Κατάφερε άραγε ο, 55 ετών τότε, Ανδρέας Γεωργίου Παπανδρέου στις 3 Σεπτεμβρίου 1974 να γοητεύσει και να πείσει πολιτικά το ευρύ κοινό με τη δημόσια παρουσίαση της Διακήρυξης της 3ης του Σεπτέμβρη; Πιθανότατα όχι. Ισως εκείνο το ιδρυτικό πολυσέλιδο κείμενο να εξέφρασε τις δύο αρχικές «ψυχές» από τις αρκετές που τελικά ανέπτυξαν και στέριωσαν το ΠΑΣΟΚ για δεκαετίες. «Ψυχές» νοοτροπίες που καταγγέλθηκαν από οπαδούς και αντιπάλους του ως αντιφατικές. Απαραίτητες ίσως, όμως, για να συγκροτηθεί ένας κυβερνητικός πόλος που θα εξέφραζε μακρόχρονα τους αποκλεισμένους του μετεμφυλιακού κράτους απέναντι σε ένα ισχυρό κατεστημένο.
Η Διακήρυξη δεν συνέδεσε το ΠΑΣΟΚ με τη νοοτροπία της λαϊκότητας. Η λαϊκότητα είχε αλλάξει από τη χούντα και ήταν ακόμη αδιαφοροποίητη και δυσκολοδιάβαστη. Επελέγη έτσι η ιδρυτική Διακήρυξη να πατήσει σε δύο ασφαλείς «ψυχές», οικείες στον ηγέτη. Η μία ήταν η αστική και καλλιεργημένη και η άλλη αφορούσε τη γνωστή ανατρεπτική διάσταση της σκέψης και του λόγου του. Η πρώτη «ψυχή» κατοχυρώθηκε με το αστικό κύρος του τόπου της παρουσίασης και από το κύρος των παρόντων στελεχών. Τόπος της δημοσιοποίησης ήταν αίθουσα του πολυτελούς ξενοδοχείου King’s Palace (Βασιλέων Μέλαθρον το ελληνικό όνομα) στη γωνία Κριεζιώτου και Πανεπιστημίου, δίπλα στην πλατεία Συντάγματος, όπου οι μεγάλες διαδηλώσεις του πρώτου ενθουσιασμού του Ιουλίου είχαν πλέον σιγήσει. Στις φωτογραφίες της εκδήλωσης, παρόντα σοβαρά και ευγενή πρόσωπα, άνδρες και γυναίκες, παρακολουθούν με προσήλωση τις δηλώσεις του ηγέτη. Πρόκειται, κατά κύριο λόγο, για μέλη των αντιστασιακών κεντροαριστερών οργανώσεων «Δημοκρατική Αμυνα» και ΠΑΚ (Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα), στελέχη της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, επιστήμονες και μαχόμενους πολίτες. Πολλοί καταδιωχθέντες, φυλακισθέντες και με εμπειρία βασανιστηρίων από το χουντικό καθεστώς. Ασφαλή εχέγγυα για τον μη συμβιβασμό.
Η ανατρεπτική «ψυχή» κατοχυρώθηκε από το κείμενο της Διακήρυξης, που επιβεβαίωσε τη διεκδικητική πολιτική σκέψη του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά και της λέξης «κίνημα» στον τίτλο του ΠΑΣΟΚ.
Στο κείμενο παραμερίζεται η «ησυχία» της Μεταπολίτευσης και προβάλλεται η μαχητικότητα. Σαν να επιβεβαιωνόταν η απαισιόδοξη άποψη ότι η Μεταπολίτευση ήταν «αλλαγή νατοϊκής φρουράς». Το κείμενο αφορούσε το παρόν και το μέλλον. Το παρελθόν, απόν. Οι αναφορές στην Ιστορία ήταν λίγες και έμμεσες: η ημερομηνία ίδρυσης, 3η Σεπτεμβρίου, επέτειος της αντιοθωνικής εξέγερσης του 1843, που κατέληξε στη θεσμοθέτηση Συντάγματος, η χούντα ονομαζόταν αρνητικά ως Μεσαίωνας, οι πολιτικοί πρόσφυγες του Εμφυλίου έπρεπε να επιστρέψουν, οι βουλευτές χαρακτηρίζονταν φεουδάρχες των ψηφοφόρων. Εντονες καταγγελίες για τους ενόχους της χούντας και της καταστροφής της Κύπρου, εναντίον του ΝΑΤΟ, της Δύσης, υπέρ του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Μαζί, μια μεγάλη σειρά πολιτικών και κοινωνικών, προοδευτικών, επιτακτικών ευχών για την ισότητα των δύο φύλων, για την κατάργηση της κοινωνικής ανισότητας και των προνομίων, για περίθαλψη και παιδεία για όλους. Αλλά, και ευθείες «απειλές» για τον διαχωρισμό Εκκλησίας και κράτους, την κοινωνικοποίηση της μοναστηριακής περιουσίας, την κατάργηση διεθνών συμβάσεων εξάρτησης, την κοινωνικοποίηση μονάδων παραγωγής, τη συνεταιριστική εκμετάλλευση αγροτικών προϊόντων, την κατάργηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης, την κατάργηση ιδιωτικών κλινικών.
Πολλά ακόμη, εφιαλτικά για τον συντηρητικό ή και «μετρημένο» αστικό κόσμο της Μεταπολίτευσης. Κυρίως μια βαθιά απαιτητικότητα, σαν να ήταν όλα εφικτά αφού έπεσε η χούντα. Διεκδικήσεις ιδεολογικές και στόχοι χωρίς τη συμμετοχή της κομμουνιστικής «απειλής» μεν, αλλά με μια ανατρεπτικότητα που πλησίαζε την επανάσταση και δεν έμενε στη μεταρρύθμιση.
Παραμένει σταθερή απορία εάν ήταν οι ανάγκες, κοινωνικές και οικονομικές, που στράτευαν τον κόσμο στους πολιτικούς αγώνες ή αν ήταν οι ιδεολογίες που τους δέσμευαν ηθικά. Σε κάθε περίπτωση, η στράτευση εξαρτιόταν από το πλαίσιο που θα εκδηλωνόταν ο αγώνας. Εάν υπήρχε ασφάλεια ζωής όπως στη Μεταπολίτευση, τότε η στράτευση ήταν πολιτική, άρα όσο παθιασμένη άλλο τόσο ακίνδυνη. Χρειάστηκαν επτά και πλέον χρόνια και τρεις εκλογικές αναμετρήσεις για να ανεβεί το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Η Διακήρυξη ίσως στάθηκε μια εμφατική ιδεολογική αφετηρία – και τα υψηλά ιδεολογικά οκτάνια στο καύσιμο του Κινήματος. Μεγάλα εκλογικά νούμερα ήρθαν από υποσχέσεις και θυμό. Ηρθαν όμως, έστω και αδήλωτα, από την αγωνία μελών και κληρονόμων του ΕΑΜικού κόσμου, από τις ελπίδες που γέννησε η Ενωση Κέντρου πριν ανατραπεί και από όσους αντιστάθηκαν και βασανίστηκαν στη χούντα, πιστεύοντας ότι εκπλήρωναν την αγάπη τους προς την Ελλάδα.
*Ο κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι ιστορικός, υπεύθυνος του Ιστορικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη.













