Βρέθηκε στη Σουλεϊμανίγια, στο Κουρδικό Ιράκ, προσκεκλημένος του 2ου Συνεδρίου που διοργάνωσε το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, όπου συμμετείχε σε πάνελ που συντόνιζε η «Καθημερινή» με τίτλο: «Ιράκ και Κουρδιστάν ανάμεσα σε Μεγάλες Δυνάμεις». Στο πλαίσιο της συζήτησης, ο πρώην πρωθυπουργός και πρώην υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου υπογράμμισε ότι «η Μέση Ανατολή χρειάζεται μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας», αναδεικνύοντας την ανάγκη για συνολικό επανασχεδιασμό των ισορροπιών στην περιοχή.
Σε συνέντευξή του στην «Κ», ο νυν ηγέτης του «Κόμματος του Μέλλοντος» και βασικός «αρχιτέκτων» της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας απάντησε σε ερωτήματα για το κυοφορούμενο νομοσχέδιο που συνδέεται με τη «Γαλάζια Πατρίδα», το οποίο χαρακτήρισε ως «εννοιολογική προσέγγιση», παρά ως «νόμο», όσο και για το κατά πόσον υπάρχει πολιτική βούληση να παραπεμφθούν οι διαφορές Ελλάδας – Τουρκίας για την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα στη Χάγη.

– Τα «ήρεμα νερά» που επικράτησαν το 2023, μετά τη «Διακήρυξη των Αθηνών», φαίνεται πλέον να βρίσκονται υπό αμφισβήτηση. Το προτεινόμενο νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα», σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές, αντανακλά την προσπάθεια της Τουρκίας να αποτρέψει την επέκταση της ελληνική ΑΟΖ στα 12 ναυτικά μίλια. Αποτελεί αυτή η νομοθετική πρωτοβουλία μια προσπάθεια δημιουργίας «τετελεσμένων»;
– Οχι, δεν το πιστεύω. Στην πραγματικότητα, γιατί αναπτύχθηκε η έννοια της «Γαλάζιας Πατρίδας» και πότε εμφανίστηκε; Αναπτύχθηκε μετά τη μονομερή δήλωση της Ελλάδας για την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Σύμφωνα με την τουρκική άποψη, αυτό θα άφηνε την Τουρκία σχεδόν χωρίς καθόλου πρόσβαση στο Αιγαίο. Η Τουρκία είναι ναυτικό κράτος, όχι απλώς χερσαία χώρα. Τα τρία τέταρτα των συνόρων μας είναι θαλάσσια.
Επομένως, αν δεχθούμε την ελληνική αξίωση των 12 ναυτικών μιλίων, η Τουρκία θα εξακολουθούσε να έχει ακτογραμμή στη Μαύρη Θάλασσα, αλλά στο Αιγαίο δεν θα είχε σχεδόν καμία τουρκική ακτογραμμή. Και στην Ανατολική Μεσόγειο, αν συμπεριληφθεί και αυτή και γίνουν δεκτές οι αξιώσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς, η Τουρκία θα βρεθεί σε αδιέξοδο με βάση αυτήν την αντίληψη.
Για παράδειγμα, σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, αν γινόταν αποδεκτή η ελληνική αξίωση, τα τουρκικά πλοία που ταξιδεύουν από τη μία τουρκική παραλιακή πόλη στην άλλη θα έπρεπε να λαμβάνουν άδεια από την Ελλάδα. Η τουρκική πλευρά υποστηρίζει ότι η Τουρκία έχει επίσης πατρίδα στη θάλασσα. Αρα η σωστή προσέγγιση είναι μια αμοιβαία κατανόηση ότι το Αιγαίο είναι κοινό. Το να είναι «κοινό» δεν σημαίνει απαραιτήτως μια διαίρεση 50-50· σημαίνει ότι η Τουρκία και η Ελλάδα μπορούν και οι δύο να χρησιμοποιούν το Αιγαίο για μεταφορές και ως ενεργειακό πέρασμα χωρίς αποκλεισμούς. Ολοι πρέπει να προσεγγίσουν το ζήτημα ορθολογικά.
– Επομένως, ποιος είναι ο πραγματικός σκοπός του νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα»;
– Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για νόμο, και δεν υπάρχει ακόμη τέτοιος νόμος. Πρόκειται για μια εννοιολογική προσέγγιση που βασίζεται στην αντίληψη ότι η Τουρκία είναι και θαλάσσια χώρα, όχι μόνο χερσαία. Αντί να επικεντρώνονται σε διατυπώσεις και αξιώσεις, θα ήταν καλύτερο οι Τούρκοι και οι Ελληνες να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να συζητήσουν τα κοινά συμφέροντά τους.
– Δεδομένου ότι εξακολουθείτε να μην αναγνωρίζετε τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), πώς επηρεάζει αυτό τις προοπτικές επίλυσης των θαλάσσιων διαφορών;
– Είχαμε διεξαγάγει διερευνητικές συνομιλίες στο παρελθόν, όταν ήμουν υπουργός Εξωτερικών, και σημειώσαμε σημαντική πρόοδο σε αυτές τις συζητήσεις. Ελπίζω, αν και δεν γνωρίζω, δεδομένου ότι δεν ασκώ καθήκοντα εδώ και δέκα χρόνια, ότι τα πράγματα εξακολουθούν να προχωρούν.
Αν αυτά τα θέματα συζητηθούν ιδιωτικά μεταξύ μας, Τούρκων και Ελλήνων, και μεταξύ εμπειρογνωμόνων, ξεκινώντας από εκείνες τις διερευνητικές συνομιλίες όπου υπήρχαν χάρτες και ορισμένα δικαιώματα είχαν προσδιοριστεί μεταξύ των δύο πλευρών, τότε δεν το βλέπω ως ένα ανυπέρβλητο ζήτημα. Αντιθέτως, είναι θέμα νοοτροπίας και πολιτικής βούλησης.

– Σήμερα, υπάρχει η πολιτική βούληση να παραπεμφθούν οι διαφορές σχετικά με την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης;
– Δεν είμαι στην εξουσία τώρα, επομένως δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι υπάρχει. Υπάρχει η γενική τουρκική εξωτερική πολιτική, η οποία υποθέτει ότι τα ζητήματα μπορούν να επιλυθούν.
Ευθύνες και δικαιώματα – Τόσο η Τουρκία όσο και η Ελλάδα έχουν δικαιώματα και ευθύνες στο Αιγαίο. Αυτή θα πρέπει να είναι η βασική φιλοσοφία και η κατευθυντήρια αρχή και για τις δύο πλευρές.
– Η έννοια της «Γαλάζιας Πατρίδας» ξεκίνησε ως ακαδημαϊκή διατύπωση, αλλά έκτοτε έχει υιοθετηθεί ευρέως στον τουρκικό δημόσιο λόγο. Εχει ουσιαστικά καταστεί επίσημο δόγμα της Τουρκίας;
– Οχι, δεν πρόκειται για ένα δόγμα ή μια επίσημη θέση. Στην πραγματικότητα είναι μια ορολογία, μια αντίδραση στην αξίωση της Ελλάδας για κυριαρχία στο Αιγαίο. Εάν και οι δύο πλευρές μιλούν με βάση το αμοιβαίο συμφέρον, πιστεύω ότι δεν θα αποτελέσει πρόβλημα. Τόσο η Τουρκία όσο και η Ελλάδα έχουν δικαιώματα και ευθύνες στο Αιγαίο. Αυτή θα πρέπει να είναι η βασική φιλοσοφία και η κατευθυντήρια αρχή και για τις δύο πλευρές.
– Σε πρόσφατο άρθρο του Newsweek, ο πρώην ηγέτης της αντιπολίτευσης Οζγκούρ Οζέλ υποστήριξε ότι «η δημοκρατική κρίση της Τουρκίας έχει εξελιχθεί σε μια ευρύτερη κρίση ασφάλειας». Μπορούν οι εσωτερικές εντάσεις να επεκταθούν στο Αιγαίο;
– Χωρίς αμφιβολία, τα εσωτερικά ζητήματα πρέπει να συζητηθούν και να επιλυθούν εντός της Τουρκίας. Δεν πιστεύω ότι θα εξελιχθούν σε διεθνές ή περιφερειακό ζήτημα, ούτε θα αποτελέσουν μέρος μιας διαμάχης που θα εμπλέκει άλλη χώρα.
– Την ίδια ώρα, η Τουρκία κατηγορεί την Ελλάδα και την Κύπρο ότι ευθυγραμμίζονται πλήρως με το Ισραήλ, ενώ η Αθήνα τονίζει τον στρατηγικό ρόλο αυτής της συμμαχίας. Ερμηνεύετε αυτήν τη συμμαχία ως απειλή για τα τουρκικά συμφέροντα;
– Για να είμαι ειλικρινής, αυτή δεν είναι μια ώριμη προσέγγιση. Δεν βλέπω καμία γεωπολιτική βάση για συνεργασία μεταξύ Ελληνοκυπρίων, Ελλάδας και Ισραήλ, ειδικά σε μια εποχή που το Ισραήλ βρίσκεται ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ICC) και του Διεθνούς Δικαστηρίου (ICJ), σε σχέση με τις κατηγορίες για γενοκτονία στη Γάζα.
Ως φίλος, δεν θα πρότεινα να σταθεί κανείς στο πλευρό του Ισραήλ και να το θεωρείτε στυλοβάτη της ελληνικής δημοκρατικής παράδοσης. Η ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας περί δημοκρατίας δεν συνάδει με μια τέτοια σχέση με το Ισραήλ. Αφήνοντας κατά μέρος την Τουρκία, αν υπάρχει πρόθεση να στριμωχθεί η Τουρκία, αυτή δεν θα στριμωχθεί ποτέ από κανέναν και αυτή δεν είναι μια θετική προσέγγιση.

– Με την αποδυνάμωση της περιφερειακής ηγεμονίας του Ιράν και των αντιπροσώπων του, όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ, η Τουρκία φαίνεται να προσπαθεί να καλύψει το κενό και να αναδειχθεί σε περιφερειακό ηγεμόνα. Συμφωνείτε με αυτήν την εκτίμηση;
– Οχι, η Τουρκία δεν επιδιώκει ηγεμονικό ρόλο. Η Τουρκία ακολουθεί μια στρατηγική συνέπειας και συνέχειας. Δεν είμαι στην εξουσία αυτή τη στιγμή, αλλά γνωρίζω πολλούς από τους εμπλεκομένους, οι οποίοι είναι φίλοι μου, ενώ ορισμένοι είναι πρώην συνάδελφοι με τους οποίους συνεργάστηκα.
Δεν έχουμε καμία φιλοδοξία για ηγεμονία οπουδήποτε. Η αποδυνάμωση του Ιράν δεν αποτελεί ευκαιρία για την Τουρκία και δεν θέλουμε να αποδυναμωθεί κανένας γείτονάς μας. Ταυτόχρονα, το Ιράν πρέπει να μάθει από αυτές τις εμπειρίες ότι δεν πρέπει να ακολουθεί μια προσέγγιση στη Μέση Ανατολή σύμφωνα με την οποία τέσσερις αραβικές πρωτεύουσες θεωρείται ότι βρίσκονται υπό την επιρροή του, δηλαδή η Δαμασκός, η Βηρυτός, η Σαναά και η Βαγδάτη.
Ελπίζω ότι το Ιράν θα κατανοήσει τις ευαισθησίες της περιοχής. Η Τουρκία και το Ιράν δεν είναι αντίπαλοι υπό αυτήν την έννοια, αντιθέτως, θα πρέπει να συνεργαστούν. Η συνεργασία είναι απαραίτητη, για παράδειγμα, στο Ιράκ, όπου είναι ζωτικής σημασίας για τη σταθερότητα και την ευημερία.
– Κλείνοντας και όσον αφορά την Κύπρο, η εκλογή του Ερχουρμάν έχει ερμηνευθεί ως μια στροφή των Τουρκοκυπρίων προς μια ομοσπονδιακή λύση. Είκοσι δύο χρόνια μετά το Σχέδιο Ανάν, σηματοδοτεί αυτό μια «νέα φάση» στο Κυπριακό;
– Στην πραγματικότητα, αυτό που χρειάζεται είναι μια αλλαγή από την πλευρά των Ελληνοκυπρίων και όχι από την πλευρά των Τουρκοκυπρίων. Η τουρκική πλευρά είπε «ναι» στο Σχέδιο Ανάν, ενώ η ελληνοκυπριακή πλευρά είπε «όχι». Επομένως, δεν υπάρχει ανάγκη για αλλαγή στην «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου». Η απαραίτητη αλλαγή είναι η ελληνοκυπριακή πλευρά να υιοθετήσει τη φιλοσοφία του Σχεδίου Ανάν.









