του Γιάννη Πανάγου
Θέτοντας μάλιστα το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων, θα μπορούσε να αναφερθεί ότι, αν τελευταίο μισό του προηγούμενου αιώνα χάθηκε από τα λάθη των συνεταιρισμών και την προσπάθεια δύο μεγάλων ιδιωτικών σχημάτων να κατοχυρώσουν τη θέση τους στην εγχώρια αγορά τυποποιημένου ελαιόλαδου, δείχνοντας μάλιστα συνειδητή αδιαφορία για τις εξαγωγές, το πρώτο τέταρτο του αιώνα που διανύουμε μοιάζει να αναλώνεται σε μια «πανσπερμία» ιδιωτικών προσπαθειών μικρής κλίμακας, η έκβαση των οποίων, όποια κι αν είναι τελικά, δύσκολα θα μπορούσε να αλλάξει τον ρου της ιστορίας για το ελληνικό ελαιόλαδο και τον ελληνικό ελαιώνα.
Δύσκολα θα μπορούσαν να αλλάξουν πολλά πράγματα ακόμα και από την «ενδιάμεση ταχύτητα», εταιρειών όπως η GAIA, η AGROVIM ή ακόμα και το The Olive Legend Group, οι οποίες χαρακτηρίζονται από περισσότερη εξωστρέφεια, αντιπροσωπεύουν μεγαλύτερα οικονομικά μεγέθη και έχουν χαράξει έναν ενδιαφέροντα δρόμο στη βάση της ποιότητας και της ταυτότητας που μπορεί να «χτίσει» κανείς γύρω από το ελληνικό ελαιόλαδο.
Κι αυτό γιατί, υπάρχουν φορές που η πορεία ενός ολόκληρου παραγωγικού κλάδου δεν καθορίζεται από μια καλή σοδειά ή μια κακή συγκυρία σε επίπεδο των τιμών, ούτε από μεμονωμένες ενέργειες και δράσεις. Κρίνεται από τις στρατηγικές επιλογές που διαπερνούν το σύνολο των συντελεστών του κλάδου και διαμορφώνουν τελικά την πορεία του.
Η διεθνής αγορά αλλάζει με ταχύτητα. Η κλιματική κρίση μεταβάλλει τους όρους παραγωγής, η κατανάλωση στρέφεται προς προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας και η έννοια της ποιότητας δεν περιορίζεται πλέον στα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά. Περιλαμβάνει την αυθεντικότητα, την προέλευση, την ιχνηλασιμότητα, τη βιοποικιλότητα, ακόμη και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον η Ελλάδα καλείται να απαντήσει αν θα συνεχίσει να ανταγωνίζεται ασθμαίνοντας στην ποσότητα ή θα επενδύσει αποφασιστικά στην τόνωση της υπεραξίας.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις τρεις μεγαλύτερες ελαιοπαραγωγούς χώρες του κόσμου, με μέση παραγωγή 260.000 τόνους ετησίως, παρ’ ότι οι διακυμάνσεις από χρονιά σε χρονιά είναι μεγάλες. Το σημαντικότερο όμως στοιχείο δεν είναι η ποσότητα. Είναι ότι πάνω από το 80% του ελληνικού ελαιολάδου κατατάσσεται φυσικά στην κατηγορία του εξαιρετικά παρθένου, ποσοστό που δεν συναντάται σε καμία άλλη μεγάλη παραγωγό χώρα.
Κι όμως, η χώρα εξακολουθεί να μην καθορίζει ούτε τις διεθνείς τιμές ούτε την εμπορική εικόνα του προϊόντος της. Η Ισπανία, χάρη στον όγκο παραγωγής, επηρεάζει τη διαμόρφωση των διεθνών τιμών. Η Ιταλία, παρότι παράγει συχνά λιγότερο ελαιόλαδο από την Ελλάδα,
απολαμβάνει δυσανάλογα μεγαλύτερη εμπορική υπεραξία, επειδή επένδυσε επί δεκαετίες στην τυποποίηση, στο branding, στη γαστρονομία και στη δημιουργία μιας παγκόσμιας ταυτότητας. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται κάπου ανάμεσα. Παράγει εξαιρετικό ελαιόλαδο, αλλά μεγάλο μέρος του εξακολουθεί να εξάγεται χύμα, κυρίως προς την Ιταλία, όπου αποκτά εμπορική ταυτότητα και επιστρέφει στις διεθνείς αγορές με πολλαπλάσια αξία. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι η ποιότητα του ελαιολάδου. Είναι η αδυναμία της χώρας να μετατρέψει αυτή την ποιότητα σε οικονομική υπεραξία.
Σε αναζήτηση μιας νέας εθνικής στρατηγικής
Η συζήτηση αυτή αποτυπώνεται πλέον και μέσα στον ίδιο τον κλάδο. Δίπλα στον ΣΕΒΙΤΕΛ, που επί δεκαετίες εκφράζει κυρίως τη βιομηχανία τυποποίησης, εμφανίστηκαν τελευταία και νέες συλλογικές πρωτοβουλίες επιχειρήσεων, εμπόρων, μεταποιητών και συνεταιρισμών, όπως ο ΣΥΠΕΤΕΕΛ. Η δημιουργία τους δεν είναι μια ακόμη θεσμική εξέλιξη. Αντανακλά την αναζήτηση μιας νέας εθνικής στρατηγικής, με μεγαλύτερη έμφαση στην ιδιαίτερη φυσιογνωμία του ελαιώνα και στη δημιουργία προστιθέμενης αξίας.
Στην πραγματικότητα, σήμερα συγκρούονται δύο διαφορετικές αντιλήψεις. Η πρώτη θεωρεί ότι η Ελλάδα οφείλει να ακολουθήσει τον δρόμο της παραγωγικότητας. Ο ελληνικός ελαιώνας χαρακτηρίζεται από μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, υψηλό κόστος συγκομιδής, ελλείψεις εργατικού δυναμικού και περιορισμένες δυνατότητες μηχανοποίησης. Σύμφωνα με αυτήν τη σχολή, χωρίς μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις, αναδιάρθρωση των φυτεύσεων, ψηφιακή γεωργία, έξυπνη άρδευση και εκτεταμένη μηχανοποίηση, η ελληνική ελαιοκομία δύσκολα θα παραμείνει ανταγωνιστική απέναντι στην Ισπανία ή ακόμη και στις ταχύτατα αναπτυσσόμενες φυτεύσεις της Πορτογαλίας και του Μαρόκου.
Η δεύτερη σχολή ξεκινά από μια διαφορετική παραδοχή. Η Ελλάδα δεν πρόκειται ποτέ να γίνει η Ισπανία. Και δεν χρειάζεται να γίνει.
Ο ελληνικός ελαιώνας καλύπτει περίπου 8,5 έως 9 εκατ. στρέμματα και αποτελείται κυρίως από μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις. Υπολογίζεται ότι περίπου τέσσερα στα πέντε ελαιοτεμάχια διατηρούν ακόμη τα χαρακτηριστικά του παραδοσιακού ελαιώνα. Χαμηλές πυκνότητες φύτευσης, αιωνόβια δέντρα, ξηρικές καλλιέργειες, έντονη παρουσία τοπικών ποικιλιών και στενή σύνδεση με το φυσικό τοπίο. Αυτό που πολλοί θεωρούν διαρθρωτικό μειονέκτημα, ίσως αποτελεί το μεγαλύτερο συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας.
Η Κορωνέικη κυριαρχεί, καλύπτοντας περισσότερο από το ήμισυ της ελληνικής ελαιοκαλλιέργειας, ενώ ποικιλίες όπως η Αθηνολιά, η Μανάκι, η Τσουνάτη, η Κολοβή, η Μεγαρίτικη, η Χονδρολιά και δεκάδες ακόμη τοπικοί πληθυσμοί συγκροτούν έναν μοναδικό γενετικό πλούτο. Σε μια εποχή όπου οι αγορές αναζητούν διαφοροποίηση και αυθεντικότητα, αυτή η ποικιλιακή πολυμορφία αποτελεί σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και όχι εμπόδιο.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο απαιτητικές αγορές του κόσμου αναζητούν πλέον ελαιόλαδα με συγκεκριμένο «τόπο», υψηλή περιεκτικότητα σε βιοδραστικές φαινόλες, επιστημονικά τεκμηριωμένους ισχυρισμούς υγείας, πιστοποιήσεις ποιότητας και πλήρη ιχνηλασιμότητα. Ο καταναλωτής δεν αγοράζει απλώς ένα τρόφιμο. Αγοράζει μια ιστορία που μπορεί να εμπιστευθεί.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της Ελλάδας. Ο παραδοσιακός ελληνικός ελαιώνας δεν παράγει μόνο ελαιόλαδο. Παράγει πολιτισμό, διατηρεί τη βιοποικιλότητα, προστατεύει τα εδάφη από τη διάβρωση, δεσμεύει άνθρακα, στηρίζει τον αγροτικό τουρισμό και διαμορφώνει το μεσογειακό τοπίο που αποτελεί τμήμα της εθνικής μας ταυτότητας. Στη νέα ευρωπαϊκή γεωργία αυτές οι λεγόμενες «οικοσυστημικές υπηρεσίες» αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη οικονομική σημασία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να απορρίψει τον εκσυγχρονισμό. Το αντίθετο. Χρειάζεται περισσότερη τεχνολογία, καλύτερη οργάνωση, ισχυρότερους συνεταιρισμούς, γεωργία ακριβείας, αναδιάρθρωση όπου το επιτρέπουν οι συνθήκες και μείωση του κόστους παραγωγής. Χρειάζεται επίσης μεγαλύτερες και ισχυρότερες εξαγωγικές επιχειρήσεις, ώστε να αποκτήσει διαπραγματευτική δύναμη στις διεθνείς αγορές. Όμως άλλο πράγμα ο εκσυγχρονισμός και άλλο η ομογενοποίηση.
Αν η Ελλάδα επιχειρήσει να ανταγωνιστεί την Ισπανία στο δικό της πεδίο, είναι πιθανό να χάσει. Αν όμως καταφέρει να πείσει τον καταναλωτή ότι το ελληνικό ελαιόλαδο είναι το προϊόν με τη μεγαλύτερη αυθεντικότητα, τη μεγαλύτερη βιοποικιλότητα, τις περισσότερες γηγενείς ποικιλίες, τον ισχυρότερο δεσμό με τη μεσογειακή διατροφή και, σε πολλές περιπτώσεις, την υψηλότερη φυσική περιεκτικότητα σε πολύτιμες φαινολικές ενώσεις, τότε μπορεί να κερδίσει την υπεραξία που χρειάζεται για να εξασφαλιστεί η οικονομική επιβίωση των εκμεταλλεύσεων και κατ’ επέκταση και του ελληνικού ελαιώνα.
Η μάχη που μπορεί να κερδίσει η Ελλάδα
Η μεγάλη στρατηγική επιλογή, λοιπόν, δεν είναι αν η Ελλάδα θα μοιάσει περισσότερο με την Ισπανία ή την Ιταλία. Είναι αν θα αποκτήσει κάποια στιγμή τη δική της μοναδική ταυτότητα, χτίζοντας επ’ αυτής αντίστοιχη υπεραξία.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει η χώρα που παράγει το περισσότερο ελαιόλαδο στον κόσμο. Μπορεί όμως να γίνει η χώρα που παράγει το πιο αναγνωρίσιμο, το πιο τεκμηριωμένο και το πιο πολύτιμο ελαιόλαδο στον κόσμο. Και αυτή είναι μια μάχη που, σε αντίθεση με εκείνη της ποσότητας, έχει όλες τις προϋποθέσεις να κερδίσει.











