Υποχρεωτικά μέτρα στην Αλσατία για τη χρυσίζουσα χλώρωση της αμπέλου

Κοινοποίηση

Η απόφαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς δεν αφορά μόνο την προστασία μεμονωμένων αμπελώνων, αλλά τη θωράκιση ολόκληρης της αλυσίδας παραγωγής φυτικού υλικού.

Η χρυσίζουσα χλώρωση, γνωστή διεθνώς ως Flavescence dorée, προκαλείται από φυτοπλάσμα και κατατάσσεται στους επιβλαβείς οργανισμούς καραντίνας στην ευρωπαϊκή νομοθεσία. Η μετάδοσή της συνδέεται με το έντομο Scaphoideus titanus, ένα τζιτζικάκι που λειτουργεί ως φορέας της ασθένειας. Για τον λόγο αυτό, η γαλλική νομοθεσία δεν περιορίζεται στην ίδια την ασθένεια, αλλά ρυθμίζει και την καταπολέμηση του εντόμου φορέα. Σύμφωνα με την DRAAF Grand Est, η επιτήρηση και η αντιμετώπιση της χρυσίζουσας χλώρωσης και του Scaphoideus titanus είναι υποχρεωτικές, με βάση την εθνική απόφαση της 27ης Απριλίου 2021.

Στον αμπελώνα της Αλσατίας, οι αρχές έχουν εντοπίσει τον τομέα του Turckheim ως περιοχή όπου ο φορέας θεωρείται παρών. Αυτό ενεργοποιεί συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τα αμπελουργικά φυτώρια και τις μητρικές φυτείες, καθώς η παρουσία του εντόμου αυξάνει τον κίνδυνο διασποράς μέσω του φυτικού υλικού. Στις μητρικές φυτείες υποκειμένων και εμβολίων, οι επεμβάσεις με εγκεκριμένα εντομοκτόνα για το Scaphoideus titanus γίνονται υποχρεωτικές, με πρόγραμμα τριών εφαρμογών για τη φετινή καλλιεργητική περίοδο.

Πιο συγκεκριμένα, για τα συμβατικά προϊόντα, η πρώτη επέμβαση, T1, έχει οριστεί από τις 9 έως τις 14 Ιουνίου 2026. Η δεύτερη, T2, πρέπει να πραγματοποιηθεί 12 έως 14 ημέρες μετά την πρώτη, δηλαδή από τις 21 έως τις 27 Ιουνίου. Η τρίτη, T3, προγραμματίζεται περίπου έναν μήνα αργότερα, από τις 22 έως τις 26 Ιουλίου. Για τα προϊόντα που είναι εγκεκριμένα στη βιολογική γεωργία, τα χρονικά περιθώρια είναι πιο πυκνά, λόγω της μικρότερης διάρκειας δράσης τους. Η T1 ορίζεται από τις 9 έως τις 13 Ιουνίου, η T2 από τις 18 έως τις 22 Ιουνίου και η T3 από τις 27 Ιουνίου έως την 1η Ιουλίου.

Ιδιαίτερα αυστηρό είναι το πλαίσιο για τα αμπελουργικά φυτώρια. Εκεί, η εντομοκτόνος κάλυψη πρέπει να παραμένει συνεχής από τις 15 Μαΐου έως τις 15 Οκτωβρίου. Το διάστημα ανάμεσα στις εφαρμογές καθορίζεται από την υπολειμματική διάρκεια δράσης κάθε προϊόντος. Όταν δεν υπάρχει ειδική ένδειξη, η περίοδος αυτή υπολογίζεται στις 14 ημέρες. Η λογική του μέτρου είναι σαφής: στα φυτώρια, όπου παράγεται υλικό που μπορεί να μετακινηθεί και να φυτευτεί σε άλλες περιοχές, το περιθώριο αστοχίας είναι πολύ μικρό.

Εν συνεχεία, η DRAAF Grand Est κάνει, ωστόσο, διάκριση ανάμεσα στις περιοχές όπου ο φορέας έχει επιβεβαιωθεί και σε εκείνες όπου η απουσία του έχει τεκμηριωθεί. Σε αμπελουργικά φυτώρια και μητρικές φυτείες που βρίσκονται σε ζώνες όπου το Scaphoideus titanus έχει αποδειχθεί απόν μέσω συστήματος παγίδευσης, η εντομοκτόνος επέμβαση δεν απαιτείται. Η απουσία αυτή δεν θεωρείται αυτονόητη. Πρέπει να προκύπτει από παγίδευση εγκατεστημένη στο ίδιο το αγροτεμάχιο ή στο σχετικό παραγωγικό περιβάλλον. Αν δεν υπάρχει τέτοια παρακολούθηση, ο φορέας θεωρείται δυνητικά παρών και οι επεμβάσεις καθίστανται υποχρεωτικές.

Σημαντικό μέρος της στρατηγικής αφορά και την επεξεργασία με ζεστό νερό. Σε οριοθετημένες περιοχές, τα μοσχεύματα που προέρχονται από μητρικές φυτείες και τα φυτά που παράγονται σε αμπελουργικά φυτώρια πρέπει να υποβάλλονται σε θερμική επεξεργασία. Η ίδια δυνατότητα προβλέπεται και για τον τομέα του Turckheim, ο οποίος, παρότι θεωρείται περιοχή παρουσίας του φορέα, παραμένει ζώνη απαλλαγμένη από τη χρυσίζουσα χλώρωση. Σε αυτή την περίπτωση, η καταπολέμηση του εντόμου μπορεί να αντικατασταθεί από επεξεργασία με ζεστό νερό των μοσχευμάτων ή των φυτών, ενώ για το βιολογικό υλικό η διαδικασία πρέπει να γίνεται σε σταθμό εγκεκριμένο από τη FranceAgriMer.

Συνοψίζοντας, τα μέτρα αυτά δείχνουν πόσο σύνθετη έχει γίνει πλέον η φυτοϋγειονομική διαχείριση του αμπελώνα. Δεν αρκεί η παρακολούθηση των συμπτωμάτων στο χωράφι. Απαιτείται έλεγχος του εντόμου φορέα, τεκμηριωμένη παγίδευση, σωστός προγραμματισμός επεμβάσεων και ασφαλής διαχείριση του πολλαπλασιαστικού υλικού. Για μια περιοχή όπως η Αλσατία, όπου η ποιότητα του φυτικού υλικού και η ακρίβεια των καλλιεργητικών πρακτικών αποτελούν κρίσιμα στοιχεία της αμπελουργικής της ταυτότητας, η απόφαση δεν είναι απλώς μια διοικητική υποχρέωση. Είναι ένα ακόμη σημάδι ότι η υγεία του αμπελώνα περνά όλο και περισσότερο μέσα από την πρόληψη, την τεχνική πειθαρχία και τη διαρκή επαγρύπνηση.

Πηγή agronews.gr

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα