Για δεκαετίες, η ιδέα διάλυσης του Καναδά φαινόταν σχεδόν αδιανόητη. Το μεγαλύτερο υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας αφορούσε το γαλλόφωνο Κεμπέκ, το οποίο έφτασε δύο φορές πολύ κοντά στην ανεξαρτησία. Σήμερα, όμως, το επίκεντρο των αποσχιστικών τάσεων έχει μεταφερθεί χιλιάδες χιλιόμετρα δυτικότερα, στην καρδιά της πετρελαϊκής βιομηχανίας της χώρας.
Η Αλμπέρτα, η πλουσιότερη ενεργειακά επαρχία του Καναδά, ετοιμάζεται να διεξαγάγει στις 19 Οκτωβρίου ένα δημοψήφισμα που θα μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο βήμα προς μια ιστορική ανατροπή. Οι πολίτες δεν θα κληθούν να αποφασίσουν άμεσα για την ανεξαρτησία τους, αλλά για το αν θα ξεκινήσει η επίσημη διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε δεσμευτικό δημοψήφισμα απόσχισης.
Πίσω από την πολιτική σύγκρουση βρίσκεται το πετρέλαιο. Η Αλμπέρτα παράγει περίπου το 90% του καναδικού πετρελαίου και διαθέτει από τα μεγαλύτερα αποθέματα υδρογονανθράκων στον κόσμο. Με παραγωγή που φτάνει τα 6,7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, η περιοχή θεωρείται η «Τέξας του Βορρά» και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς κινητήρες της καναδικής οικονομίας.
Η οικονομική της επιτυχία, ωστόσο, συνοδεύεται από μια βαθιά πολιτική και πολιτισμική αποξένωση από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Οτάβα. Η Αλμπέρτα αποτελεί προπύργιο των συντηρητικών δυνάμεων, ενώ ο Καναδάς κυβερνάται επί δεκαετίες κυρίως από τους Φιλελεύθερους. Πολλοί κάτοικοι θεωρούν ότι η ομοσπονδιακή πολιτική αντιμετωπίζει την επαρχία τους ως «χρήσιμη αγελάδα», αξιοποιώντας τα έσοδα του πετρελαίου χωρίς να σέβεται τις ανάγκες της τοπικής οικονομίας.
Η δυσαρέσκεια κορυφώθηκε τα προηγούμενα χρόνια επί πρωθυπουργίας του Τζάστιν Τριντό. Οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί, οι καθυστερήσεις στην κατασκευή αγωγών και η προώθηση της πράσινης μετάβασης αντιμετωπίστηκαν από πολλούς κατοίκους της Αλμπέρτα ως ευθεία επίθεση στην κύρια πηγή πλούτου της επαρχίας.
Αν και ο σημερινός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ θεωρείται περισσότερο κεντρώος και κατάγεται ο ίδιος από την Αλμπέρτα, η αίσθηση αδικίας παραμένει ισχυρή. Για ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού, η οικονομική και πολιτική αυτονομία εμφανίζεται πλέον ως εναλλακτική λύση.
Το θέμα απέκτησε όμως διεθνείς διαστάσεις όταν άρχισαν να εμφανίζονται πληροφορίες για επαφές μεταξύ αποσχιστικών οργανώσεων και στελεχών της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ. Σύμφωνα με δημοσιεύματα αμερικανικών και βρετανικών μέσων ενημέρωσης, αξιωματούχοι της Ουάσιγκτον συζήτησαν με εκπροσώπους των αυτονομιστών πιθανά σενάρια για την επόμενη ημέρα μιας ενδεχόμενης απόσχισης.
Οι αναφορές κάνουν λόγο ακόμη και για σχέδιο χρηματοδότησης ύψους 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων που θα μπορούσε να στηρίξει την Αλμπέρτα κατά τη μεταβατική περίοδο μεταξύ ανεξαρτησίας και πιθανής προσέγγισης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι υποψίες ενισχύθηκαν από τις δημόσιες τοποθετήσεις προσώπων που βρίσκονται κοντά στον Τραμπ. Ο Στιβ Μπάνον, ένας από τους βασικούς ιδεολογικούς εκφραστές του κινήματος MAGA, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι όταν ο Αμερικανός πρόεδρος μιλά για τον Καναδά ως «51η Πολιτεία», στην πραγματικότητα αναφέρεται κυρίως στην Αλμπέρτα.
Η δήλωση αυτή πυροδότησε έντονες αντιδράσεις στον Καναδά. Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βλέπουν στην Αλμπέρτα μια τεράστια δεξαμενή ενεργειακών πόρων που θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω την ενεργειακή κυριαρχία της Βόρειας Αμερικής.
Ωστόσο, παρά τη δημοσιότητα που λαμβάνει το κίνημα ανεξαρτησίας, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειονότητα των πολιτών δεν επιθυμεί τη διάλυση του Καναδά. Μεταξύ 60% και 72% των κατοίκων δηλώνουν ότι προτιμούν την παραμονή στην καναδική ομοσπονδία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το δημοψήφισμα είναι πολιτικά αδιάφορο. Αντίθετα, πολλοί ειδικοί προειδοποιούν ότι ακόμη και η συζήτηση περί ανεξαρτησίας δημιουργεί κλίμα αβεβαιότητας που μπορεί να επηρεάσει επενδύσεις, επιχειρήσεις και αναπτυξιακά σχέδια.
Η εμπειρία του Κεμπέκ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τα δημοψηφίσματα ανεξαρτησίας της δεκαετίας του 1980 και του 1990 προκάλεσαν σημαντικές οικονομικές αναταράξεις, πάγωμα επενδύσεων και φυγή επιχειρήσεων. Παρότι τελικά η επαρχία παρέμεινε στον Καναδά, οι επιπτώσεις έγιναν αισθητές για πολλά χρόνια.
Ακόμη πιο συχνά γίνεται η σύγκριση με το Brexit. Ο ίδιος ο Μαρκ Κάρνεϊ, που είχε διατελέσει διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας κατά την περίοδο εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει προειδοποιήσει ότι οι πολίτες συχνά ψηφίζουν υπέρ μεγάλων πολιτικών αλλαγών χωρίς να γνωρίζουν το πραγματικό κόστος ή τις συνέπειές τους.
Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με το Κεμπέκ είναι ότι στην Αλμπέρτα δεν υπάρχει ισχυρή εθνική ή γλωσσική ταυτότητα που να διαφοροποιεί τους κατοίκους της από τους υπόλοιπους Καναδούς. Η συζήτηση αφορά κυρίως την οικονομία, την ενέργεια και τη σχέση με την ομοσπονδιακή εξουσία.
Ακριβώς γι’ αυτό πολλοί θεωρούν ότι το δημοψήφισμα του Οκτωβρίου δεν είναι απλώς μια τοπική πολιτική αναμέτρηση. Αποτελεί μια δοκιμασία για την ενότητα του Καναδά, μια μάχη γύρω από το μέλλον της ενεργειακής πολιτικής και ταυτόχρονα ένα ακόμη πεδίο στο οποίο η γεωπολιτική στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ επεκτείνεται πέρα από τα αμερικανικά σύνορα.
Η Αλμπέρτα βρίσκεται σήμερα στο σταυροδρόμι ανάμεσα στον πλούτο του πετρελαίου, την πολιτική δυσαρέσκεια και τις μεγάλες γεωπολιτικές φιλοδοξίες. Και το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ενδέχεται να καθορίσει όχι μόνο το μέλλον της επαρχίας, αλλά και την ισορροπία δυνάμεων σε ολόκληρη τη Βόρεια Αμερική.









