Επί ένα μήνα δεσπόζουσα θέση στους πολιτικούς αναστοχασμούς κατείχε το εντυπωσιακό ντοκιμαντέρ των Ελένης Βαρβιτσιώτη – Βικτώριας Δενδρινού «Στο χιλιοστό», απότοκο του βιβλίου τους «Η τελευταία μπλόφα». Σε αυτό περιγράφονται με συστηματικό τρόπο τα επεισόδια της κρίσης του 2015, το μοιραίο δημοψήφισμα και οι διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης και ευρωπαϊκών θεσμών.
Επειτα από μια εξουθενωτική διαδικασία, το αποτέλεσμα ήταν η άτακτη υποχώρηση στις πιέσεις των δανειστών και η δέσμευση υποδομών και δημοσίων επιχειρήσεων της χώρας ως εγγύηση αποπληρωμής του χρέους, με αντάλλαγμα μια πολυετή διευκόλυνση των δόσεων. Αν και δεν περιγράφεται πουθενά με λεπτομέρειες, ούτε τεκμαίρεται το εύρος του, βασικός καμβάς της αφήγησης του ντοκιμαντέρ είναι η ύπαρξη ενός Plan B που θα εφαρμοζόταν αν η Ελλάδα είτε εξαναγκαζόταν είτε επέλεγε η ίδια να εγκαταλείψει το ευρώ. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες ορισμένων παραγόντων της διαπραγμάτευσης, η απειλή του Plan B ήταν αυτή που έκαμψε όλα τα οχυρά αντίστασης της ελληνικής πλευράς γιατί έτσι κατανοήθηκαν οι συνέπειες που θα είχε η αποτυχία μιας συμφωνίας.
Την ύπαρξη και τον μηχανισμό απειλής του Plan B ήλθε πρόσφατα να αμφισβητήσει ο Γιώργος Σταθάκης με το άρθρο του «Ούτε χιλιοστό κοντά στην αλήθεια το ντοκιμαντέρ» (tvxs 15.6.2026). Επειδή τα επιχειρήματα και το ύφος του άρθρου διαφέρουν από ένα ξύλινο κείμενο κομματικής υπεράσπισης, νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να ανοίξει ένας διάλογος για το τι πραγματικά συνέβη εκείνη την ταραγμένη περίοδο, μήπως και κατανοήσουμε καλύτερα τον κίνδυνο που διέτρεξε η χώρα και πώς θα μπορούσε να εξοβελιστεί στο μέλλον. Σε καμία από τις φάσεις εκείνης της διαδικασίας δεν υπήρξα συμμέτοχος, οπότε τα σχόλια που κάνω είναι θεωρητικά και πηγάζουν από μερικές θεμελιώδεις αρχές διαπραγμάτευσης. Με αυτές θα προσπαθήσω να απαντήσω σε τρία αλληλένδετα ερωτήματα:
(α) Υπήρχε τελικά Plan B;
Ναι, λένε ομοθυμαδόν όλοι οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, αν και με διαφορετικό βαθμό πληροφόρησης για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Μερικοί μάλιστα ισχυρίζονται ότι το είχαν προετοιμάσει κατόπιν εντολής αρμοδίων (Μ. Σχοινάς για λογαριασμό του Γιούνκερ) και υπήρχαν σαφείς προβλέψεις της βαθιάς υποτίμησης και της ανθρωπιστικής κρίσης που θα αντιμετώπιζε η χώρα.
Οχι, λέει ο Γ. Σταθάκης, διότι αν όντως υπήρχε θα είχε κάπως μαθευτεί, έστω και εκ των υστέρων ως υλικό ανάλυσης κινδύνου. Θέτει μάλιστα το εύλογο ερώτημα γιατί δεν έχει κοινοποιηθεί μέχρι τώρα για να εγκύψουν σε αυτό οι αδύναμοι κρίκοι της Ευρωζώνης στο πώς θα αποφύγουν κάτι ανάλογο στο μέλλον.
Ομως, εάν όντως δεν υπήρξε, η τότε κυβέρνηση βρίσκεται ακόμη πιο εκτεθειμένη διότι τελικά υπέκυψε σε μία νεφελώδη απειλή του αντιπάλου – δηλαδή μία στρατηγική μπλόφα. Το ενδεχόμενο αυτό το είχε προβλέψει μια μνημειώδης ανάλυση του καθηγητή Γιώργου Τσεμπελή αρκετά πριν την εξαγγελία του δημοψηφίσματος. (Στο άρθρο του στο Foreign Affairs «Why Greece Will Cave – and How: Alexis Tsipras and the Debt Negotiations», 2.6.2015.)

Αναλύοντας την κατάσταση εκείνης της εποχής, ο Τσεμπελής θεωρεί ότι η κυβέρνηση ήταν ο «πιο ανυπόμονος παίκτης» γιατί ασφυκτιούσε από την έλλειψη ρευστότητας που επέβαλε η άλλη πλευρά. Αντί όμως να αναζητήσει περιοχές συμβιβασμού με τους δανειστές, επεξεργαζόταν ένα δικό της Plan B, όπως ξεδιάντροπα αποκάλυψε αργότερα ένας διοργανωτής του και επίσημος σύμβουλος του υπουργείου Οικονομικών – ο Τζόζεφ Στίγκλιτς, ο οποίος μάλιστα εξέφρασε τη λύπη του που το Grexit τελικά δεν πραγματοποιήθηκε (βλέπε συνέντευξη «ΤΑ ΝΕΑ», 11.11.2019).
Κατά συνέπεια, η ελληνική κυβέρνηση προκήρυξε το δημοψήφισμα ευρισκόμενη ήδη στο χείλος του πιστωτικού γκρεμού και μετά πήγε στη διαπραγμάτευση έχοντας πέσει στην παγίδα του δικού της Plan B.
Ας προστεθεί επίσης ότι ένα στοιχειώδες σχέδιο αντιμετώπισης του Grexit θα μπορούσε, λαμβάνοντας υπόψη άλλες ιστορικές συγκυρίες, να καταστρωθεί σχετικά έγκυρα, ασχέτως της ευκολίας με την οποία θα εφαρμοζόταν στην πράξη. Για παράδειγμα, η υποτίμηση 60% που προεξοφλούσαν ότι θα γίνει ήταν περίπου στα ίδια επίπεδα που είχε σημειωθεί στην πτώχευση του 1932 και την έξοδο της δραχμής από τον Κανόνα Συναλλάγματος – Χρυσού που ακολούθησε.
Κάμψη της αντίστασης – Σύμφωνα με τις μαρτυρίες ορισμένων παραγόντων της διαπραγμάτευσης, η απειλή του Plan B ήταν αυτή που έκαμψε όλα τα οχυρά αντίστασης της ελληνικής πλευράς γιατί έτσι κατανοήθηκαν οι συνέπειες που θα είχε η αποτυχία μιας συμφωνίας.
(β) Το κόστος των capital controls
Σύμφωνα με τον Τόμας Βίζερ, επικεφαλής του Euro Working Group, η ζημία της ελληνικής οικονομίας από τις πολιτικές των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έφτασε τα 200 δισ. ευρώ, αλλά πουθενά δεν γίνεται καμία ανάλυση του πώς και γιατί πήγε τόσο ψηλά ο λογαριασμός. Aλλοι πιο μετριοπαθείς θεωρούν ότι μαζί με τα capital controls το κόστος έφτασε τα 100 δισ. ευρώ. Ακόμη όμως και αυτό το σημαντικά υποδεέστερο ποσόν φαίνεται υπερβολικό, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι στην αρχή του πρώτου μνημονίου, η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε περίπου κατά 25%. Δηλαδή σε όρους ΑΕΠ, 40-60 δισ. ευρώ.
Κάνοντας απλές παραδοχές για ένα ηπίως καλύτερο ρυθμό μεγέθυνσης που θα μπορούσε να έχει η ελληνική οικονομία χωρίς τα τυχοδιωκτικά πειράματα του 2015, προκύπτει ότι το ΑΕΠ θα βρισκόταν κατά 20 δισ. υψηλότερο για όλη την περίοδο 2015-2018. Συν τα 12 δισ. ευρώ που πήγαν για ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών, μας δίνει ένα συνολικό κόστος της τάξεως των 32 δισ. ευρώ. Μακράν χαμηλότερο των 100 δισ. ευρώ που διατείνονται οι εκπρόσωποι των θεσμών στο ντοκιμαντέρ. Στο σημείο αυτό ο Γ. Σταθάκης είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα.
Βεβαίως θα πρέπει να προστεθεί και το δράμα όσων δεν μπορούσαν να πάρουν τα χρήματά τους από τα ΑΤΜ και αυτό θα έκανε την αποτίμηση πιο βαριά και απεχθή. Αλλά μόνες τους οι οικονομικές απώλειες είναι κλάσμα της θρυλούμενης ζημίας.
(γ) Το αποικιακό Υπερταμείο
Στο παρά πέντε της συμφωνίας, που όλοι νόμιζαν ότι έκλεισε μετά τη 17ωρη διαπραγμάτευση, εμφανίστηκε ο Σόιμπλε, ο οποίος για να δώσει το πράσινο φως απαιτούσε την υποθήκευση δημοσίων επιχειρήσεων και υποδομών επί 99 έτη ως ενέχυρο για την έγκαιρη αποπληρωμή των δόσεων.
Πώς άραγε προέκυψε αυτός ο αιφνιδιασμός; Στη θεωρία διαπραγματεύσεων ένα τέτοιο ενδεχόμενο αποκαλείται η «τρεμάμενη πένα» (Quivering Quill) όταν μία πλευρά είναι μεν έτοιμη να υπογράψει αλλά θέλει και «κάτι ακόμη» από την άλλη πλευρά, αλλιώς θα αρνηθεί. Είναι προφανές ότι πρόκειται για εκβιασμό τελευταίας στιγμής, αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια πλευρά θα υποχωρήσει; Αυτή που ανεβάζει τα λύτρα ή αυτή που αισθάνεται ότι τιμωρείται; Η απάντηση είναι απλή: όποια έχει τα περισσότερα να χάσει αν δεν υπογραφεί η συμφωνία και φύγει άπραγη.

Προκύπτει έτσι ξανά η απορία αν υπήρχε ή δεν υπήρχε Plan B των δανειστών. Αν δεν υπήρχε, τότε η ελληνική κυβέρνηση κακώς, κάκιστα, ενέδωσε στον εκβιασμό του Υπερταμείου, διότι ούτως ή άλλως οι δανειστές δεν είχαν αξιόπιστο μηχανισμό τιμωρίας και θα ήταν αυτοί που θα έχαναν από την απουσία συμφωνίας και τον κλυδωνισμό του ευρώ. Aρα, η κυβέρνηση πίστευε στην ύπαρξη του Plan B και φοβόταν ότι τυχόν υλοποίησή του θα ήταν Αρμαγεδδών για την οικονομία. Και αυτό αποκαλύπτει πόσο λίγο προετοιμασμένοι ήταν οι κυβερνώντες όταν παρέβλεψαν να εξασφαλίσουν μια λειτουργική συμφωνία τον Φεβρουάριο του 2015 και στη συνέχεια επιδόθηκαν σε αλλοπρόσαλλες επιθέσεις εναντίον των ευρωπαϊκών θεσμών.
Καλύτερα από όλους συνοψίζει την πραγματικότητα εκείνης της εποχής ο Γιάννης Δραγασάκης, ο οποίος παραδέχτηκε (tvxs, 13.8.2015) ότι: «Αλλο σημείο κυβερνητικής αδυναμίας αποδείχθηκε η άγνοια των όρων διεξαγωγής της διαπραγμάτευσης η οποία δεν γινόταν ελεύθερα αλλά μέσω ενός ολόκληρου συστήματος με κανόνες και επιτελεία». Των δανειστών εννοείται, όχι δικά μας.
O κ. Νίκος Χριστοδουλάκης είναι ομότιμος καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο, πρώην υπουργός.











