Ήταν η πρωτοφανής μαζική κίνηση προς τη Θέουτα αποτέλεσμα μιας αιφνίδιας έκρηξης, την οποία δεν μπορούσαν να ελέγξουν οι Αρχές, ή μια πολιτικά υποκινούμενη κρίση που θα μπορούσε να είχε αποτραπεί; Ποιον ρόλο διαδραμάτισαν οι διαδικτυακές εκστρατείες και η απόφαση της Ισπανίας να νομιμοποιήσει εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες; Και γιατί η ισπανική κυβέρνηση αποφεύγει να καταλογίσει ευθέως ευθύνες στο Μαρόκο;
Τρεις διαφορετικές αναγνώσεις της κρίσης αναδεικνύουν το βαθύ χάσμα που χωρίζει την ισπανική από τη μαροκινή δημόσια συζήτηση. Ο γαλλομαροκινός δημοσιογράφος και πολιτικός αναλυτής Μουσταφά Τοσά, με έδρα το Παρίσι, υποστηρίζει ότι το Ραμπάτ παρακολουθούσε την κινητοποίηση στα κοινωνικά δίκτυα και καταπολεμά συστηματικά τα δίκτυα διακίνησης.
Αντίθετα, η Λούρδες Πέρες, αναπληρώτρια διευθύντρια της El Correo και της Colpisa, του ομίλου Vocento, θεωρεί ότι η κρίση ήταν κυρίως πολιτική και διπλωματική και ότι θα μπορούσε να είχε αποτραπεί εάν το Μαρόκο δεν επέτρεπε τις μαζικές μετακινήσεις.
Ακόμη πιο επικριτικός εμφανίζεται ο Χούλιο Ιμπάρα, δημοσιογράφος του EITB και πολιτικός αναλυτής, ο οποίος θέτει στο επίκεντρο τις ευθύνες της μαροκινής μοναρχίας, τις απώλειες ανθρώπινων ζωών και την επιθυμία χιλιάδων νέων να εγκαταλείψουν τη χώρα.
Έκπληξη ή μια κρίση που φαινόταν να έρχεται;
Για τον Μουσταφά Τοσά, οι μαροκινές αρχές γνώριζαν ότι το τελευταίο διάστημα εντεινόταν η κινητοποίηση μέσω του Διαδικτύου. Είχαν διαπιστώσει, όπως λέει, αυξημένη διάδοση παραπληροφόρησης στα κοινωνικά δίκτυα, ιδιαίτερα μετά από αποφάσεις της ισπανικής Δικαιοσύνης που μπορούσαν να παρουσιαστούν παραπλανητικά ως ευκαιρία εύκολης εισόδου στην Ισπανία.
Ο Τοσά εκτιμά ότι η κρίση απέδειξε πως οι σύγχρονες μεταναστευτικές ροές δεν καθορίζονται αποκλειστικά από οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Μπορούν πλέον να επιταχύνονται ή ακόμη και να κατευθύνονται μέσα από ψηφιακές εκστρατείες, φήμες και συντονισμένες αναρτήσεις.
«Αυτό που συνέβη στη Θέουτα δείχνει ότι οι μεταναστευτικές ροές εργαλειοποιούνται πλέον και μέσω συντονισμένων ψηφιακών εκστρατειών», επισημαίνει, ζητώντας ενίσχυση της ανταλλαγής πληροφοριών και της συνεργασίας κατά των δικτύων διακίνησης.
Η Λούρδες Πέρες, όμως, αμφισβητεί εμμέσως την εικόνα ενός αιφνιδιασμού που ήταν αδύνατον να προβλεφθεί. Σύμφωνα με την ίδια, ισπανικές εφημερίδες έχουν αποκαλύψει ότι τα τελευταία χρόνια είχαν διατυπωθεί τουλάχιστον είκοσι προειδοποιήσεις για το ενδεχόμενο μαζικών μετακινήσεων στα σύνορα.
Το ισπανικό υπουργείο Εσωτερικών επιμένει ότι δεν είχε λάβει συγκεκριμένη προειδοποίηση από το Εθνικό Κέντρο Πληροφοριών, το CNI. Η Πέρες διευκρινίζει, ωστόσο, ότι οι ισπανικές υπηρεσίες πληροφοριών υπάγονται στο υπουργείο Άμυνας, ενώ η φύλαξη των συνόρων αποτελεί αρμοδιότητα του υπουργείου Εσωτερικών.
Η ίδια θεωρεί ότι ο έλεγχος των συγκεκριμένων συνόρων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προθυμία των μαροκινών αρχών να εμποδίζουν τις συγκεντρώσεις και τις απόπειρες διέλευσης.
Ακόμη πιο κατηγορηματικός είναι ο Χούλιο Ιμπάρα. Όπως επισημαίνει, μια συγκέντρωση δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων –πλήθος που αντιστοιχεί περίπου στο διπλάσιο της χωρητικότητας του γηπέδου της Λας Πάλμας στα Κανάρια– δύσκολα θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη σε ένα από τα πιο επιτηρούμενα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κατά την άποψή του, η κρίση θα μπορούσε τουλάχιστον να είχε περιοριστεί. «Το ένα βασίλειο επέτρεψε να συμβεί και το άλλο βασίλειο δεν ήξερε πώς να αντιδράσει», είναι η χαρακτηριστική διατύπωσή του.
Η αποτροπή, σημειώνει, προϋποθέτει πρόβλεψη, επιχειρησιακό σχεδιασμό και δράση μέσα στα όρια του νόμου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Θέτει, μάλιστα, ευθέως το ερώτημα εάν το Μαρόκο αντιμετωπίζει την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τον ίδιο τρόπο που οφείλει να την αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το προηγούμενο του 2021
Κεντρικό σημείο της ισπανικής κριτικής αποτελεί η κρίση της 17ης και 18ης Μαΐου 2021, όταν περίπου 10.000 άνθρωποι πέρασαν στη Θέουτα.
Εκείνη η μαζική είσοδος είχε ερμηνευθεί ως αντίδραση του Ραμπάτ στην απόφαση της Ισπανίας να δεχθεί μυστικά για νοσηλεία τον Μπραχίμ Γκάλι, ηγέτη του Μετώπου Πολισάριο, κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Η εντύπωση που είχε τότε διαμορφωθεί στην Ισπανία ήταν ότι οι μαροκινές αρχές είχαν χαλαρώσει την επιτήρηση των συνόρων, ώστε να ασκήσουν πίεση στη Μαδρίτη.
Για την Πέρες, οι ομοιότητες ανάμεσα στις δύο κρίσεις είναι πολλές. Η διαφορά είναι ότι το σημερινό κύμα υπήρξε πολλαπλάσιο εκείνου του 2021.
«Τέτοιες καταστάσεις μπορούν να αποτραπούν, εφόσον οι μαροκινές αρχές δεν επιτρέπουν να συμβούν», υποστηρίζει.
Ο Μουσταφά Τοσά απορρίπτει, αντίθετα, την κατηγορία ότι το Μαρόκο χρησιμοποίησε αυτή τη φορά τη μετανάστευση ως εργαλείο πολιτικής πίεσης. Υπενθυμίζει ότι μετά τον διμερή οδικό χάρτη του 2022, Μαρόκο και Ισπανία οικοδόμησαν μια στρατηγική σχέση βασισμένη στην εμπιστοσύνη και στην επιχειρησιακή συνεργασία.
Κατά την άποψή του, όσοι κατηγορούν το Ραμπάτ παραβλέπουν το ανθρώπινο, οικονομικό και επιχειρησιακό κόστος που αναλαμβάνει το Μαρόκο ως χώρα διέλευσης και προορισμού. Επισημαίνει επίσης τις επιχειρήσεις εξάρθρωσης κυκλωμάτων διακίνησης και τις σημαντικές επενδύσεις στη φύλαξη των συνόρων.
«Οι νέοι εγκαταλείπουν το ίδιο τους το μέλλον»
Η κριτική του Χούλιο Ιμπάρα δεν περιορίζεται στο ζήτημα της φύλαξης των συνόρων. Θέτει ένα βαθύτερο πολιτικό και ηθικό ερώτημα: γιατί δεκάδες χιλιάδες νέοι, οι οποίοι αποτελούν το μέλλον του Μαρόκου, είναι διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν ακόμη και τη ζωή τους για να φύγουν από τη χώρα;
«Ποια θα ήταν η γνώμη ενός Έλληνα πολίτη εάν δεκάδες χιλιάδες νέοι, το μέλλον της χώρας του, προτιμούσαν να μεταναστεύσουν, ακόμη και με κίνδυνο να χάσουν τη ζωή τους, ενώ οι κυβερνώντες κοιτούσαν προς την άλλη πλευρά;» διερωτάται.
Ο Ιμπάρα κατηγορεί τη μαροκινή ηγεσία ότι δεν ενδιαφέρθηκε επαρκώς για την τύχη των πολιτών της, ακόμη και όταν έγινε γνωστό ότι υπήρχαν νεκροί, αγνοούμενοι και χιλιάδες ανήλικοι εκτεθειμένοι σε σοβαρούς κινδύνους.
Η ευθύνη, σύμφωνα με την ανάλυσή του, δεν πρέπει να μεταφέρεται αποκλειστικά σε όσους υποδέχονται τους μετανάστες και είναι υποχρεωμένοι να προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Πρέπει να αναζητείται και στις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που ωθούν τόσους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τη χώρα τους.
Παρόμοιο ερώτημα θέτει και η Πέρες. Τονίζει ότι περισσότεροι από εκατό Μαροκινοί έχασαν τη ζωή τους στη θάλασσα, ενώ ο τελικός αριθμός των αγνοουμένων παραμένει άγνωστος. Θεωρεί εντυπωσιακό ότι ασκείται τόσο περιορισμένη κριτική στον βασιλιά και στη μαροκινή μοναρχία, παρά τις διαστάσεις της τραγωδίας.
«Χιλιάδες νέοι προσπαθούν να εγκαταλείψουν μια χώρα που πιστεύουν ότι δεν τους προσφέρει τις ευκαιρίες τις οποίες αξίζουν», αναφέρει. Εκτιμά, μάλιστα, ότι μένει να φανεί εάν αυτή η κοινωνική δυσαρέσκεια θα μετατραπεί κάποια στιγμή σε εσωτερική πολιτική πίεση προς το μαροκινό καθεστώς, το οποίο χαρακτηρίζει αυταρχικό.
Η στάση της κυβέρνησης Σάντσεθ
Η Πέρες θεωρεί ότι η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ έχει αποφύγει συνειδητά να κατονομάσει το Μαρόκο ως υπεύθυνο. Αντίθετα, Ισπανοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι εξέφρασαν δημοσίως την ευγνωμοσύνη τους προς τις μαροκινές αρχές για την ταχύτητα με την οποία αποκλιμακώθηκε η κατάσταση.
Η στάση αυτή, σύμφωνα με τη δημοσιογράφο, δεν γίνεται αποδεκτή από σημαντικό τμήμα του ισπανικού Τύπου και της κοινής γνώμης. Η κριτική, μάλιστα, δεν προέρχεται μόνο από το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα ή το ακροδεξιό Vox, αλλά και από το Sumar και άλλα κόμματα της Αριστεράς που στηρίζουν κοινοβουλευτικά την κυβέρνηση.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται η αλλαγή της ισπανικής πολιτικής για τη Δυτική Σαχάρα τον Μάρτιο του 2022. Ο Σάντσεθ εγκατέλειψε τότε την παραδοσιακή γραμμή της Μαδρίτης, η οποία στηριζόταν στα ψηφίσματα του ΟΗΕ, και υποστήριξε το μαροκινό σχέδιο αυτονομίας υπό την εποπτεία του Ραμπάτ.
Κατά την Πέρες, η μεταβολή αυτή δεν είχε συμφωνηθεί με το Λαϊκό Κόμμα, ανέτρεψε μια διακομματική εθνική πολιτική δεκαετιών και άφησε τον Σάντσεθ πολιτικά απομονωμένο στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Ο Τοσά, από την άλλη πλευρά, βλέπει τον οδικό χάρτη του 2022 ως απόδειξη ότι τα δύο κράτη μπορούν να ξεπερνούν τις διαφορές τους και να οικοδομούν μια περισσότερο σταθερή και προβλέψιμη σχέση.
Η ευρωπαϊκή αντίδραση και η Σένγκεν
Διαφορετικές είναι και οι εκτιμήσεις για τη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Πέρες θεωρεί ότι η αρχική ευρωπαϊκή αντίδραση ήταν συγκρατημένη και ότι ορισμένες κυβερνήσεις επιχείρησαν να αξιοποιήσουν την κρίση για να προωθήσουν τη δική τους πολιτική ατζέντα. Αναφέρεται κυρίως στην κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι, η οποία σκλήρυνε τη στάση της απέναντι στην Ισπανία και έθεσε ζήτημα εφαρμογής των κανόνων της Σένγκεν.
Κατά τη δημοσιογράφο, η σχετική πρωτοβουλία ήταν περισσότερο συμβολική παρά ουσιαστική. Είχε, όμως, πολιτικό βάρος, καθώς συγκέντρωσε την υποστήριξη και άλλων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Ιδιαίτερη εντύπωση της προκάλεσε η συμμετοχή της Δανής πρωθυπουργού Μέτε Φρεντέρικσεν, μιας από τις σημαντικότερες σοσιαλδημοκράτισσες ηγέτιδες της Ευρώπης.
Η μεταγενέστερη ομόφωνη στήριξη προς την ισπανική κυβέρνηση από τους υπουργούς Εσωτερικών της ΕΕ περιόρισε, πάντως, την πολιτική ένταση.
Ο Χούλιο Ιμπάρα είναι ακόμη πιο κατηγορηματικός. Υπενθυμίζει ότι η Θέουτα δεν ανήκει στον χώρο Σένγκεν και παραλληλίζει την ισπανική πόλη με τη Λαμπεντούζα. Κατά συνέπεια, θεωρεί ότι οι πρώτες ιταλικές αντιδράσεις βασίστηκαν περισσότερο σε πολιτική σκοπιμότητα και λιγότερο σε γνώση του νομικού και γεωγραφικού καθεστώτος της περιοχής.
Επισημαίνει, επίσης, ότι όταν οι υπουργοί Εσωτερικών της ΕΕ συνεδρίασαν έπειτα από άμεσο αίτημα της ισπανικής κυβέρνησης, η υποστήριξη προς την κυβέρνηση Σάντσεθ υπήρξε ομόφωνη.
Ο Τοσά προσεγγίζει διαφορετικά τη συζήτηση. Για τον ίδιο, η αμφισβήτηση της Σένγκεν αναδεικνύει τα όρια μιας κατακερματισμένης ευρωπαϊκής πολιτικής. Καμία χώρα, υποστηρίζει, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνη της τις μεταναστευτικές πιέσεις.
Η απάντηση πρέπει να περιλαμβάνει την ΕΕ, τις χώρες προέλευσης, τα κράτη διέλευσης και τις χώρες προορισμού. Χρειάζονται ανταλλαγή πληροφοριών, αναπτυξιακή βοήθεια και συντονισμένη αντιμετώπιση τόσο των κυκλωμάτων διακίνησης όσο και της διαδικτυακής παραπληροφόρησης.
Η νομιμοποίηση των μεταναστών
Εξίσου έντονη συζήτηση προκάλεσε η απόφαση της ισπανικής κυβέρνησης για τη νομιμοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών που ήδη ζούσαν και εργάζονταν στη χώρα χωρίς νόμιμα έγγραφα.
Για τον Τοσά, πρόκειται για κυριαρχική επιλογή της Ισπανίας, την οποία το Μαρόκο οφείλει να σεβαστεί. Προειδοποιεί, όμως, ότι κάθε ανακοίνωση μαζικής νομιμοποίησης μπορεί να δημιουργήσει ένα συμβολικό «φαινόμενο έλξης». Οι διακινητές και τα διαδικτυακά δίκτυα είναι σε θέση να διαστρεβλώσουν το μήνυμα, καλλιεργώντας την εντύπωση ότι όποιος καταφέρει να εισέλθει στην Ισπανία θα αποκτήσει τελικά νόμιμο καθεστώς.
Γι’ αυτό, υποστηρίζει, τέτοιες αποφάσεις πρέπει να συνοδεύονται από υπεύθυνη ενημέρωση και στενή συνεννόηση με τις γειτονικές χώρες.
Η Πέρες, αντίθετα, δεν θεωρεί ότι η νομιμοποίηση αποτελεί την ουσιαστική αιτία της κρίσης. Υπενθυμίζει ότι η ρύθμιση αφορούσε ανθρώπους που βρίσκονταν ήδη στην Ισπανία και συμμετείχαν στην οικονομική και κοινωνική ζωή της. Το μέτρο υποστηρίχθηκε τόσο από την Καθολική Εκκλησία όσο και από τις εργοδοτικές οργανώσεις.
Κατά την άποψή της, οι άνθρωποι που ζουν και εργάζονται επί μακρόν στην Ισπανία πρέπει να έχουν τη δυνατότητα νόμιμης ένταξης. Το πρόβλημα είναι ότι η ισπανική κοινωνία δεν έχει διαμορφώσει κοινή γραμμή για τη διαχείριση των συνεπειών της μετανάστευσης.
Στη μία πλευρά βρίσκονται όσοι υποστηρίζουν μια πιο ανοιχτή και ανθρωπιστική πολιτική. Στην άλλη, η Δεξιά και κυρίως η Ακροδεξιά προωθούν τη λογική της «εθνικής προτεραιότητας», σύμφωνα με την οποία οι Ισπανοί πολίτες πρέπει να προηγούνται στην πρόσβαση στις δημόσιες παροχές.
Η συγκεκριμένη αντίληψη, όπως προειδοποιεί η Πέρες, κερδίζει πλέον έδαφος και σε τμήματα της Αριστεράς, όπου η μετανάστευση αντιμετωπίζεται όλο και συχνότερα ως απειλή.
Ο Χούλιο Ιμπάρα απορρίπτει επίσης την ύπαρξη άμεσης σχέσης αιτίας και αποτελέσματος μεταξύ της νομιμοποίησης και της μαζικής απόπειρας εισόδου στη Θέουτα. Υπενθυμίζει ότι μαζικές νομιμοποιήσεις έχουν πραγματοποιηθεί στο παρελθόν από συντηρητικές ισπανικές κυβερνήσεις, αλλά και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όπως η Ιταλία, η Γερμανία και η Γαλλία.
Η βαθύτερη αιτία των μεταναστευτικών κρίσεων, σύμφωνα με τον Ιμπάρα, βρίσκεται στη φτώχεια, στην κοινωνική αδικία και στην έλλειψη πολιτικών και οικονομικών προοπτικών, που ωθούν τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις χώρες τους.
Ασκεί, παράλληλα, σκληρή κριτική στο μαροκινό πολιτικό σύστημα, το οποίο χαρακτηρίζει αυταρχικό και θρησκευτικό καθεστώς. Επικρίνει επίσης τις δυτικές κυβερνήσεις, τις οποίες κατηγορεί ότι, για λόγους γεωπολιτικού συμφέροντος, αποφεύγουν να καταλογίσουν ευθύνες στη μαροκινή μοναρχία.
Πολιτική κρίση με ανθρωπιστικές συνέπειες
Για τη Λούρδες Πέρες, η Θέουτα δεν βρίσκεται αντιμέτωπη μόνο –ούτε κυρίως– με μια μεταναστευτική κρίση. Πρόκειται πρωτίστως για πολιτική και διπλωματική σύγκρουση, με αναμφισβήτητες, ωστόσο, ανθρωπιστικές συνέπειες.
Ανάμεσα σε αυτές βρίσκονται οι περίπου 1.000 ασυνόδευτοι ανήλικοι που παρέμεναν στη Θέουτα και χρειάζονταν άμεση προστασία και φροντίδα.
Η Πέρες επιμένει ότι η βασική αιτία της κρίσης πρέπει να αναζητηθεί στις σχέσεις Ισπανίας και Μαρόκου, στο καθεστώς της Θέουτα και της Μελίγια και στη διαρκή επιδίωξη του Ραμπάτ να διατηρεί ανοιχτή τη συζήτηση περί κυριαρχίας των δύο πόλεων.
Ο Τοσά, αντίθετα, υπογραμμίζει ότι η σχέση των δύο χωρών δεν μπορεί να περιορίζεται στη μετανάστευση. Περιλαμβάνει την οικονομία, την ενέργεια, την ασφάλεια, τον πολιτισμό και τη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2030.
Οι δύο χώρες, τονίζει, έχουν περάσει και στο παρελθόν περιόδους έντασης, αλλά κάθε φορά ο διάλογος τους επέτρεψε να επανέλθουν σε μια ισχυρότερη συνεργασία.
Κατά την εκτίμησή του, η σημερινή κρίση δεν ανατρέπει τα θεμέλια της διμερούς σχέσης. Αντίθετα, δείχνει την ανάγκη δημιουργίας ενός μόνιμου μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων, ενίσχυσης της ψηφιακής συνεργασίας κατά της παραπληροφόρησης και προώθησης κοινών αναπτυξιακών προγραμμάτων στις χώρες προέλευσης.
Το ερώτημα για τον ρόλο του Μαρόκου
Παρά τις εντελώς διαφορετικές ερμηνείες τους, οι τρεις αναλυτές συγκλίνουν σε ένα σημείο: η επόμενη κρίση θα απαιτήσει καλύτερη προετοιμασία, σαφέστερους μηχανισμούς έγκαιρης προειδοποίησης και ουσιαστικότερη διεθνή συνεργασία.
Το χάσμα παραμένει, όμως, στο κρισιμότερο ερώτημα: εάν το Μαρόκο αποτελεί τον απαραίτητο εταίρο για την προστασία των νότιων συνόρων της Ευρώπης ή έναν γείτονα που μπορεί να χρησιμοποιεί τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών ως εργαλείο πολιτικής πίεσης.
Για τον Μουσταφά Τοσά, το Ραμπάτ αποτελεί αναντικατάστατο εταίρο της Ισπανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τη Λούρδες Πέρες, η συνεργασία παραμένει αναγκαία, δεν μπορεί όμως να εξαιρεί το Μαρόκο από τον καταλογισμό ευθυνών. Για τον Χούλιο Ιμπάρα, τέλος, η συζήτηση πρέπει να ξεκινήσει από την κατάσταση στο εσωτερικό του Μαρόκου και από το γεγονός ότι δεκάδες χιλιάδες νέοι δεν βλέπουν μέλλον στη χώρα τους.
Πέρα από τις αντιπαραθέσεις, πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται άνθρωποι που διακινδύνευσαν τη ζωή τους, οικογένειες που αναζητούν αγνοουμένους και ανήλικοι που χρειάζονται προστασία. Αυτή είναι η διάσταση της κρίσης που καμία πολιτική ή διπλωματική αφήγηση δεν μπορεί να παραμερίσει.
*Ο Μουσταφά Τοσά είναι γαλλομαροκινός δημοσιογράφος και πολιτικός αναλυτής με έδρα το Παρίσι. Η Λούρδες Πέρες είναι αναπληρώτρια διευθύντρια της El Correo και της Colpisa, του ομίλου Vocento. Ο Χούλιο Ιμπάρα είναι δημοσιογράφος του EITB και πολιτικός αναλυτής.













