Φόρτωση Text-to-Speech…
«Δεν βγαίνουν οι αριθμοί. Δεν αντέχει ο προϋπολογισμός σήμερα 13η σύνταξη και 13ο μισθό στο Δημόσιο. Είναι τόσο απλό», είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο πλαίσιο της συνέντευξης Τύπου που παραχώρησε στη ΔΕΘ. Οι περικοπές στους μισθούς και στις συντάξεις που έγιναν την περίοδο της κρίσης είχαν παρουσιαστεί ως έκτακτες θυσίες. Ωστόσο, δεκαέξι χρόνια μετά ο πρωθυπουργός λέει ότι η οικονομία έχει μεν ανακάμψει, αλλά δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος για την αποκατάσταση εκείνων των απωλειών. Με την απάντησή του αναγνωρίζει, εμμέσως, πως οι πληγές της κρίσης στην ελληνική κοινωνία δεν έχουν ακόμη επουλωθεί, παρά την κυβερνητική θριαμβολογία για τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, η οποία εστιάζει κυρίως στη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών και όχι σε όλους τους δείκτες.
Η Ελλάδα όμως χρειαζόταν ένα πολύ μεγάλο άλμα μετά την κρίση, το οποίο δεν έγινε. Η «επιστροφή στην κανονικότητα» ήταν ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους ψηφίστηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης το 2019. Φαίνεται, ωστόσο, πως η κανονικότητα δεν σημαίνει για όλους το ίδιο πράγμα ή δεν επέστρεψαν όλοι σε αυτή. Ορισμένες επιχειρήσεις, για παράδειγμα, επέστρεψαν στα μεγάλα κέρδη που είχαν προ κρίσης, αλλά οι μισθωτοί, οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι συνταξιούχοι δεν επέστρεψαν στο επίπεδο στο οποίο βρίσκονταν.
Οσον αφορά την ευρωπαϊκή σύγκλιση, όχι μόνο απέχουμε πολύ από το σημείο που ήμασταν πριν από την κρίση, αλλά η κυβέρνηση δεν έχει παρουσιάσει κανένα σχέδιο για το πώς θα πετύχει την ανάπτυξη που χρειαζόμαστε για να καλύψει αυτή την απόσταση. Τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης θα μπορούσαν να αποτελέσουν το καύσιμο για την αναγκαία επιτάχυνση, αλλά -παρότι κάποια έργα έγιναν- αυτή δεν επιτεύχθηκε.
Εκτός από το πρωτογενές πλεόνασμα και την πρόσβαση στις αγορές, υπάρχει και η κοινωνία.

Μπορεί η χώρα να έχει βγει προ πολλού από την κρίση, αλλά η κοινωνικοοικονομική ανάκαμψη καθυστερεί και δοκιμάζει τις αντοχές των φτωχότερων στρωμάτων. Αν, δεκαέξι χρόνια μετά, η κυβέρνηση εξακολουθεί να λέει ότι η οικονομία δεν αντέχει την πλήρη αποκατάσταση των βασικών απωλειών που επιβλήθηκαν τότε, η κανονικότητα δεν έχει επιστρέψει για όλους. Σχετική είναι επομένως και η έννοια της επιτυχίας της οικονομίας, που επικαλείται η κυβέρνηση, καθώς τα κριτήρια οικονομικής ευημερίας δεν είναι μόνο το πρωτογενές πλεόνασμα και η πρόσβαση στις αγορές, η σημασία των οποίων ασφαλώς δεν υποτιμάται. Υπάρχουν όμως άλλοι δείκτες, όπως η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, με βάση τους οποίους η χώρα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε., αλλά και ο βαθμός σύγκλισης, που αποκαλύπτει ότι η απόσταση παραμένει μεγάλη.
Αν η κυβέρνηση θεωρεί ότι η ελληνική οικονομία δεν παράγει ακόμη αρκετό πλούτο ώστε να αποκαταστήσει αυτές τις απώλειες, τότε ο πρωθυπουργός θα πρέπει να απαντήσει πώς θα αυξήσουμε σημαντικά την παραγωγικότητα και το κατά κεφαλήν εισόδημα. Αυτό θα έπρεπε να είναι το κεντρικό ζήτημα. Αντί για αυτό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε πόσα θα δώσει σε κάθε κοινωνική ομάδα που είναι δυσαρεστημένη με την κυβέρνηση, προκειμένου να την ψηφίσουν ξανά.

Απουσία στρατηγικού σχεδίου και μεταρρυθμίσεων
Ο πρωθυπουργός στην ομιλία του στη ΔΕΘ εστίασε άλλη μια φορά στη μικροδιαχείριση της κοινωνικής δυσαρέσκειας, αλλά δεν παρουσίασε κανένα στρατηγικό σχέδιο για την πρόοδο και την ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια. Ουσιαστικά και κρίσιμα ερωτήματα για την οικονομία έμειναν χωρίς απαντήσεις: Πώς θα αλλάξει η παραγωγική δομή της Ελλάδας; Πώς θα αυξηθεί η παραγωγικότητα; Πώς θα περάσει η Ελλάδα από ένα μοντέλο που στηρίζεται κυρίως στον τουρισμό, στο real estate και στις υπηρεσίες σε ένα μοντέλο με περισσότερη βιομηχανία, τεχνολογία και εξαγωγές; Τι είδους ξένες επενδύσεις θέλουμε;
Την περίοδο 2027-2030, όπως λένε και στην κυβέρνηση, θα έπρεπε να περάσουμε από την «ανάκαμψη μετά την κρίση» στον πραγματικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας, αλλά καμία ουσιαστική αναφορά σε αυτό δεν έγινε, πέρα από κάποιες γενικόλογες επιδιώξεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης η ανάπτυξη της Ελλάδας θα επιβραδυνθεί και το μέλλον δεν προβλέπεται αισιόδοξο, αν τα πράγματα παραμείνουν ως έχουν.
Το συμπέρασμα λοιπόν είναι πως ενώ η ελληνική οικονομία έχει βγει από τη φάση της οξείας κρίσης και πέρασε σε μια τροχιά ανάκαμψης, η μετάβαση στην «κανονικότητα» καθυστερεί για τη μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων και των συνταξιούχων, καθώς οι απώλειες της περασμένης 15ετίας παραμένουν.
Ολοι μιλούν για «αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου», αλλά κανένας δεν λέει πώς θα γίνει αυτό, ούτε πώς θα πραγματοποιηθεί η μετάβαση από μια οικονομία που βασίζεται στην κατανάλωση και τις χαμηλόμισθες υπηρεσίες σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας που είναι και το κλειδί για τη δημιουργία καλών, υψηλόμισθων θέσεων εργασίας. Κάτι που ήταν άλλωστε σύνθημα του Κυριάκου Μητσοτάκη και το ακούσαμε πρόσφατα από τον Αλέξη Τσίπρα να το επαναλαμβάνει.
Ο πληθωρισμός και η ακρίβεια θα εξανεμίσουν και αυτές τις αυξήσεις που εξήγγειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Οσο το κόστος ζωής συνεχίζει να μεγαλώνει και οι αυξήσεις των μισθών δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν τις αυξήσεις στις τιμές, δεν θα έχουν πραγματικό αντίκρισμα. Αλλωστε και τα μέτρα κατά της αισχροκέρδειας αποδείχτηκαν αναποτελεσματικά και ο πρωθυπουργός, παρότι αναγνώρισε για άλλη μια φορά ότι η ακρίβεια είναι το μεγαλύτερο βάρος των πολιτών σήμερα, δεν έπεισε ότι υπάρχει πολιτική βούληση για να την αντιμετωπίσει.
Δεν περιμένει κανένας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη να εφαρμόσει μία αριστερή πολιτική. Ενας καλόπιστος ψηφοφόρος του, όμως, θα περίμενε να παρουσιάσει αντί για ψηφοθηρικά μέτρα ένα στρατηγικό σχέδιο που θα οδηγήσει την οικονομία σε στέρεα ανάπτυξη και θα διορθώσει τις στρεβλώσεις – αλλά αυτό δεν το είδαμε.













