Το σπιράλ της δυσπιστίας των «πελατών»

Κοινοποίηση

Η υπόθεση των παράνομων αγροτικών ενισχύσεων μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ απασχολεί τον δημόσιο βίο μέσα από ένα διττό πρίσμα. Το πρώτο είναι η διασπάθιση των ευρωπαϊκών πόρων και οι καταβολές σε μη δικαιούχους· το δεύτερο είναι η ανάμειξη υπηρεσιακών παραγόντων και πολιτικών προσώπων για νόμιμες ή/και παράνομες εξυπηρετήσεις. Πόσο βαθιά είναι ριζωμένο το πελατειακό φαινόμενο στο πολιτικό μας σύστημα; Μπορεί να υπάρξει πολιτική σταθερότητα χωρίς πελατειακές προσδοκίες και δίκτυα διαμεσολάβησης;

Κατ’ αρχάς, δεν πρόκειται για ελληνική εξαίρεση. Η συγκριτική βιβλιογραφία το εντοπίζει ιστορικά με ιδιαίτερη ένταση στη Νότια Ευρώπη, ιδίως στην Ελλάδα και στην Ιταλία, ενώ σήμερα εντοπίζεται και σε τμήματα της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Οι πελατειακές σχέσεις ανθούν όπου οι θεσμοί είναι αδύναμοι ή οι κανόνες εφαρμόζονται άνισα, η διοίκηση αφήνει μεγάλη διακριτική ευχέρεια, τα κόμματα είναι περισσότερο προσωποκεντρικά παρά προγραμματικά και η πρόσβαση σε πόρους περνάει από μεσάζοντες. Εκεί η προσωπική διαμεσολάβηση υποκαθιστά τον απρόσωπο κανόνα και η πολιτική στήριξη συχνά ανταλλάσσεται με επιλεκτικές εξυπηρετήσεις.

Σε εγχώριο επίπεδο, ο πελατειασμός δεν είναι υπόθεση ενός κόμματος, μιας κυβέρνησης ή μιας μόνο ιστορικής περιόδου. Είναι μια δομική όψη του τρόπου με τον οποίο λειτούργησε το ελληνικό πολιτικό σύστημα επί δεκαετίες. Θα ήταν λάθος να αντιμετωπιστεί ως αποκλειστικό γνώρισμα των κομμάτων εξουσίας. Στην πραγματικότητα, οι πιέσεις για εξυπηρετήσεις, διευθετήσεις, μεταθέσεις, επιδοτήσεις, προσλήψεις ή ειδικές παρεμβάσεις διαπερνούν οριζόντια το πολιτικό σύστημα. Βουλευτές από όλο το κομματικό φάσμα, συχνά ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης, έρχονται αντιμέτωποι με το ίδιο αίτημα από τους ψηφοφόρους τους: «Βοήθησέ με να λυθεί το θέμα μου».

Χωρίς εμπιστοσύνη – Η βαθύτερη παθολογία, που είναι ταυτόχρονα αιτία και αποτέλεσμα του πελατειασμού, είναι η εξαιρετικά χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς, τόσο στο κράτος όσο και στο πολιτικό και κομματικό σύστημα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι περιπτώσεις είναι ίδιες, ούτε ότι δεν υπάρχουν διακριτές ευθύνες όταν προκύπτουν συγκεκριμένες παρανομίες. Το φαινόμενο έχει διακύμανση ανά εποχές και κυβερνήσεις, ενώ κρατικές μεταρρυθμίσεις όπως το ΑΣΕΠ ή η ψηφιακή διακυβέρνηση έχουν βοηθήσει στην άμβλυνση όψεών του. Ταυτόχρονα, όμως, το πελατειακό φαινόμενο δεν εξαντλείται στα πρόσωπα. Είναι ένας ολόκληρος τρόπος πολιτικής διαμεσολάβησης. Εκεί όπου οι θεσμοί δεν λειτουργούν γρήγορα, καθαρά και ισότιμα, παρεμβάλλεται ο πολιτικός μεσολαβητής. Ο βουλευτής δεν καλείται μόνο να νομοθετήσει ή να ελέγξει την κυβέρνηση· καλείται να «τρέξει μια υπόθεση», να ανοίξει μια πόρτα, να επιταχύνει μια διαδικασία. Ετσι η εκπροσώπηση μετατοπίζεται από το γενικό συμφέρον στην εξατομικευμένη διευκόλυνση.

Η βαθύτερη παθολογία, που είναι ταυτόχρονα αιτία και αποτέλεσμα του πελατειασμού, είναι η εξαιρετικά χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς, τόσο στο κράτος όσο και στο πολιτικό και κομματικό σύστημα. Οταν ο πολίτης δεν πιστεύει ότι οι κανόνες εφαρμόζονται αμερόληπτα, στρέφεται στον τοπικό παράγοντα, στον βουλευτή, στο δίκτυο επιρροής. Το ρουσφέτι ξεπερνά έτσι την προνομιακή μεταχείριση και υποκαθιστά στην πράξη τη θεσμική αξιοπιστία. Προσφορά και ζήτηση έρχονται και κουμπώνουν: αφενός η πολιτική τάξη το προσφέρει, αφετέρου μεγάλα τμήματα της κοινωνίας θεωρούν ότι χωρίς προσωπική παρέμβαση το κράτος είτε θα αδιαφορήσει είτε θα καθυστερήσει.

Ακριβώς εκεί, όμως, αρχίζει ένας φαύλος κύκλος. Οι πελατειακές σχέσεις δεν θεραπεύουν τη δυσπιστία· την αναπαράγουν. Οσο περισσότερο το σύστημα δείχνει ότι λειτουργεί μέσω προσωπικών διασυνδέσεων, τόσο λιγότερο πείθει ότι μπορεί να λειτουργήσει με καθολικούς κανόνες. Και όσο λιγότερο πείθει, τόσο περισσότερο οι πολίτες αναζητούν ατομική εξαίρεση αντί για θεσμική λύση. Ετσι δημιουργείται ένα σπιράλ χαμηλής εμπιστοσύνης: αδύναμοι θεσμοί γεννούν πελατειακές προσδοκίες και αυτές, με τη σειρά τους, αποδυναμώνουν ακόμη περισσότερο την πίστη στους θεσμούς.

Από αιτών, «τιμωρός» – Ο πολίτης που έχει μάθει να προσδοκά ειδική μεταχείριση δεν γίνεται κατ’ ανάγκην πιο θεσμικός όταν αυτή δεν έρχεται· συνήθως γίνεται πιο θυμωμένος, πιο εκδικητικός, πιο πρόθυμος να τιμωρήσει συνολικά το σύστημα.

Υπάρχει ωστόσο και μια δεύτερη, πιο σκοτεινή συνέπεια. Το πελατειακό σύστημα παράγει αναπόφευκτα και ματαιώσεις, αφού δεν μπορούν όλοι να εξυπηρετηθούν ούτε να ευνοηθούν στον ίδιο βαθμό. Οταν τα αιτήματα δεν ικανοποιούνται, η απογοήτευση δεν στρέφεται μόνο εναντίον του προσώπου που δεν κατάφερε να βοηθήσει, αλλά και εναντίον του ίδιου του πολιτικού συστήματος. Ο πολίτης που έχει μάθει να προσδοκά ειδική μεταχείριση δεν γίνεται κατ’ ανάγκην πιο θεσμικός όταν αυτή δεν έρχεται· συνήθως γίνεται πιο θυμωμένος, πιο εκδικητικός, πιο πρόθυμος να τιμωρήσει συνολικά το σύστημα που δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του.

Αυτό το ζήσαμε με ένταση στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, όταν η συρρίκνωση των διαθέσιμων πόρων και οι αυστηρότεροι εξωτερικοί περιορισμοί περιόρισαν δραστικά τα περιθώρια πελατειακής διευθέτησης. Η κατάρρευση των προσδοκιών τροφοδότησε τότε βαθύτερη οργή απέναντι στο πολιτικό mainstream. Πέρα από την κανονιστική συζήτηση, άρα, το όριο του πελατειασμού είναι ότι διαβρώνει την ίδια την εμπιστοσύνη που χρειάζεται η δημοκρατία για να επιβιώσει.

Η υπέρβαση αυτού του μοντέλου δεν θα γίνει ούτε με ηθικολογία ούτε με συμψηφισμούς. Θα έρθει μόνο αν το κράτος γίνει τόσο αξιόπιστο, ώστε ο πολίτης να μη χρειάζεται διαμεσολάβηση για να πετύχει το αυτονόητο. Διαφάνεια, σταθεροί κανόνες, λογοδοσία, διοικητική ταχύτητα και ψηφιακές διαδικασίες είναι ο μόνος πραγματικός αντίπαλος του ρουσφετιού.

*Η κ. Λαμπρινή Ρόρη είναι επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής Ανάλυσης στο ΕΚΠΑ.

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα