Φόρτωση Text-to-Speech…
Η πρόθεση του Ντόναλντ Τραμπ να προχωρήσει στην παροχή νέου αμυντικού υλικού προς την Τουρκία έθεσε την ελληνοαμερικανική κοινοβουλευτική ομάδα στο Κογκρέσο (Hellenic Caucus) όχι απλώς σε κατάσταση συναγερμού, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά ενώπιον της μεγαλύτερης δοκιμασίας από την ίδρυσή της, το 1996, και ανέδειξε τις ρωγμές που έχει προκαλέσει στο εσωτερικό της η προεδρική παντοδυναμία. Πολιτική ανασφάλεια, σκληροί κομματικοί υπολογισμοί, αδυναμία συντονισμού, τηλεφωνικές (εκ)κλήσεις που έμειναν αναπάντητες και η εμφανής απροθυμία των Ρεπουμπλικανών να διαφοροποιηθούν από τις επιθυμίες του προέδρου Τραμπ συνέθεσαν το σκηνικό της εβδομάδας που πέρασε.

Το παρασκήνιο

Αν και προς τα έξω δημιουργήθηκε η εντύπωση μιας πρωτοφανούς κινητοποίησης και ενός ισχυρού αντιτουρκικού μετώπου, η πραγματικότητα πίσω από τις κλειστές πόρτες των κοινοβουλευτικών γραφείων στο Καπιτώλιο ήταν εντελώς διαφορετική. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε έμπειρο στέλεχος του Κογκρέσου σχολίασε στην «Κ» ότι ίσως και να «βιώνουμε το τέλος του Hellenic Caucus», τουλάχιστον όπως το γνωρίζαμε έως σήμερα.
Δεν έχουν περάσει παρά ελάχιστα χρόνια από τότε που θεωρείτο μία από τις πλέον αποτελεσματικές διακομματικές ομάδες, ικανή να υπερβαίνει τάχιστα κομματικές γραμμές και να διαμορφώνει ισχυρές κοινοβουλευτικές συμμαχίες. Αυτή τη φορά, η προσπάθεια συγκέντρωσης ευρείας διακομματικής στήριξης προσέκρουσε σε πρωτοφανείς δυσκολίες συνεννόησης.
Ρεπουμπλικανοί βουλευτές ελληνικής καταγωγής ή με στενούς δεσμούς με το ελληνικό λόμπι εμφανίστηκαν ιδιαίτερα επιφυλακτικοί –σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και αρνητικοί– απέναντι στη στήριξη πρωτοβουλιών που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ευθεία αμφισβήτηση του προέδρου. Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τις σχετικές διεργασίες, υπήρξε μεγάλη δυσκολία να συνυπογραφεί το κοινό ψήφισμα της Ντίνα Τάιτους, που κατατέθηκε τα μεσάνυχτα της Πέμπτης, προκειμένου να εμποδίσει την προτεινόμενη πώληση των κινητήρων F110-GE-129E/F για το πρόγραμμα του τουρκικού μαχητικού TF-X (Kaan). Εξίσου μεγάλη απροθυμία συνάντησαν και οι πρωτοβουλίες που περιελάμβαναν επικριτική ρητορική απέναντι στην προωθούμενη πολιτική του Λευκού Οίκου.
Η περίπτωση της Νικόλ Μαλλιωτάκη θεωρείται ενδεικτική των νέων πολιτικών ισορροπιών. Αν και διαχρονικά αποτελεί μία από τις πλέον δραστήριες συμμάχους του ελληνικού λόμπι στο Κογκρέσο, έχοντας πρωταγωνιστήσει σχεδόν σε κάθε σοβαρή διακομματική πρωτοβουλία, αυτή τη φορά, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», επέλεξε μια σαφώς πιο επιφυλακτική στάση. Παρά το γεγονός ότι άσκησε δημοσίως έντονη κριτική στον Ερντογάν, απέφυγε να στηρίξει επιστολές των Δημοκρατικών και το κοινό ψήφισμα αποδοκιμασίας για τους κινητήρες.

Στην ίδια γραμμή και ο Γκας Μπιλιράκης, ο οποίος επί σειράν ετών έχει σηκώσει μεγάλο μέρος του κοινοβουλευτικού βάρους στις προσπάθειες προώθησης των ελληνικών και κυπριακών θέσεων στο Κογκρέσο. Εκανε εντύπωση ότι αυτή τη φορά δίστασε να στηρίξει ενέργειες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν τη δυσφορία του προέδρου.
Για τους Μάικ Χαριδόπουλος και Τζίμι Πατρώνης, οι προσδοκίες για δημόσια διαφοροποίηση ήταν εξαρχής περιορισμένες, καθώς πρόκειται για δύο από τα νεότερα μέλη της κοινοβουλευτικής ομάδας των Ρεπουμπλικανών και η πολιτική παρουσία τους στο Κογκρέσο έχει συνδεθεί άρρηκτα με τη στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ.
Η ένταση δεν περιορίστηκε στο παρασκήνιο. Για πρώτη φορά εκδηλώθηκε και δημοσίως, μέσα από μια ασυνήθιστη αντιπαράθεση μεταξύ δύο βουλευτών του Hellenic Caucus. Η Δημοκρατική Ντίνα Τάιτους αναδημοσίευσε ανάρτηση της Νικόλ Μαλλιωτάκη –στην οποία η Ρεπουμπλικανή βουλευτής επέκρινε τον Ερντογάν– συνοδεύοντάς τη με σκωπτικό σχόλιο ότι, αφού εκφράζει δημοσίως τόσο επικριτικές θέσεις απέναντι στην Τουρκία, δεν θα έπρεπε να δυσκολεύεται να στηρίξει και τις πρωτοβουλίες της για τα F-35.
Ολα αυτά αντανακλούν όχι ξαφνική έλλειψη ενδιαφέροντος για τα εθνικά θέματα, αλλά την ισχυρή πίεση που αισθάνονται οι Ρεπουμπλικανοί βουλευτές ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Η κυριαρχία Τραμπ στο εσωτερικό του κόμματος έχει πλέον διαμορφώσει ένα περιβάλλον στο οποίο το πολιτικό κόστος μιας δημόσιας σύγκρουσης μαζί του δεν απορροφάται. Στην πράξη, οδηγεί σε απώλεια έδρας.

Το ψήφισμα
Το κοινό ψήφισμα κατατέθηκε τελικά με καθυστέρηση και χωρίς Ρεπουμπλικανούς συνυπογράφοντες, αφήνοντας μόλις μία εβδομάδα περιθώριο για να εγκριθεί από τα δύο σώματα του Κογκρέσου πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπει ο Νόμος περί Ελέγχου των Εξαγωγών Οπλων. Και μάλιστα κατατέθηκε αφού είχαν προηγηθεί σημαντικές τροποποιήσεις, με την αφαίρεση των επικρίσεων κατά της κυβερνητικής απόφασης και τη διατήρηση αποκλειστικά των τεχνικών και νομικών επιχειρημάτων, σε μια ύστατη προσπάθεια να καταστεί πολιτικά ευκολότερη η στήριξη από Ρεπουμπλικανούς βουλευτές. Η δημόσια συζήτηση αφορά δύο διαφορετικά ψηφίσματα αποδοκιμασίας. Το πρώτο εστιάζεται στην πώληση των κινητήρων και έχει ήδη κατατεθεί. Το δεύτερο αφορά ενδεχόμενη πώληση F-35 και θα κατατεθεί μόνον εφόσον η κυβέρνηση κοινοποιήσει επισήμως στο Κογκρέσο τέτοια πρόθεση.
Στην περίπτωση των F-35, λόγω των ειδικών διατάξεων του άρθρου 216 του νόμου CAATSA, η διαδικασία δεν ακολουθεί τη συνήθη νομοθετική οδό. Δηλαδή, το κοινό ψήφισμα δεν μπορεί να κατατεθεί από οποιονδήποτε βουλευτή, αλλά ενεργοποιούνται οι ειδικές διαδικασίες ταχείας εξέτασης (expedited procedures), στο πλαίσιο των οποίων η σχετική πρωτοβουλία αναλαμβάνεται από την ηγεσία των δύο σωμάτων του Κογκρέσου.
Για τον λόγο αυτό, η Ντίνα Τάιτους απέστειλε την περασμένη εβδομάδα επιστολή προς τον ηγέτη της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Βουλή, Στιβ Σκάλις, και τον ηγέτη της δημοκρατικής μειοψηφίας, Χακίμ Τζέφρις, καλώντας τους να είναι έτοιμοι να ενεργοποιήσουν τη σχετική διαδικασία, εφόσον χρειαστεί.

Ο πρόεδρος βιάζεται
Σε αντίθεση με την υπόθεση των κινητήρων, η οποία είναι συγκριτικά ευκολότερη –τόσο πολιτικά όσο και νομικά– το ζήτημα των μαχητικών παραμένει σαφώς πιο περίπλοκο. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», ο πρόεδρος Τραμπ εξακολουθεί να επιθυμεί την προώθηση της πώλησης. Θα ήθελε να ανακοινώσει, ακόμη και στο περιθώριο της συνόδου του ΝΑΤΟ, την άρση των κυρώσεων CAATSA, ενώ έχει ζητήσει να αναζητηθεί νομική διέξοδος στους περιορισμούς που έχουν επιβληθεί μέσω του αμυντικού προϋπολογισμού.
Στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και στο Πεντάγωνο εξακολουθεί να επικρατεί σκεπτικισμός για τρεις βασικούς λόγους: τις νομικές επιπλοκές, τις ανησυχίες για την ασφάλεια του ίδιου του προγράμματος F-35 και τις επιπτώσεις που θα είχε μια τέτοια απόφαση στις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με συμμάχους τους στην Ανατολική Μεσόγειο. Στο Κογκρέσο προστίθεται ένας ακόμη λόγος: η επιβράβευση μιας χώρας που δεν συμπεριφέρεται ως αξιόπιστος σύμμαχος. Δεν εκτιμάται, πάντως, ότι οι επιφυλάξεις αυτές θα ήταν αρκετές για να ανακόψουν μια προεδρική απόφαση.











