». Νομίζω ότι έκανε λάθος. Πολλοί τον συμπάθησαν και πολύ περισσότεροι τον εκτίμησαν βαθιά, αλλά για πολλά χρόνια δεν μπόρεσαν ποτέ να συναντηθούν πολιτικά μαζί του. Και οι δύο πλευρές είχαν τις ευκαιρίες τους, αλλά δυστυχώς δεν τις αξιοποίησαν.

Οι άνθρωποι ερχόμαστε στον κόσμο με τις αρετές και τις αδυναμίες μας και η συμμετοχή στην πολιτική λειτουργεί σαν μεγεθυντικός φακός. Συνήθως τις πολλαπλασιάζει.

Ο Στέφανος Μάνος δεν θα μπορούσε να είναι αυτό που ήταν χωρίς το σχεδόν τυφλό θάρρος και την ακραία αυτοπεποίθηση που τον χαρακτήριζαν. Χάσαμε όμως προπαντός εμείς ως κοινωνία, που αυτές του τις πτυχές τις αντιμετωπίσαμε ως αδυναμίες και όχι ως πολύτιμο κοινό πλούτο, που είχαμε χρέος να αξιοποιήσουμε.

* Ο κ. Θόδωρος Σκυλακάκης είναι βουλευτής της Ν.Δ.

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα