Η ισπανική παραγωγή αναμένεται να κινηθεί στα περσινά επίπεδα, όμως η αγορά χύμα οίνου παραμένει εύθραυστη, με τους αγοραστές να καθυστερούν τις συμφωνίες αναζητώντας την καλύτερη δυνατή τιμή.
Ένας εξαιρετικά πρώιμος τρύγος, παραγωγικοί όγκοι κοντά στα επίπεδα του 2025 και μια αγορά που εξακολουθεί να κινείται με ιδιαίτερα χαμηλές ταχύτητες συνθέτουν την εικόνα της νέας οινικής περιόδου στην Ισπανία. Παρά τη σχετική ισορροπία στα αποθέματα, η περιορισμένη ζήτηση, ιδίως από το εξωτερικό, διατηρεί την αβεβαιότητα στην αγορά χύμα οίνου.
Σύμφωνα με τον David Martin, υπεύθυνο της Ciatti στην Ισπανία, δύο διαδοχικές χαμηλές σοδειές απέτρεψαν τη δημιουργία μεγάλων πλεονασμάτων. Ως αποτέλεσμα, τα διαθέσιμα αποθέματα χαρακτηρίζονται σήμερα «διαχειρίσιμα», χωρίς όμως αυτό να αρκεί για να δώσει ουσιαστική ώθηση στις εμπορικές συναλλαγές.
Παραγωγή έως 34 εκατ. εκατόλιτρα
Οι μέχρι στιγμής εκτιμήσεις συγκλίνουν σε μια ισπανική συγκομιδή πολύ κοντά στην περσινή, με την παραγωγή οίνου και γλεύκους να αναμένεται μεταξύ 33 και 34 εκατ. εκατολίτρων.
Παράλληλα, η εικόνα δεν είναι ενιαία σε ολόκληρη τη χώρα. Σε ορισμένες αμπελουργικές ζώνες η παραγωγή διαφαίνεται χαμηλότερη, ενώ σε άλλες προβλέπονται περιορισμένες αυξήσεις. Μεγαλύτερους όγκους σε σύγκριση με πέρυσι αναμένουν περιοχές όπως η Γαλικία, η Ribera del Duero, η Καταλονία και η Rueda.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, όπως πάντα, η εξέλιξη του τρύγου στην Καστίλλη-Λα Μάντσα, τη μεγαλύτερη αμπελουργική περιοχή της χώρας. Οι επαγγελματικοί φορείς τοποθετούν την παραγωγή της κοντά στα 19 εκατ. εκατόλιτρα, σχεδόν στα ίδια επίπεδα με την προηγούμενη χρονιά, αλλά αισθητά χαμηλότερα από τα 23 έως 25 εκατ. εκατόλιτρα που μπορούσε παραδοσιακά να παράγει η περιοχή.
Η Airén θα κρίνει το τελικό αποτέλεσμα
Καθοριστικός παράγοντας για το τελικό μέγεθος της ισπανικής συγκομιδής παραμένει η Airén, καθώς ο τρύγος της ποικιλίας μόλις έχει αρχίσει. Με σχεδόν 200.000 εκτάρια, κυρίως συγκεντρωμένα στην Καστίλλη-Λα Μάντσα, η λευκή αυτή ποικιλία μπορεί να μεταβάλει αισθητά την τελική παραγωγική εικόνα.
Οι άφθονες βροχοπτώσεις του χειμώνα και της άνοιξης είχαν αρχικά δημιουργήσει προσδοκίες για μια σαφώς μεγαλύτερη συγκομιδή. Πριν από λίγους μήνες, οι προβλέψεις έκαναν λόγο ακόμη και για 36 έως 38 εκατ. εκατόλιτρα.
Ωστόσο, τα διαδοχικά κύματα καύσωνα και οι ακραίες θερμοκρασίες περιόρισαν την απόδοση των αμπελώνων, ανατρέποντας τις πρώτες εκτιμήσεις.
«Τα αμπέλια ωφελήθηκαν σημαντικά από τις βροχές, αλλά οι συνεχόμενοι καύσωνες είχαν έντονο αντίκτυπο και πολλά από αυτά έφτασαν στα παραγωγικά τους όρια», εξηγεί ο David Martin. Υπό τις σημερινές συνθήκες, πάντως, μια πολύ μεγάλη σοδειά θα μπορούσε να δημιουργήσει ακόμη μεγαλύτερη πίεση. «Το χειρότερο θα ήταν να βρισκόμασταν μπροστά σε μια άφθονη συγκομιδή. Με την παρούσα κατάσταση του κλάδου, δεν γνωρίζω πού θα μπορούσε να απορροφηθεί».
Η διεθνής ζήτηση παραμένει απούσα
Παρά το γεγονός ότι τα αποθέματα στο τέλος της περιόδου υπολογίζονται σε περίπου 30 εκατ. εκατόλιτρα και θεωρούνται σχετικά ελεγχόμενα, η αγορά παραμένει υποτονική.
Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού παρατηρήθηκε μια μικρή αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος, καθώς οι τιμές της σοδειάς του 2025 υποχώρησαν σε επίπεδα ελκυστικά για ορισμένους αγοραστές. Η κίνηση αυτή, ωστόσο, δεν είχε διάρκεια, κυρίως εξαιτίας της περιορισμένης παρουσίας των διεθνών αγοραστών.
Η ζήτηση προέρχεται κατά κύριο λόγο από την εγχώρια αγορά, ενώ οι παραλαβές πραγματοποιούνται ολοένα και αργότερα. Αυτή η αναβλητικότητα έχει μετατραπεί, σύμφωνα με τον Martin, στη «νέα κανονικότητα» του εμπορίου.
Προς το τέλος του καλοκαιριού, ορισμένοι Ισπανοί αγοραστές κινήθηκαν πιο δραστήρια, εκμεταλλευόμενοι τιμές κοντά στα 3,20 ευρώ ανά βαθμό-εκατόλιτρο για τη σοδειά του 2025.
Οι αγοραστές περιμένουν την καλύτερη τιμή
Η αγορά βρίσκεται πλέον σε στάση αναμονής. Οι αγοραστές παρακολουθούν την εξέλιξη του τρύγου πριν προχωρήσουν σε νέες δεσμεύσεις, μολονότι είναι δεδομένο ότι αργότερα θα χρειαστούν διαθέσιμες ποσότητες κρασιού.
Οι τιμές παραμένουν χαμηλότερες από τα 4,20 έως 4,50 ευρώ ανά βαθμό-εκατόλιτρο που είχαν καταγραφεί την προηγούμενη χρονιά. Σύμφωνα με τον Martin, η διαφορά ανάμεσα σε μια τιμή των 3,50 ευρώ και σε μία των 3,80 ή 3,90 ευρώ δεν είναι απαγορευτική για τους αγοραστές. Το πρόβλημα βρίσκεται περισσότερο στην έλλειψη εμπιστοσύνης.
«Η αγορά είναι τόσο εύθραυστη αυτή τη στιγμή, ώστε όλοι θέλουν να διασφαλίσουν ότι θα πετύχουν την καλύτερη τιμή. Κανείς δεν επιθυμεί να δεσμευτεί χωρίς να είναι βέβαιος ότι πληρώνει ένα δίκαιο επίπεδο για την αγορά».
Η εκτίμησή του είναι ότι οι τιμές θα παραμείνουν σχετικά σταθερές τουλάχιστον έως τα Χριστούγεννα, ενδεχομένως και αργότερα. Όσοι έχουν άμεση ανάγκη από κρασί θα αναγκαστούν να κινηθούν νωρίτερα, ενώ οι επιχειρήσεις που έχουν ήδη εξασφαλίσει συμβόλαια για το 2026 μπορούν να περιμένουν έως την άνοιξη, παρακολουθώντας την εξέλιξη των τιμών.
Παρά τους μακροπρόθεσμους προβληματισμούς γύρω από το παραγωγικό δυναμικό της Ισπανίας και τη στασιμότητα της κατανάλωσης, η είσοδος στη νέα περίοδο γίνεται χωρίς πανικό. Οι δύο προηγούμενες χρονιές επέτρεψαν σε αρκετούς κρίκους της αλυσίδας να διατηρήσουν μια στοιχειώδη κερδοφορία, ενώ και οι φετινές τιμές που προτείνει η βιομηχανία κρίνονται προς το παρόν λογικές.
Εν κατακλείδι, η ισπανική αγορά, δεν βρίσκεται σε κρίση προσφοράς. Βρίσκεται σε μια εύθραυστη ισορροπία, όπου υπάρχει κρασί, αλλά απουσιάζει ακόμη η αποφασιστικότητα για την αγορά του.
ΠΗΓΗ: ΚΕΟΣΟΕ













