Πολλές χώρες της ΕΕ επιδιώκουν τη δημοσιονομική εξυγίανση με στόχο τη μείωση των ελλειμμάτων τους. Εμπειρικά στοιχεία, ωστόσο, αποδεικνύουν ότι η λιτότητα οδηγεί σε μετρήσιμη αύξηση της πολιτικής αστάθειας: η δημοτικότητα των κυβερνήσεων μειώνεται, ενώ η πιθανότητα κυβερνητικών κρίσεων και διαδηλώσεων αυξάνεται βραχυπρόθεσμα.
Η υποστήριξη του κοινού μειώνεται ακόμη πιο απότομα όταν η εξυγίανση πραγματοποιείται εν μέσω οικονομικής ύφεσης ή βασίζεται αποκλειστικά σε περικοπές δαπανών. Η επιδείνωση της οικονομικής δραστηριότητας που ακολουθεί τη δημοσιονομική σύσφιξη ευθύνεται για το μεγαλύτερο μέρος της πτώσης της δημοτικότητας. Τα μέτρα εξυγίανσης που αποσκοπούν στον περιορισμό αυτών των επιδράσεων μπορούν, συνεπώς, να συμβάλουν στη διαφύλαξη της πολιτικής σταθερότητας.
Σε πολλά κράτη μέλη της ΕΕ, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και οι δείκτες δημόσιου χρέους εξακολουθούν να βρίσκονται πολύ πάνω από τα επίπεδα που είχαν πριν από την πανδημία και την ενεργειακή κρίση. Οι κυβερνήσεις δέχονται αυξανόμενη πίεση να εξυγιάνουν τα δημόσια οικονομικά και να συμμορφωθούν με τους σκληρούς δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ.
Η Γαλλία, η Φινλανδία, η Αυστρία, το Βέλγιο, η Ρουμανία και η Σλοβακία συγκαταλέγονται ήδη στα κράτη μέλη που ακολουθούν περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, ενώ οι κανόνες θα απαιτήσουν περαιτέρω αυστηροποίηση σε ολόκληρη την Ένωση τα επόμενα χρόνια – κάτι που αφορά, φυσικά, και στην Ελλάδα.
Η επιτυχία της δημοσιονομικής εξυγίανσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσον εξασφαλίζει ευρεία υποστήριξη από το κοινό. Εάν προκαλέσει πολιτική αστάθεια, ενδέχεται τελικά να υπονομεύσει και τις οικονομικές επιδόσεις.
Νέα μελέτη του Ινστιτούτου Διεθνών Οικονομικών Μελετών της Βιέννης, όπως τονίζεται σε δημοσίευμα του Social Europe, αναλύει πώς οι αυξήσεις των φόρων και οι περικοπές δαπανών επηρεάζουν τη δημοτικότητα μιας κυβέρνησης, την πιθανότητα κυβερνητικών κρίσεων και τις διαμαρτυρίες.
Πώς η λιτότητα στην Ελλάδα, ουσιαστικά, συνεχίζεται
Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα μπορεί, τυπικά, να αποτελεί παρελθόν, ωστόσο, τα χαμηλά εισοδήματα, η φορολογία – άμεση και έμμεση – και η επιμένουσα ακρίβεια συνεχίζουν να ταλανίζουν τους πολίτες, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φαίνεται να συστήνει λιτότητα διαρκείας για τη χώρα μας, ώστε να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.
Ειδικά, μάλιστα, από το 2027, οπότε ολοκληρώνονται και οι τελευταίες εκταμιεύσεις κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης – το οποίο, σύμφωνα με την αντιπολίτευση, δεν αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο η κυβέρνηση Μητσοτάκη – και, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Κομισιόν, η ελληνική οικονομία θα εισέλθει σταδιακά σε στασιμότητα, καθώς η ανάπτυξη θα υποχωρήσει στο 1,7% το 2027 και στο 0,7% κατά μέσο όρο από το 2028, η ΕΕ μάς ζητά να ξαναμπούμε σε… στενό «κορσέ» για να μην ξεφύγουν πάλι ελλείμματα και χρέος.
Λιτότητα και πολιτικό κόστος
Τα αποτελέσματα αποτυπώνουν τη μέση πολιτική επίδραση μιας δημοσιονομικής εξυγίανσης ύψους μιας ποσοστιαίας μονάδας του ΑΕΠ. Για να κατανοήσουμε το πλαίσιο, οι δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ απαιτούν επί του παρόντος από αρκετά κράτη μέλη να βελτιώνουν τα διαρθρωτικά δημοσιονομικά τους ισοζύγια κατά τουλάχιστον 0,5 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ κάθε χρόνο, καθ’ όλη τη διάρκεια της πολυετούς περιόδου προσαρμογής που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Σε όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες που καλύπτει η ανάλυση του Ινστιτούτου Διεθνών Οικονομικών Μελετών της Βιέννης, η δημοτικότητα της κυβέρνησης μειώνεται κατά περίπου 1,6 ποσοστιαίες μονάδες εντός ενός έτους από μια εξυγίανση αυτής της κλίμακας. Η μείωση αυτή οφείλεται, πάνω απ’ όλα, στα ασθενέστερα αποτελέσματα σε επίπεδο ανάπτυξης και απασχόλησης που ακολουθούν τη δημοσιονομική σύσφιξη.
Η δημοσιονομική εξυγίανση αυξάνει επίσης τη βραχυπρόθεσμη πιθανότητα αντικυβερνητικών διαδηλώσεων κατά 7,5 ποσοστιαίες μονάδες και γενικών απεργιών κατά 7,8 ποσοστιαίες μονάδες. Η πιθανότητα μιας σοβαρής κυβερνητικής κρίσης – που απειλεί την επιβίωση της κυβέρνησης – αυξάνεται κατά 17,5 ποσοστιαίες μονάδες. Ωστόσο, αυτές οι επιπτώσεις είναι βραχύβιες και εξασθενίζουν μεσοπρόθεσμα.
Οι κυβερνήσεις συνήθως επιδιώκουν τη δημοσιονομική εξυγίανση, με στόχο τη σταθεροποίηση του κόστους της δημόσιας χρηματοδότησης, με τα ευρήματα της έρευνας να υπογραμμίζουν το πολιτικό κόστος αυτής της πολιτικής. Η δημοσιονομική σύσφιξη δεν οδηγεί αυτομάτως σε πολιτική αστάθεια, και τα περισσότερα πακέτα εξυγίανσης δεν καταλήγουν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες ή στην πτώση της κυβέρνησης. Ωστόσο, οι βραχυπρόθεσμες συγκρούσεις ως προς την κατανομή του εισοδήματος που προκαλούν, καθώς και οι απώλειες που επιβάλλουν στα οργανωμένα πολιτικά συμφέροντα, αυξάνουν αισθητά τον κίνδυνο κυβερνητικών κρίσεων, διαμαρτυριών και απεργιών.
Τα δημοσιονομικά μέτρα σε περιόδους ύφεσης «ρίχνουν» κυβερνήσεις
Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι η δημοσιονομική εξυγίανση επηρεάζει ελάχιστα την αποδοχή της κυβέρνησης κατά τη διάρκεια των περιόδων οικονομικής άνθησης. Αντίθετα, σε περιόδους ύφεσης, η επίδραση είναι σημαντική και αρνητική και φτάνει μέχει και στην ανατροπή κυβερνήσεων που έχουν επιβάλει αυστηρά μέτρα λιτότητας.
Ειδικότερα, σε περίοδο ύφεσης, τα ποσοστά αποδοχής μειώνονται κατά περίπου 2,1 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε ένα έτος – κάτι που είδαμε στην πράξη τα χρόνια των μνημονίων στην Ελλάδα – ως αντίδραση σε μια εξυγίανση αξίας μίας ποσοστιαίας μονάδας του ΑΕΠ. Σε περίοδο άνθησης, οι επιπτώσεις είναι μικρές και στατιστικά αδιακρίτως μηδενικές. Το μοτίβο αυτό υποδηλώνει ότι το μακροοικονομικό κόστος της εξυγίανσης — το οποίο είναι πιο έντονο σε περίοδο ύφεσης — διαμορφώνει έμμεσα την υποστήριξη των πολιτών προς την περιοριστική δημοσιονομική στάση της κυβέρνησης.
Για τα κράτη μέλη της ΕΕ, αυτό σημαίνει ότι η τρέχουσα πορεία εξυγίανσης θα ενείχε πολύ μεγαλύτερους πολιτικούς κινδύνους εάν συνέπιπτε με μια περίοδο ύφεσης. Μέχρι στιγμής, αρκετές χώρες έχουν εφαρμόσει αυστηρότερη δημοσιονομική πολιτική κατά τη διάρκεια μιας φάσης ανάκαμψης. Αν και η ανάκαμψη αυτή δεν ήταν πλήρως αυτοσυντηρούμενη, βελτίωσε ωστόσο τις συνθήκες για τη δημοσιονομική πολιτική.
Οι εξωτερικοί κλυδωνισμοί — συμπεριλαμβανομένης της κλιμάκωσης της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και της συναφούς αύξησης των τιμών της ενέργειας — έχουν ήδη αρχίσει να επιβαρύνουν τις οικονομικές συνθήκες και, ως εκ τούτου, η δημοσιονομική εξυγίανση ενδέχεται να αρχίσει να επηρεάζει πιο έντονα τη δημοτικότητα μιας κυβέρνησης.
Η σύνθεση έχει την ίδια σημασία με το χρονοδιάγραμμα. Η επίμαχη μελέτη του αυστριακού Ινστιτύτου δείχνει ότι τα πακέτα δημοσιονομικής εξυγίανσης που βασίζονται αποκλειστικά σε περικοπές δαπανών προκαλούν μεγαλύτερη πτώση της δημοτικότητας της κυβέρνησης σε σύγκριση με εκείνα που περιλαμβάνουν και μέτρα από την πλευρά των εσόδων. Η ενσωμάτωση φορολογικών μέτρων μπορεί, επομένως, να μετριάσει την πολιτική ζημιά και να ενισχύσει τη σταθερότητα.
Ειδικότερα, η δημοσιονομική σύσφιξη που επιβαρύνει περισσότερο τους οικονομικά εύπορους φορείς — οι οποίοι μπορούν να απορροφήσουν την απώλεια εισοδήματος αντλώντας από τις αποταμιεύσεις ή τα αποθέματά τους — μπορεί επίσης να μειώσει εξ αρχής τις αρνητικές μακροοικονομικές επιπτώσεις της εξυγίανσης.
Η κρίση των ψηφοφόρων για την απόδοση της κυβέρνησης, όπως αποτυπώνεται στα ποσοστά δημοτικότητας, διαμορφώνει και τα αποτελέσματα των εκλογών. Τα ποσοστά δημοτικότητας και οι διαμαρτυρίες αποτελούν τα πρώτα προειδοποιητικά σημάδια της μείωσης της υποστήριξης.
Υπάρχουσες έρευνες δείχνουν ότι τα μέτρα λιτότητας, ιδίως σε δύσκολες οικονομικές συγκυρίες, έχουν συμβάλει στην άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων στην Ευρώπη. Ο σχεδιασμός των πακέτων δημοσιονομικής εξυγίανσης έχει, επομένως, σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ τα δημόσια οικονομικά. Ο χρόνος και η σύνθεσή τους μπορούν να καθορίσουν αν η δημοσιονομική εξυγίανση θα ενισχύσει την πολιτική σταθερότητα ή θα την υπονομεύσει σιωπηλά.









