Φόρτωση Text-to-Speech…
ΛΟΝΔΙΝΟ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. H διαπραγμάτευση για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα από το Λονδίνο στην Αθήνα έχει κολλήσει. Το Βρετανικό Μουσείο, στο οποίο ανήκουν νομικά τα Γλυπτά, λέει ότι η επιστροφή είναι αρμοδιότητα της Βουλής γιατί ο σχετικός νόμος του 1963 απαγορεύει στο διοικητικό συμβούλιο του μουσείου να παραχωρεί εκθέματά του σε άλλες χώρες. Ο νέος Βρετανός πρωθυπουργός Aντι Μπέρναμ επιστρέφει το μπαλάκι στο μουσείο, αφού, όπως εξήγησε πριν από λίγες ημέρες στους Financial Times, το ζήτημα αφορά τη διοίκησή του και όχι τον ίδιο.
Ο Μπέρναμ, έως το 2023, ήταν υπέρ της άμεσης και άνευ όρων επιστροφής των Γλυπτών στην Αθήνα. Τώρα, υιοθετεί κι εκείνος την πάγια θέση των βρετανικών κυβερνήσεων: εφόσον το Βρετανικό Μουσείο δώσει το πράσινο φως, τότε ο ίδιος δεν θα σταθεί εμπόδιο στην προσωρινή παραχώρησή τους, μέσω δανεισμού.

Οπως συνήθως συμβαίνει όταν ένα θέμα πηγαίνει από τον Αννα στον Καϊάφα, η λύση του είναι δύσκολη. Ο πρωθυπουργός που θα φέρει στη Βουλή τροπολογία ή καινούργιο νόμο ώστε να παραχωρηθούν μόνιμα τα Γλυπτά στην Ελλάδα, θα ανοίξει το κουτί της Πανδώρας. Θα δημιουργήσει προηγούμενο, με το οποίο τα βρετανικά μουσεία θα μπορούν αυτοβούλως να παραχωρούν σε τρίτες χώρες τις αρχαιότητές τους. Και τότε, είναι πολύ πιθανό να ακολουθήσει ένα απρόβλεπτο ξήλωμα: από τα χειρόγραφα του Ρόμπερτ απ Χιου –το ιστορικότερο πειστήριο ύπαρξης της παλιάς ουαλλικής μουσικής το οποίο σήμερα βρίσκεται στη Βρετανική Βιβλιοθήκη– μέχρι λείψανα αυτοχθόνων πληθυσμών της βορειοανατολικής Ινδίας, που φυλάσσονται στις εθνικές βρετανικές συλλογές. Τα αιτήματα για επιστροφές κάνουν ουρά.
«Από τη σκοπιά του πρωθυπουργού, υπάρχει ο κίνδυνος ότι αν συμφωνήσει να παραδώσει τα Γλυπτά του Παρθενώνα, μετά ο κόσμος θα αρχίσει να λέει: “Και τι γίνεται με αυτό το αντικείμενο, τι γίνεται με το άλλο αντικείμενο στο Βρετανικό Μουσείο;”. Και τότε παρασύρεσαι, ξανά, στη μεγάλη συζήτηση για την αποικιακή ιστορία της Βρετανίας, η οποία έγινε φλέγον πολιτικό ζήτημα πριν από μερικά χρόνια και εξακολουθεί να είναι μεγάλο θέμα και σήμερα», υπογραμμίζει στην «Κ» ο δημοσιογράφος των Financial Times Τζορτζ Πάρκερ.
Θα ήταν woke
Για τους Βρετανούς, οι μνήμες των ακτιβιστών να γκρεμίζουν αγάλματα ανά την επικράτεια το 2020, εξαιτίας της σύνδεσής τους με την αποικιοκρατία, είναι ακόμη νωπές. Στην εποχή του Νάιτζελ Φάρατζ και του περιρρέοντος εθνικισμού, η συζήτηση για την επιστροφή των Γλυπτών θα προκαλούσε αχρείαστη πολιτική ζημία σε οποιονδήποτε πρωθυπουργό. Ειδικά για τον αριστερό Μπέρναμ, υπάρχει ο κίνδυνος να θεωρηθεί αυτομάτως μέρος της φιλελεύθερης ελίτ που ξηλώνει τις προθήκες των βρετανικών μουσείων, γιατί στην πραγματικότητα αποκηρύσσει την ιστορία της Βρετανίας ως αποικιοκρατική.
«Ενας λόγος για τη μη επιστροφή είναι ότι ο πρωθυπουργός θα εμπλακεί σε έναν πολιτισμικό πόλεμο με τον Φάρατζ. Θα φανεί, όπως λέτε, ότι παραδίδει βρετανική πολιτιστική κληρονομιά. Βέβαια, στην Ελλάδα, τα Γλυπτά δεν θεωρούνται βρετανική πολιτιστική κληρονομιά, όμως εξακολουθούν να βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο», σημειώνει ο Πάρκερ στην «Κ». Ο δημοσιογράφος των FT προσθέτει ότι, αν ο Μπέρναμ συναινούσε στην παραχώρησή τους, τότε «θα κινδύνευε να κατηγορηθεί για woke προσεγγίσεις στη βρετανική ιστορία, ότι δεν είναι πραγματικά υπερήφανος για την πολιτιστική κληρονομιά μας και άλλα τέτοιου είδους επιχειρήματα».
Μάρμαρα, όπως Ιρλανδία
Εκ πρώτης όψεως, η επανένωση των Γλυπτών θα έπρεπε να είναι ένα απλό πολιτικό ζήτημα. Η πλειοψηφία των Βρετανών, περίπου το 56%, τάσσεται υπέρ της επιστροφής τους στην Αθήνα, ενώ το ποσοστό όσων θέλουν να παραμείνουν στο Βρετανικό Μουσείο είναι πολύ μικρό: μόλις 22%.
Οι Βρετανοί τάσσονται υπέρ της επιστροφής, αλλά σε ένα φιλοσοφικό επίπεδο, σαν το θέμα να μην τους αφορά πραγματικά και, ως εκ τούτου, να μη μεταφράζεται σε κάποιο χειροπιαστό πολιτικό όφελος για κανέναν πρωθυπουργό. Από αυτή την άποψη η επανένωση των Γλυπτών είναι λίγο σαν την επανένωση της Ιρλανδίας. Το ελληνικό επιχείρημα είναι λογικό και αναντίρρητο, το ζήτημα πάει προς τα εκεί, όμως όλα κινούνται τόσο αργά, που είναι αμφίβολο εάν η παρούσα γενιά θα δει την οριστική επιστροφή τους στην Αθήνα.
«Ο Τζορτζ Οσμπορν, πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου, διερευνά την ιδέα ενός δανεισμού, η οποία ξέρω ότι δεν είναι καθόλου επαρκής για την ελληνική κυβέρνηση. Ωστόσο και μόνο το γεγονός ότι η επιστροφή συζητείται ως πιθανότητα αποτελεί ένδειξη ότι αυτή είναι η κατεύθυνση των πραγμάτων. Νομίζω ότι ο Οσμπορν είναι διατεθειμένος να επενδύσει αρκετή πολιτική ενέργεια στην προσπάθεια να επιτύχει μια συμφωνία, αλλά στο τέλος η πρόταση ίσως να μην είναι αποδεκτή από την Αθήνα. Μπορεί, λοιπόν, όντως να είναι ένα θέμα που δεν θα αφορά αυτή τη γενιά», καταλήγει ο Πάρκερ μιλώντας στην «Κ».













