Φόρτωση Text-to-Speech…
Ετσι κι αλλιώς κάθε ρύθμιση που αγγίζει τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος προκαλεί θόρυβο σε μια συγκυρία βαθιάς συλλογικής δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς. Πόσο μάλλον όταν ψηφίζεται μετά από νομοθετική βελτίωση, στον απόηχο διαμαρτυρίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η διάταξη για την επιτάχυνση της εκδίκασης ποινικών υποθέσεων που αφορούν πολιτικά πρόσωπα επιβάλλεται για να μην αιωρούνται σκιές και αναπάντητα ερωτήματα στη δημόσια σφαίρα. Η αντιπολίτευση –που στο σύνολο της την καταψήφισε– χαρακτηρίζει τη διάταξη φωτογραφική (για τους βουλευτές της Ν.Δ. που ελέγχονται σχετικά με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ), καταλογίζοντας κομματική σκοπιμότητα στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Σε ένα περιβάλλον έξαρσης του αντισυστημισμού ενισχύεται η σημασία της άποψης των επιστημόνων για θέματα που αφορούν τη σχέση των πολιτικών προσώπων με την έννομη τάξη. Ο αν. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Πανεπιστημίου Πελοποννήσου Χαράλαμπος Μ. Τσιλιώτης δεν θεωρεί ότι παραβιάζεται η αρχή της ισονομίας, αλλά προβληματίζεται για τη συγκυρία που επελέγη να προωθηθεί αυτή η ρύθμιση. Περισσότερο επικριτικός, ο Αντώνης Γ. Καραμπατζός, καθηγητής στη Νομική Σχολή ΕΚΠΑ, θεωρεί απαράδεκτη την «ειδική μεταχείριση βουλευτών σε σχέση με τους υπόλοιπους Ελληνες πολίτες», κάνοντας λόγο για «δικονομία δύο ταχυτήτων».
Επιμέλεια: Ελισάβετ Σπανού
ΑΠΟΨΕΙΣ
Οι διαστάσεις της τροπολογίας
Του Χαράλαμπου Μ. Τσιλιώτη
Η τροπολογία για την επιτάχυνση των δικών που αφορούν κατηγορούμενους βουλευτές, η οποία ψηφίστηκε ήδη από τη Βουλή, έχει τρεις διαστάσεις: Η συνταγματική της διάσταση αφορά τη συμβατότητά της με τη γενική αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 Σ, υπό την έννοια της διαφορετικής μεταχείρισης ουσιωδώς ομοίων περιπτώσεων. Κατά τη γνώμη μου δεν τίθεται θέμα παραβίασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας, διότι στο θέμα της δικαστικής διευθέτησης υποθέσεων με κατηγορούμενους βουλευτές οι περιπτώσεις δεν είναι ουσιωδώς όμοιες με τις υποθέσεις των λοιπών κατηγορουμένων, διότι υπάρχει κατ’ αρχήν εύλογο δημόσιο ενδιαφέρον να εκδικάζονται οι υποθέσεις αυτές ταχέως για να ξεκαθαρίζεται η ενοχή ή μη του βουλευτή, οπότε στην τελευταία περίπτωση αυτός να παραδίδεται «λευκός» στην κοινωνία ή το εκλογικό του σώμα, στην αντίθετη περίπτωση να εκβάλλεται του πολιτικού κόσμου, αν και υπήρξε περίπτωση πρώην βουλευτή και υπουργού που καταδικάστηκε και μάλιστα ομόφωνα από το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 Σ, αλλά παρ’ όλα αυτά συνεχίζει ακάθεκτος την πολιτική του καριέρα.
Το μείζον ζήτημα δεν είναι το συνταγματικό, αλλά το δικονομικό και κυρίως το πολιτικό και εκεί θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να εστιαστεί η κριτική.
Υπάρχει, όμως, και η πολιτική διάσταση. Η δικαστική εμπειρία έχει αποδείξει ότι τέτοιου είδους δικονομικές προθεσμίες δεν τηρούνται ποτέ από τους ίδιους τους δικαστές. Επιπλέον στις περιπτώσεις κακουργημάτων ενδεχομένως με πολλούς κατηγορουμένους θα είναι πρακτικά αδύνατη η τήρηση αυτών των προθεσμιών. Αλλωστε, η επιτάχυνση της δίκης δεν είναι αυτοσκοπός, το ζητούμενο είναι η ορθή απονομή της Δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο, που ιδιαίτερα στις μεγάλες υποθέσεις δεν μπορεί να αποδοθεί στις στενές προθεσμίες που τάσσει ο νέος νόμος. Περαιτέρω, ο χρόνος και ο πολιτικός περίγυρος που ψηφίστηκε η τροπολογία είναι εξαιρετικά ύποπτοι, διότι παραπέμπουν στις υποθέσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ που διερευνά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η διάταξη φαίνεται φωτογραφική για τη συγκεκριμένη ή τις συγκεκριμένες υποθέσεις, αν και θεωρητικά αφορά όλες τις υποθέσεις με εμπλεκόμενους βουλευτές.

Τέλος, η τροπολογία εάν ήθελε να έχει περισσότερη ειλικρίνεια ή τουλάχιστον αληθοφάνεια θα περιελάμβανε και υποθέσεις που εμπλέκονται βουλευτές όταν είναι μηνυτές σε υποθέσεις δημοσίου ενδιαφέροντος, στις οποίες πολλές φορές απαντάνε με μηνύσεις κατά όσων τους ασκούν κριτική, κυρίως σε δημοσιογράφους. Γιατί θα έπρεπε αυτές οι υποθέσεις να εξαιρούνται από την ταχεία εκδίκαση και το ξεκαθάρισμά τους, στις οποίες δεν εμπλέκονται πολλά πρόσωπα και είναι πιο ρεαλιστική η επιτάχυνσή τους;
Κοντολογίς, το μείζον ζήτημα με την ήδη ψηφισθείσα τροπολογία δεν είναι το συνταγματικό, αλλά το δικονομικό και κυρίως το πολιτικό και εκεί θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να εστιαστεί η κριτική.
* Ο κ. Χαράλαμπος Μ. Τσιλιώτης είναι αν. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, μέλος Επιτροπής Συνταγματικών Θεσμών & Διεθνών Θεμάτων ΔΣΑ.
Δικονομία δύο ταχυτήτων
Του Αντώνη Γ. Καραμπατζού*
Σύμφωνα με το άρθ. 62 Συντ., η Βουλή υποχρεούται να άρει τη βουλευτική ασυλία όταν υποβάλλεται αίτηση της εισαγγελικής αρχής σε σχέση με αδίκημα που δεν συνδέεται με την άσκηση των καθηκόντων ή την πολιτική δραστηριότητα του βουλευτή. Ετσι, μετά την άρση της ασυλίας εφαρμόζεται για τον βουλευτή η ποινική διαδικασία που ισχύει για κάθε πολίτη της χώρας· ασφαλώς, δε, καλύπτεται και εκείνος από το τεκμήριο αθωότητας.
Με την τροπολογία που ψηφίσθηκε προσφάτως στη Βουλή εισάγεται νέο άρθρο (32Α) στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που θεσπίζει ένα ειδικό δικονομικό καθεστώς για την ταχύτερη διεξαγωγή της ανάκρισης και την ταχύτερη εκδίκαση αξιόποινων πράξεων βουλευτών (με καθορισμό ή σύντμηση σχετικών προθεσμιών), μετά τη χορήγηση της παραπάνω άδειας της Βουλής. Το ειδικό αυτό καθεστώς αφορά μόνο βουλευτές – και όχι κάθε δημόσιο αξιωματούχο, όπως αντιθέτως προβλεπόταν παλαιότερα με τον ν. 4022/2011. Προβαλλόμενος σκοπός είναι η επιτάχυνση των σχετικών διαδικασιών, ώστε οι εν λόγω υποθέσεις να εκκαθαρίζονται γρήγορα και, έτσι, να μη μένουν επί μακρόν σκιές πάνω από βουλευτές.
Εκείνο που ενδιαφέρει πρωτίστως είναι το ζήτημα αρχής: δικαιολογείται μια τέτοια ειδική μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους Ελληνες πολίτες;
Αφήνω εδώ κατά μέρος το ζήτημα ως προς το κατά πόσον θα τηρηθούν στην πράξη οι συντετμημένες προθεσμίες περάτωσης της ανάκρισης ή εκδίκασης μιας υπόθεσης, ιδίως σε πολυπρόσωπες δίκες κακουργηματικού χαρακτήρα. Αφήνω επίσης κατά μέρος το ζήτημα της συμβατότητας ή μη της ειδικής ρύθμισης με τις υπέρτερης τυπικής ισχύος διατάξεις που αφορούν στα αδικήματα αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας [βλ. Κανονισμό (Ε.Ε.) 2017/1939 και ν. 4786/2021]. Εκείνο που ενδιαφέρει πρωτίστως είναι το ζήτημα αρχής: δικαιολογείται μια τέτοια ειδική μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους Ελληνες πολίτες, και μάλιστα αναφορικά με αδικήματα που δεν συνδέονται με τα κοινοβουλευτικά καθήκοντα ή την πολιτική δραστηριότητα του βουλευτή;

Κατά την άποψή μου, η απάντηση είναι αρνητική. Η παραπάνω ρύθμιση θεσμοποιεί μια «δικονομία δύο ταχυτήτων», στο πλαίσιο της οποίας οι κοινοί πολίτες παραμένουν εγκλωβισμένοι σε πολύχρονες καθυστερήσεις, ενώ οι βουλευτές απολαμβάνουν ταχύτερες διαδικασίες ακόμη και για αδικήματα μη σχετιζόμενα με τον θεσμικό τους ρόλο. Υπάρχουν χιλιάδες συμπολίτες μας που καταταλαιπωρούνται επί μήνες ή χρόνια σε ανακριτικά γραφεία ή δικαστικές αίθουσες, ή ακόμη και στις φυλακές ως προσωρινά κρατούμενοι. Εχουν όμως και εκείνοι δικαίωμα στην ταχεία και, πάντως, εντός ευλόγου χρόνου εκκαθάριση της υπόθεσής τους (βλ. άρθ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ). Ισχύει και για εκείνους το τεκμήριο αθωότητας.
Ιδίως υπό την πίεση της συγκυρίας δεν είναι σώφρον να δημιουργούνται, και δη με εμβαλωματικές ρυθμίσεις, συνθήκες προνομιακής μεταχείρισης, οι οποίες μάλιστα επιτείνουν την εν γένει αίσθηση των πολιτών περί αυτοπροστασίας του πολιτικού συστήματος.
* Ο κ. Αντώνης Γ. Καραμπατζός είναι καθηγητής στη Νομική Σχολή ΕΚΠΑ.






