Γενικότερα στη χώρα μας, οι τιμές που αξιώνει το τελευταίο διάστημα το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο κυμαίνονται από τα 3,40 ευρώ και φτάνουν μέχρι και τα 5 ευρώ (αυτή ήταν η τιμή στην οποία πούλησε πρόσφατα 15 τόνους έξτρα παρθένο ΠΟΠ Καλαμάτας ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Γλυφάδας). Οι αγοραστές περισσότερο καλύπτουν τις άμεσες ανάγκες τους. Από την άλλη, στην Ισπανία, με την οποία και συγχρονίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό η Ελλάδα, οι τιμές κινούνται εδώ και αρκετό καιρό σε μεγάλο βαθμό γύρω από τα 4 ευρώ το κιλό.
Φυσικά, το ελαιόλαδο παραμένει ένα από τα πιο εμβληματικά προϊόντα της Γηραιάς Ηπείρου, όμως, η ζήτηση επί της παρούσης είναι μειωμένη. Αυτό φαίνεται μεταξύ άλλων και από τα στοιχεία της Κομισιόν, αφού στους πρώτους τέσσερις μήνες του έτους η αξία των εξαγωγών ελαιολάδου ανήλθε σε σε 1,801 δισ. ευρώ όντας όμως μειωμένη κατά 17% σε σχέση με την περυσινή περίοδο όταν και το αντίστοιχο νούμερο ήταν στα 2,187 δισ. ευρώ. Η πτώση αυτή αποδίδεται τόσο στη μείωση των τιμών κατά 12% όσο και την αντίστοιχη πτώση του όγκου εξαγωγών κατά 8%.
Σημαντικός παράγοντας επιβάρυνσης για τους ελαιοπαραγωγούς της Γηραιάς Ηπείρου είναι και η εκτίναξη των εξαγωγών από εξοκοινοτικές χώρες, και ειδικά από την Τυνησία σε χαμηλές τιμές. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Γεωργίας της χώρας μέχρι και τις 31 Μαΐου η Τυνησία είχε εξάγει 327.073 τόνους ελαιολάδου. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, όμως, είναι η ταχύτητα με την οποία η αφρικανική χώρα πουλάει το ελαιόλαδο της.
Ήδη, βάσει των επίσημων στοιχείων φαίνεται να έχει εξάγει πάνω από το 72,7% της συγκομιδής (έναντι 53,7% την ίδια περίοδο πέρυσι). Σε όγκο η ετήσια αύξηση αντιστοιχεί σε 79%. Οι δύο μεγαλύτεροι πελάτες τυνησιακού ελαιολάδου είναι η Ισπανία και η Ιταλία, οι οποίες αθροιστικά απορροφούν περισσότερους από 100.000 τόνους.
Με την Τυνησία να καλύπτει τα όποια κενά σε αντίθεση με την προηγούμενη χρονιά που στηρίχθηκε από την έλλειψη προϊόντος φέτος υπάρχει ο κίνδυνος υπερβάλλουσας προσφοράς.
Στασιμότητα σε όλη τη χώρα με το σταγονόμετρο οι πράξει;
Με τον ανταγωνισμό να είναι αυξημένος και την Ιταλία, που είναι ο σημαντικότερος προορισμός για το ελληνικό ελαιόλαδο να είναι πλήρης σε αποθέματα, είναι επιτακτικό να αλλάξουν οι πολιτικές της εκάστοτε κυβέρνησης θωρακίζοντας το ελληνικό ελαιόλαδο και δίνοντας λύση σε χρόνιες παθογένειες. Τη στιγμή που οι βασικοί ανταγωνιστές της χώρας μας στον τομέα του ελαιολάδου έχουν ήδη οργανώσει εντατικότερα μοντέλα παραγωγής, στη χώρα μας ακόμα και σήμερα δεν υπάρχει ακόμα κάποια υπηρεσία που να παρέχει αξιόπιστη πληροφόρηση για την παραγωγή τόσο από άποψη όγκου όσο και πλευράς ποιότητας. Η έλλειψη αυτή σε συνδυασμό με την περιορισμένη συνεργατικότητα δεν επιτρέπουν μακροχρόνιο σχεδιασμό από την τυποποίηση. Η ησυχία στο ενδιαφέρον της αγοράς από την άλλη που παρατηρείται και δεν αφήνει κάποια ενδεικτική τιμή στην οποία να μπορούν να πατήσουν οι παραγωγοί. Κατά καιρούς σημειώνονται κάποιες πωλήσεις, οι οποίες όμως στην πλειονότητα τους είναι κάτω από τα 5 ευρώ. Στο β’ εξάμηνο παράγοντας που θα επηρεάσει τις τιμές σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου, επομένως και στη χώρα μας, είναι και οι προοπτικές της νέας σοδειάς. Παρότι είναι ακόμα νωρίς για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων τόσο στην Ελλάδα, όσο και σε Ιταλία, Τυνησία και Ισπανία, οι πρώτες προβλέψεις δείχνουν πως η παραγωγή τη σεζόν 2026-2027 θα είναι ικανοποιητική και ίσως καλύτερη από τη φετινή. Εφόσον επιβεβαιωθούν και υπάρχει πλεόνασμα παραγωγής, τότε οι αγοραστές δεν προβλέπεται να νιώσουν την ανάγκη να πραγματοποιήσουν μεγάλες αγορές.











