Το νομοσχέδιο για το Αιγαίο και ο φόβος του Ισραήλ

Κοινοποίηση

Φόρτωση Text-to-Speech…

Η τουρκική ηγεσία αμφιταλαντεύεται για το αν είναι σκόπιμο στην παρούσα φάση να πατήσει το κουμπί, επαναφέροντας τις σχέσεις με την Ελλάδα σε συνθήκες έντασης, κηρύσσοντας στην πράξη τον τερματισμό της Διακήρυξης των Αθηνών. Πράγματι, ο νόμος που έχει προαναγγελθεί μέσω διαρροών και αφορά την κωδικοποίηση του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» θα προκαλέσει ρήγμα εμπιστοσύνης, το οποίο λόγω των εγχώριων δυναμικών και στις δύο χώρες μπορεί να λάβει μεγάλες, αν όχι ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Η Ελλάδα βρίσκεται σε οιονεί προεκλογική περίοδο και η κυβέρνηση ευλόγως, κυρίως λόγω της πίεσης που της ασκείται στα εθνικά ζητήματα από τα δεξιά και τη λεγόμενη πατριωτική πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας, δεν θα σηκώνει μύγα στο σπαθί της σε οποιαδήποτε πρόκληση, στην οποία είναι έτσι κι αλλιώς υποχρεωμένη να απαντήσει αποφασιστικά. Η δε Τουρκία, μετά και την (αναμενόμενη) απόφαση των δικαστικών αρχών για αλλαγή ηγεσίας στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα (CHP), δηλαδή στην αξιωματική αντιπολίτευση, η οποία σε πολλές δημοσκοπήσεις εδώ και ενάμιση χρόνο εμφανίζεται είτε να προηγείται είτε να υπολείπεται οριακά του κυβερνώντος κόμματος, δεν αποκλείεται να προσφύγει στις κάλπες εντός του 2027. Αρα και οι δύο ηγέτες θα καταστούν εκ των πραγμάτων λιγότερο διαλλακτικοί και δεν θα επιδιώξουν την παραμικρή πρόοδο έως τις επόμενες εκλογές.

Από το κόμμα

Αντιθέτως, ιδίως ο Ερντογάν, ο οποίος είναι μαθημένος να λειτουργεί συχνά με –ελεγχόμενα ή μη– εμπρηστικό τρόπο, και λόγω και του ακροατηρίου στο οποίο απευθύνεται, που συνήθως του εξασφαλίζει πόντους και εκλογικές νίκες, θα είναι πιο ευεπίφορος στην πρόκληση ακόμη και μιας κρίσης, για να απαντήσει έτσι και στους επικριτές του, που τον θεωρούν συμβιβαστικό έως και ενδοτικό απέναντι στην Ελλάδα. Μερικώς, αυτός είναι ένας από τους λόγους που είχαμε τη διαρροή όχι από το υπουργείο Εξωτερικών ή από το προεδρικό παλάτι, αλλά από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), για την πρόθεση της κυβέρνησης να νομοθετήσει τη «Γαλάζια Πατρίδα», παρότι έκτοτε έχει αισθητά κατέβει ο πήχυς των προσδοκιών.

Σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, ο νόμος θα ορίζει τις γραμμές βάσης, δεν θα ρυθμίζει κάθε λεπτομέρεια που αφορά τις θαλάσσιες ζώνες, εντούτοις θα κηρύσσει ΑΟΖ, χωρίς όμως να περιλαμβάνει χάρτη ή συντεταγμένες και μάλλον δεν θα ακουμπά σε αυτήν τη φάση «γκρίζες ζώνες» και κυριαρχία. Θα αποτελεί πάντως ένα γενικό πλαίσιο, που πιθανότατα θα δίνει υπερεξουσίες στον Ερντογάν ώστε να καθορίζει τις από εδώ και πέρα αποφάσεις, ενώ παραμένει άγνωστο αν θα εντοπίζει περιοχές «ειδικού καθεστώτος».

Ακόμη και σε αυτήν την ηπιότερη των διαρροών εκδοχή, θα πρόκειται για μια προσπάθεια της Αγκυρας να προκαταλάβει μελλοντικές διαπραγματεύσεις ή να έχει ο Τούρκος πρόεδρος την ευχέρεια κινήσεων, με επίκληση τη δεσμευτικότητα που θα έχει προκύψει από έναν εσωτερικό νόμο, ο οποίος προσδιορίζει εξ ορισμού το πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να κινηθεί η εκάστοτε ηγεσία. Ενώ, κατά την πάγια τουρκική τακτική, το εν λόγω νομοσχέδιο μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει τον σπόρο με τον οποίο θα καλλιεργηθεί και εν συνεχεία θα γιγαντωθεί θεσμικά το αναθεωρητικό και επιθετικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και ας μην αναφέρεται καν σε αυτό.

Αναντίρρητα, όσο και αν η Αγκυρα επιχειρήσει να υποβαθμίσει τη σημασία του συγκεκριμένου νομοσχεδίου, στην πράξη θα πρόκειται για τη θεσμική αναβάθμιση του υφιστάμενου casus belli. Οπως σήμερα ο Ερντογάν επικαλείται την απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1995 για την απειλή πολέμου έναντι της Ελλάδος, ισχυριζόμενος ότι είναι περίπου αδύνατο να την ανακαλέσει, έτσι και στο μέλλον οι διάδοχοί του θα διατείνονται πως δεν μπορούν να κάνουν πίσω από τους μαξιμαλισμούς του νόμου, φαλκιδεύοντας την όποια προοπτική διαπραγμάτευσης (κυρίως) με την Ελλάδα. Αυτό είναι ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα που η Αθήνα πρέπει να επικαλεστεί έναντι των εταίρων της, καταδεικνύοντας ότι αυτός ο νόμος είναι όχι μόνον αχρείαστος, αλλά και δυνάμει επικίνδυνος, καθότι συρρικνώνει έτι περαιτέρω τα έτσι κι αλλιώς περιορισμένα περιθώρια εξεύρεσης λύσης με την Ελλάδα για τις θαλάσσιες ζώνες και ναρκοθετεί το Πρακτικό της Βέρνης.

Νάρκη για το αύριο – Οπως ο Ερντογάν επικαλείται την απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1995 για την απειλή πολέμου έναντι της Ελλάδος, ισχυριζόμενος ότι είναι περίπου αδύνατο να την ανακαλέσει, έτσι και στο μέλλον οι διάδοχοί του θα διατείνονται πως δεν μπορούν να κάνουν πίσω από τους μαξιμαλισμούς του νόμου.

Το προηγούμενο

Αντίστοιχος νόμος είχε διαμορφωθεί πριν από τρία χρόνια, αλλά προκρίθηκε η διατήρηση του θετικού κλίματος με την Ελλάδα και παραπέμφθηκε στις ελληνικές καλένδες. Τώρα, ο χρονισμός σχετίζεται με την ενόχληση της Τουρκίας για τη στενή σχέση Ελλάδας – Ισραήλ, τις συμπυκνωμένες στον χρόνο ελληνικές ενέργειες που αποσκοπούν, κατά την Αγκυρα, στη δημιουργία τετελεσμένων, στην εμφατική ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος μας και στην τελμάτωση των πολιτικών διαβουλεύσεων και της θετικής ατζέντας, ακόμη και σε απάντηση στον νόμο Μανιάτη.

Η Αθήνα έχει καταστήσει σαφές ότι αυτός ο νόμος, σε οποιαδήποτε μορφή του, δεν είναι αποδεκτός και θα επιδεινώσει σοβαρά τις διμερείς σχέσεις. Οπότε, η τουρκική πλευρά είναι αυτή που θα επιλέξει πώς θα πορευθούμε το επόμενο χρονικό διάστημα (φέρεται ο Ερντογάν να μην έχει ακόμη ασχοληθεί επισταμένως με το ζήτημα), ωστόσο εμείς πρέπει να έχουμε γεμάτη τη φαρέτρα της ανταπόδοσης με συγκεκριμένες και οδυνηρές για την πρώτη απαντήσεις.

Εφόσον πρόκειται για εμπέδωση των δικαιωμάτων ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας, άρα για την απόπειρα δημιουργίας μιας ακόμη τετελεσμένης κατάστασης και όχι απλώς διατύπωσης μιας διεκδίκησης, όσο και αν επιχειρηθεί να «κρυφτούν» οι «γκρίζες ζώνες», η Ελλάδα οφείλει να απαντήσει με τον προσήκοντα τρόπο. Από την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. νοτίως της Κρήτης (σε πρώτη φάση), τη διεύρυνση της ζώνης αλιείας στην περιοχή μεταξύ Ρόδου, Καρπάθου, Κάσου και Καστελλορίζου (αρκεί να μπορεί να υποστηρίζεται επιχειρησιακά), την επέκταση των θαλασσίων πάρκων μέχρι την προσφυγή στην Ε.Ε. για ομόθυμη καταδίκη, ακόμη και για διακοπή κάποιων χρηματοδοτήσεων προς την Αγκυρα.

Ας περιμένουμε πρώτα το περιεχόμενο του νόμου, εντούτοις, ας δομήσουμε την αντίδρασή μας. Προηγουμένως, μπορούμε να αξιοποιήσουμε τους ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας και να διαμηνύσουμε στην άλλη πλευρά τι πρόκειται να ακολουθήσει.

O κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα