Φόρτωση Text-to-Speech…
Είτε διαλέξει κανείς τον όρο «κόμμα της αποχής» είτε μιλήσει για «κοινό του καναπέ», γεγονός είναι ότι πρόκειται για το πιο απρόβλεπτο εκλογικό ακροατήριο, που στην πορεία του χρόνου διευρύνεται.
Το επιβεβαιώνει ο γενικός διευθυντής της εταιρείας δημοσκοπήσεων Pulse Γιώργος Αράπογλου, μιλώντας για την «γκρίζα ζώνη των μετρήσεων». Με δεδομένη την αίσθηση ότι με την εμφάνιση των νέων κομμάτων (Τσίπρα και Καρυστιανού) ανακόπτεται η αυξητική τάση της αποχής, εκτιμά πως «πολλά θα εξαρτηθούν, τελικά, από τον χρόνο των εκλογών, το πολιτικό κλίμα της συγκυρίας και το διακύβευμα».
«Ο μεγαλύτερος στόχος»
«Πρόκειται για τους πιο δυσπρόσιτους πολίτες, όχι μόνο γιατί δεν συμμετέχουν στις εκλογικές διαδικασίες, αλλά επειδή δεν ενδιαφέρονται καν να απαντήσουν στην ίδια την ερευνητική διαδικασία των δημοσκοπήσεων», σημειώνει ο Γιώργος Τράπαλης, αναλυτής δεδομένων και ιδρυτής της εταιρείας ερευνών Good Affairs, προσθέτοντας: «Είναι το πιο δύσκολο κοινό στην προσέγγισή του και γι’ αυτό αποτελεί διαχρονικά έναν από τους μεγαλύτερους στόχους όλων των κομμάτων». Η αποχή στη διάρκεια του μισού αιώνα της Μεταπολίτευσης διογκώνεται διαρκώς και εντυπωσιακά, αν σκεφτεί κανείς ότι στις εκλογές του 1974 ήταν μόλις 22%. Από το ιστορικό υψηλό των 7,5 εκατ. ψηφισάντων το 2004, η συμμετοχή έπεσε στο ιστορικό χαμηλό των 5,5 εκατ. τον Σεπτέμβριο του 2015, με την αποχώρηση περίπου 2.000.000 ψηφοφόρων από το ενεργό εκλογικό σώμα. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των εκλογολόγων, εκείνη την εποχή αναπτύχθηκαν τρία διακριτά κύματα εξόδου, καθένα με συγκεκριμένη κομματική προέλευση: ένα πρώτο κύμα 530.000 την περίοδο 2007-2009 (κυρίως από τη Ν.Δ.), ένα δεύτερο και μεγαλύτερο 830.000 στις διπλές εκλογές του 2012 (κυρίως δυσαρεστημένοι του ΠΑΣΟΚ) και ένα τρίτο 700.000 τον Σεπτέμβριο του 2015 (κυρίως πρώην ΣΥΡΙΖΑ, μετά την αναίρεση του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος). Εκτοτε δεν υπήρξε ανάκαμψη, με δεδομένο ότι στις τελευταίες εκλογές ψήφισαν 5,2 εκατ. πολίτες.

«Πολιτική στάση»
«Το “κοινό του καναπέ” δεν είναι περιθώριο· είναι το μεγαλύτερο και πιο σταθερό τμήμα του εκλογικού σώματος», επισημαίνει ο Στέλιος Ζωντός, σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας. Και εξηγεί: «Στις εκλογές του Ιουνίου 2023 σχεδόν ένας στους δύο εγγεγραμμένους δεν προσήλθε, με την αποχή στο ιστορικό υψηλό της εικοσαετίας. Δεν πρόκειται για αδιαφορία, αλλά –στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων– για ενεργό πολιτική στάση. Και είναι φαινόμενο δομικό, όχι συγκυριακό. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 έως το 2015 αποσύρθηκαν περίπου δύο εκατομμύρια ψηφοφόροι, όχι λόγω δημογραφίας, αλλά λόγω κρίσης αντιπροσώπευσης. Με σαφή γεωγραφία, μάλιστα: η μεγάλη απόσυρση δεν έγινε στην Αττική, όπου έμεινε σταθερή, αλλά στην περιφέρεια».
«Απαιτητικό κομμάτι»
Πώς μπορεί να επηρεάσει η αποχή τις επόμενες εκλογές; Ο Γιώργος Τράπαλης απαντά: «Θεωρητικά, το κοινό αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει τον καθοριστικό παράγοντα μιας εκλογικής αναμέτρησης. Στην πράξη όμως, η ανάλυσή του είναι ίσως το πιο απαιτητικό κομμάτι της πολιτικής έρευνας. Είναι πολύ πιο εύκολο να εντοπίσει κανείς τις μετακινήσεις ψηφοφόρων από το ένα κόμμα στο άλλο, παρά να εκτιμήσει τη συμπεριφορά πολιτών που δεν συμμετέχουν συστηματικά ούτε στις εκλογές ούτε καν στις δημοσκοπήσεις. Για τον λόγο αυτό, η προσέγγιση του λεγόμενου “κοινού του καναπέ” απαιτεί εξειδικευμένες μεθοδολογίες, σύνθετα ερευνητικά μοντέλα και βαθιά κατανόηση των κοινωνικών και πολιτικών τάσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι τα κόμματα επενδύουν σημαντικούς πόρους σε ομάδες αναλυτών και ερευνητών προκειμένου να κατανοήσουν τη συμπεριφορά αυτών των πολιτών».Στις επόμενες εκλογές ο ρόλος της αποχής θα είναι διπλός, υποστηρίζει ο Στέλιος Ζωντός: «Μαθηματικά, η αποχή ευνοεί το πρώτο κόμμα· όσο ο κόσμος μένει στον καναπέ, η πρωτιά εδραιώνεται. Πολιτικά, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η μετακίνηση ψήφων, αλλά η επανενεργοποίηση των απόντων, εκεί παίζεται το στοίχημα κυρίως των νέων σχημάτων. Γι’ αυτό η αποχή είναι σήμερα η πιο σιωπηλή και η πιο αποφασιστική δύναμη της πολιτικής σκηνής: όποιος της μιλήσει πειστικά δεν κερδίζει απλώς ψήφους, αλλάζει το πολιτικό τοπίο».

«Δύσκολη η επιστροφή»
Κατά την ανάλυση του Γιώργου Τράπαλη, «η αποχή μετατρέπεται σταδιακά σε συνήθεια και τελικά σε άπωση από κάθε εκλογική διαδικασία. Οποιος δεν ψηφίζει για μεγάλο χρονικό διάστημα δύσκολα επιστρέφει στην κάλπη, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο απαιτητική την προσπάθεια κατανόησης και πρόβλεψης της συμπεριφοράς του. Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο στις νεότερες γενιές, καθώς οι πολίτες κάτω των 40 ετών εμφανίζουν, διαχρονικά, χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής».
Αν η αποχή μειωθεί στις επόμενες εκλογές αυτό για τον Γιώργο Αράπογλου σημαίνει ότι «θα κινητοποιηθεί κόσμος που δεν αποτελεί κοινό των δημοσκοπήσεων και, επομένως, μπορεί να αλλάξει η εικόνα που αποτυπώνεται αυτή τη στιγμή στις μετρήσεις».











