Φόρτωση Text-to-Speech…
Το σκηνικό κινούμενης άμμου εντός του οποίου, παρά το σαφές δημοσκοπικό προβάδισμα της Ν.Δ., θα οδεύσει η χώρα στις προσεχείς εκλογές αναδεικνύουν οι εξελίξεις του τελευταίου μήνα: Η κυβέρνηση, από τη δίνη των δικογραφιών για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και την παραίτηση Λαζαρίδη, πέρασε στην επικοινωνιακή αντεπίθεση με τα μέτρα οικονομικής στήριξης και την επίσκεψη Μακρόν, ενώ πλέον δοκιμάζεται και πάλι μετά την αρχειοθέτηση της υπόθεσης των υποκλοπών, την επερχόμενη συζήτηση επί της πρότασης του ΠΑΣΟΚ περί σύστασης Προανακριτικής για τους Σπήλιο Λιβανό και Φωτεινή Αραμπατζή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και την αναταραχή στη «γαλάζια» κοινοβουλευτική ομάδα.

Το θετικό για το Μέγαρο Μαξίμου είναι πως οι απώλειες που έχει η Ν.Δ. δεν αθροίζονται σε κάποιον εναλλακτικό πόλο διακυβέρνησης, αλλά οι ψηφοφόροι που την εγκαταλείπουν μετακινούνται στον χώρο των αναποφάσιστων. Στον αντίποδα, είναι πλέον σαφές πως θεσμικά θέματα όπως οι υποκλοπές «επικάθονται» σε άλλα υφιστάμενα προβλήματα, με πρώτη την ακρίβεια, και επιβαρύνουν περαιτέρω το πολιτικό κλίμα. Παράλληλα αναγνωρίζεται πως η κυβέρνηση δεν μπορεί να δώσει την εκλογική μάχη με εστίες ηχηρής αμφισβήτησης των επιλογών της εντός της «γαλάζιας» Κ.Ο.
Το γεγονός ότι οι πέντε βουλευτές επέλεξαν να ανοίξουν μέτωπο με το επιτελικό κράτος, που αποτελεί κορυφαία επιλογή του Κυρ. Μητσοτάκη από το 2019, εάν δεν υπάρξει κατάλληλη πολιτική διαχείριση μπορεί να αποτελέσει σημείο τομής. Το αισιόδοξο για τη Ν.Δ. σενάριο είναι όσο ο χρόνος των εκλογών πλησιάζει, μεταξύ των βουλευτών να κυριαρχήσει η «παραταξιακή ευθύνη» και το κυβερνών κόμμα να δώσει συντεταγμένα την εκλογική μάχη.

Το αρνητικό είναι ότι, καθώς με βάση τον σχεδιασμό του πρωθυπουργού οι εκλογές απέχουν, μπορεί να εκδηλώνονται εφεξής θύλακοι βουλευτών που εκτιμούν είτε πως η Ν.Δ. με τη σημερινή της μορφή πιθανώς βρίσκεται σε αποδρομή και τους συμφέρει να τοποθετηθούν ενόψει της «επόμενης ημέρας» είτε ότι όχι μόνον δεν έχουν τίποτα να χάσουν εάν λειτουργούν ως εσωκομματική αντιπολίτευση, αλλά, αντιθέτως, θα αποκομίζουν κέρδη στις εκλογικές τους περιφέρειες με ορίζοντα τη μάχη του σταυρού. Πάντως, από πολλούς η αποστροφή του Κυρ. Μητσοτάκη ότι «το επιτελικό κράτος αφορά εμάς, την εκτελεστική εξουσία, όχι τη νομοθετική εξουσία», ερμηνεύθηκε και ως μήνυμα ότι υφίστανται «κόκκινες γραμμές» αναφορικά με το εύρος της κριτικής προς την κυβέρνηση.
Η συμμετοχή στο Ορμούζ
Με μια φρεγάτα, που ουσιαστικά θα αντικαταστήσει την ελληνική παρουσία στην επιχείρηση «Ασπίδες» στην Ερυθρά Θάλασσα, θα μετάσχει η Ελλάδα στη διεθνή ναυτική δύναμη που θα αναπτυχθεί στα Στενά του Ορμούζ, εάν και όταν οι εχθροπραξίες τερματιστούν. Είναι προφανές πως η ελληνική πλευρά, με δεδομένη την παρουσία της στην Κύπρο, δεν είναι δυνατόν να διαθέσει περισσότερες μονάδες σε επιχειρήσεις εκτός Ελλάδος, σε μια περίοδο μάλιστα κατά την οποία η Αγκυρα οξύνει τη ρητορική της.
Η Αθήνα εκτιμά ότι οι «πρόθυμες» χώρες που θα μεταβούν στο Ορμούζ θα είναι 15 με 20 και ότι η ελληνική παρουσία είναι επιβεβλημένη για σειρά λόγων: Ο μεγάλος ελληνόκτητος στόλος «επιβάλλει» τη συμμετοχή της Αθήνας στο εγχείρημα διασφάλισης της ελεύθερης ναυσιπλοΐας. Επίσης, είναι σαφές ότι η Ελλάδα θα αποκομίσει διπλωματικό κεφάλαιο εάν μετάσχει σε μια επιχείρηση καθοριστικής σημασίας για την παγκόσμια οικονομία. Εξάλλου είναι πλέον προφανές ότι στη διεθνή σκηνή ανάλογες πρωτοβουλίες δεν θα αναλαμβάνονται εφεξής από «δυσκίνητες» και με αντιθετικά συμφέροντα στους κόλπους τους οντότητες, όπως ο ΟΗΕ ή η Ευρωπαϊκή Eνωση, αλλά από συμπράξεις «προθύμων» χωρών.
Στην Αθήνα επικρατεί προβληματισμός για το χάσμα μεταξύ Τραμπ και Τεχεράνης, που δεν επιτρέπει την εξεύρεση διπλωματικής λύσης. Πάντως, με δεδομένο ότι η συνέχιση των συγκρούσεων έχει ορατό κόστος για όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές, εκφράζεται η εκτίμηση ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να τερματιστεί εντός των επομένων δύο εβδομάδων. Βεβαίως, ακόμη και εάν αυτό συμβεί, οι επιπτώσεις στην εθνική οικονομία –σε επίπεδο αύξησης τιμών– είναι δεδομένες. Oμως, θα είναι ελεγχόμενες σε σχέση με το εφιαλτικό σενάριο της παράτασης του πολέμου επί μακρόν.
Κούρσα για δύο
Σε ήρεμα νερά αναμένεται να κινηθεί μέχρι τις προσεχείς εκλογές το ΠΑΣΟΚ καθώς, όπως κατέδειξε με τις επιλογές του για τη νέα ανθρωπογεωγραφία της Χαριλάου Τρικούπη ο Νίκος Ανδρουλάκης, δεν επιθυμεί τις εσωκομματικές εντάσεις, ενώ και οι «βαρώνοι» του κόμματος δεν έχουν λόγο στην τελική ευθεία προς τις κάλπες να βρεθούν αντιμέτωποι με την κατηγορία πως τροφοδοτούν την εσωστρέφεια.
Ενδεικτικές, εξάλλου, είναι οι χαμηλών τόνων αντιδράσεις στη «μεταγραφή» του Νικόλα Φαραντούρη. Την απόφαση του Ν. Ανδρουλάκη να διασφαλιστεί η συντεταγμένη πορεία του ΠΑΣΟΚ χωρίς εσωκομματικές αντιπαλότητες υπηρετεί η επιλογή του Ιωάννη Βαρδακαστάνη ως επικεφαλής της Χαριλάου Τρικούπη, αλλά και η ανάδειξη –με τη συμβολή της ψήφου των «προεδρικών»– όλων των εσωκομματικών του αντιπάλων, περιλαμβανομένου του Χάρη Δούκα, σε υψηλές θέσεις στο νέο Πολιτικό Συμβούλιο.

Πάντως, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, με βάση τον μεγάλο αριθμό των μελών του –που φτάνουν τα 32 με όσους θα έχουν μόνο δικαίωμα λόγου– το Πολιτικό Συμβούλιο θα είναι λειτουργικό και με ποια συχνότητα θα συνεδριάζει. Εξάλλου, ένα από τα βασικά πεδία κριτικής κατά του Ν. Ανδρουλάκη το προηγούμενο διάστημα ήταν η μη λειτουργία των κομματικών οργάνων.
Σε κάθε περίπτωση, πλέον ο Ν. Ανδρουλάκης έχει μπροστά του έναν «ανοικτό διάδρομο» μέχρι τις προσεχείς εκλογές με διπλό στόχο, το ΠΑΣΟΚ να προσεγγίσει ένα ποσοστό στην περιοχή του 15%-16%, που θα καθιστά απαγορευτική την αμφισβήτησή του ως προέδρου, και τη δεύτερη θέση στη μάχη με το κόμμα Τσίπρα. Στην «κούρσα» με τον πρώην πρωθυπουργό, ο Ν. Ανδρουλάκης έχει ορισμένα συγκριτικά πλεονεκτήματα. Πρώτον, διαθέτει δομημένο κόμμα με παρουσία στους κοινωνικούς χώρους, από την τοπική αυτοδιοίκηση μέχρι τα συνδικάτα.
Δεύτερον, ύστερα από πολλά χρόνια η Χαριλάου Τρικούπη εμφανίζεται να αντλεί στελέχη από τον ΣΥΡΙΖΑ. Tρίτον, το ΠΑΣΟΚ έχει τη δυνατότητα να «συνομιλήσει» με τον κόσμο του Κέντρου πολύ περισσότερο από ό,τι ο Αλ. Τσίπρας.



