Παραίτηση Γκάμπαρντ: Γιατί ο οποιοσδήποτε διάδοχός της θα δυσκολευτεί να κρατήσει τη θέση της

Κοινοποίηση

Μια σπάνια μορφή καρκίνου των οστών του συζύγου της είναι η επίσημη δικαιολογία της Διευθύντριας των Εθνικών Πληροφοριών των ΗΠΑ (DNI), Τούλσι Γκάμπαρντ, για να ανακοινώσει ότι η 30ή Ιουνίου θα είναι η τελευταία ημέρα της ως επικεφαλής των αμερικανικών υπηρεσιών. Το ζήτημα της υγείας όμως, δεν μπορεί να κρύψει την τελματώδη σχέση μυστικών υπηρεσιών και Λευκού Οίκου, την οποία αντιμετώπισε η Γκάμπαρντ.

Η Τάλσι Γκάμπαρντ δήλωσε την Παρασκευή ότι παραιτείται από τη θέση της ως διευθύντρια των εθνικών πληροφοριών του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, αναφέροντας ότι ο σύζυγός της διαγνώστηκε με μια σπάνια μορφή καρκίνου των οστών και ότι αποχωρεί από το αξίωμά της για να τον στηρίξει.

Υπενθυμίζεται ότι η DNI ελέγχει το σύνολο των 18 κυβερνητικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, π.χ. CIA, FBI, που ασχολούνται με τη συλλογή, ανάλυση και διανομή πληροφοριών σχετικών με την εθνική ασφάλεια.

Αν και ο Τραμπ δήλωσε ότι η Γκάμπαρντ είχε κάνει «εξαιρετική δουλειά» και ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Ντέιβις Ίνγκλ ότι η αποχωρεί λόγω της διάγνωσης του συζύγου της, πηγές που επικαλείται το Reuters ανέφεραν ότι εξαναγκάστηκε σε αποχώρηση από τον Λευκό Οίκο.

Η αποχώρησή της, αναφέρει η Washington Post, βάζει τέλος σε μια ταραχώδη θητεία 15 μηνών, κατά την οποία η ίδια είχε σε μεγάλο βαθμό αποκλειστεί από τον εσωτερικό κύκλο εθνικής ασφάλειας του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, παρότι προωθούσε τις πολιτικές του προτεραιότητες σχετικά με την ασφάλεια των εκλογών, τον αποχαρακτηρισμό εγγράφων και τον ρόλο της Ρωσίας στις προεδρικές εκλογές του 2016.

Ο Τραμπ είχε αφήσει στο παρελθόν να εννοηθεί ότι υπήρχαν διαφωνίες με την Γκάμπαρντ σχετικά με την προσέγγισή τους απέναντι στο Ιράν, δηλώνοντας τον Μάρτιο ότι εκείνη ήταν «πιο ήπια» από τον ίδιο όσον αφορά τον περιορισμό των πυρηνικών φιλοδοξιών της Τεχεράνης.

Ανώτερος αξιωματούχος του Λευκού Οίκου είχε δηλώσει τότε ότι ο Τραμπ είχε εκφράσει δυσαρέσκεια προς την Γκάμπαρντ τους τελευταίους μήνες. Άλλη πηγή του Reuters ανέφερε ότι ο πρόεδρος είχε ζητήσει από συνεργάτες του τις απόψεις τους για πιθανούς αντικαταστάτες της επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών.

Ιούνιος 2025: Η πρώτη μεγάλη κρίση

Στις 25 Μαρτίου 2025, η Γκάμπαρντ, ανακοίνωσε επίσημα ότι το Ιράν δεν κατασκευάζει πυρηνικά όπλα. Κι όμως, αρκετοί γερουσιαστές ουσιαστικά την διέψευδαν, ωθώντας τις ΗΠΑ προς μια επικίνδυνη επανάληψη της εισβολής στο Ιράκ το 2003, αυτή τη φορά στο Ιράν!

«Η Κοινότητα Πληροφοριών συνεχίζει να εκτιμά ότι το Ιράν δεν κατασκευάζει πυρηνικό όπλο και ότι ο Ανώτατος Ηγέτης Χαμενεΐ δεν έχει εγκρίνει την επανεκκίνηση του προγράμματος πυρηνικών όπλων που είχε ανασταλεί το 2003», δήλωσε τότε.

Ωστόσο, παρά τη σαφή αυτή μαρτυρία, από τον ίδιο τον πρόεδρο των ΗΠΑ, μέχρι και τα περισσότερα μέλη της επιτροπής παρουσίαζαν το Ιράν ως μια χώρα που επιταχύνει την πορεία της προς την απόκτηση πυρηνικής βόμβας, «θεωρώντας τον αυτοαποκαλούμενο «προληπτικό» πόλεμο του Ισραήλ κατά του Ιράν ως μια αναπόφευκτη και δικαιολογημένη πράξη αυτοάμυνας», όπως ανέφερε στο Responsible Statecraft ο δημοσιογράφος Μπράνκο Μάρτσετιτς.

Όταν την Τρίτη 17 ο Ιουνίου, δημοσιογράφοι υπενθύμισαν στον Αμερικανό πρόεδρο, την έκθεση της Γκάμπαρντ τον Μάρτιο, εκείνος απάντησε: «Δεν με νοιάζει τι είπε. Νομίζω ότι ήταν πολύ κοντά στο να αποκτήσουν μία».

Η άβολη στιγμή πριν την παραίτηση

Φαίνεται πως η Γκάμπαρντ στην επόμενη μεγάλη δοκιμασία της σε ακρόαση στη Γερουσία, έβαλε πολύ νερό στο κρασί της. Ειδικότερα, πιο πρόσφατα, τον Απρίλιο του 2026 εμφανίστηκε για να εξηγήσει τη θέση της κυβέρνησης όσον αφορά τον πόλεμο που εξαπολύθηκε στο Ιράν μετά την 28η Φεβρουαρίου.

Όταν ρωτήθηκε αν το Ιράν αποτελεί «επικείμενη απειλή» για τις ΗΠΑ, απέφυγε να απαντήσει ευθέως, λέγοντας ότι μόνο ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ «μπορεί να καθορίσει τι είναι και τι δεν είναι επικείμενη απειλή».

Όταν πιέστηκε για το αν το Ιράν απέχει «λίγες εβδομάδες» από την απόκτηση πυρηνικού όπλου, απέφυγε και πάλι να απαντήσει με σαφήνεια, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν «ασέβεια» προς τον αμερικανικό λαό να απαντήσει με «ναι ή όχι». Ο βουλευτής Τζίμι Γκόμεζ τη ρώτησε ευθέως γιατί διορίστηκε για να συλλέγει πληροφορίες προς υπεράσπιση του αμερικανικού λαού, αν μόνο ο πρόεδρος μπορεί να αποφασίζει τι συνιστά απειλή.

Ήταν μια πολύ απογοητευτική εμφάνιση τόσο για τους υποστηρικτές της όσο και τα μέλη της Επιτροπής, βλέποντας την επικεφαλής των υπηρεσιών να μην απαντάει σε εύλογες ερωτήσεις. Ήταν όμως μια εμφάνιση που δεν έπεισε ούτε τον Τραμπ, καθώς θα την ήθελε ίσως πιο υποστηρικτική σε εκείνον. Γι’ αυτό και αρκετές πηγές είχαν δηλώσει στο Reuters ότι η Γκάμπαρντ ενδέχεται να χάσει τη θέση της στο πλαίσιο ενός ευρύτερου ανασχηματισμού του υπουργικού συμβουλίου.

Ο Τραμπ δεν τα πάει καλά με τους πράκτορές του

Οποιοσδήποτε όμως και να είναι ο/η αντικαταστάτης της, η αλήθεια είναι ότι η προεδρία Τραμπ, σύμφωνα με τον ειδικό στις μυστικές υπηρεσίες Σέιν Χάρις, διατηρεί την πιο τεταμένη σχέση με την κοινότητα πληροφοριών συγκριτικά με εκείνη οποιουδήποτε από τους προκατόχους του. Και αυτό είναι μια συνθήκη εξαιρετικά δύσκολη για όποιον θέλει να κάνει σωστά τη δουλειά του ελέγχοντας 18 υπηρεσίες.

Για το λόγου το αληθές, ο Αμερικανός πρόεδρος αγνόησε, και αργότερα παραποίησε, αυτά που του έλεγαν οι υπηρεσίες, σύμφωνα με την ανάλυση του Χάρις στο έγκριτο περιοδικό The Atlantic.

«Κινδυνεύουν άμεσα οι ΗΠΑ»

«Το καθεστώς διέθετε ήδη πυραύλους ικανούς να πλήξουν την Ευρώπη και τις βάσεις μας, τόσο τις τοπικές όσο και τις υπερπόντιες, και σύντομα θα είχε πυραύλους ικανούς να φτάσουν στην όμορφη Αμερική μας», είπε ο Τραμπ στον Λευκό Οίκο στις 2 Μαρτίου.

Όμως ο Χάρις υπενθυμίζει ότι η Υπηρεσία Πληροφοριών Άμυνας είχε καταλήξει ότι για να κατασκευάσει το Ιράν πύραυλο ικανό να πλήξει τις ΗΠΑ θα χρειαζόταν έως το 2035, και μόνο αν ήταν αποφασισμένο να το κάνει, κάτι που οι αναλυτές εκτίμησαν ότι δεν ίσχυε.

Ενώπιον του Κογκρέσου η Τούλσι Γκάμπαρντ κατέθεσε ότι το Ιράν είχε πυραυλική τεχνολογία την οποία «θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να αρχίσει να αναπτύσσει έναν στρατιωτικά βιώσιμο διηπειρωτικό βαλλιστικό πύραυλο πριν από το 2035», αλλά δεν είπε ότι το είχε πράξει.

Αυτό όμως το χρονοδιάγραμμα, σύμφωνα με τον Χάρις, είναι κρίσιμο για να γίνει κατανοητό, διότι, για να πλήξει τις ΗΠΑ με το απόλυτο όπλο, το Ιράν θα έπρεπε να τοποθετήσει πυρηνική κεφαλή στην κορυφή ενός διηπειρωτικού βαλλιστικού πυραύλου. Συνεπώς, τα περί άμεσης απειλής του Τραμπ δεν ίσχυαν.

Για την χρήση πυρηνικών

Ο Αμερικανός πρόεδρος έλεγε στις 2 Μαρτίου στους δημοσιογράφους ότι το Ιράν «επρόκειτο να κυριαρχήσει στη Μέση Ανατολή. Επρόκειτο να εξουδετερώσει το Ισραήλ με το πυρηνικό του όπλο». Ούτε αυτό ίσχυε όμως.

Είναι αλήθεια ότι το Ιράν διαθέτει ουράνιο που θα μπορούσε τελικά να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή πυρηνικού όπλου, αν εμπλουτιζόταν περαιτέρω, σημειώνει ο Αμερικανός ειδικός. Αλλά θυμίζει παράλληλα ότι τον Ιούνιο του 2025 η αμερικανική αεροπορία έπληξαν εγκαταστάσεις συνδεόμενες με το πυρηνικό πρόγραμμα στο Ιράν, το οποίο έκτοτε δεν είχε καταβάλει «καμία προσπάθεια να ανασυστήσει την ικανότητά του εμπλουτισμού», δήλωσε η Γκάμπαρντ στο Κογκρέσο. «Οι είσοδοι στις υπόγειες εγκαταστάσεις που βομβαρδίστηκαν έχουν θαφτεί και σφραγιστεί με τσιμέντο».

Έτσι ο Χάρις εύλογα, σχολιάζει πως «αυτή δεν είναι η εικόνα μιας χώρας που βρίσκεται στα πρόθυρα να χρησιμοποιήσει πυρηνικό όπλο».

Γνώριζε για το κλείσιμο του Ορμούζ

Όταν οι Ιρανοί αντέδρασαν στην επίθεση των Αμερικανών και Ισραηλινών τον Φεβρουάριο του 2026 με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και με πλήγματα σε χώρες του Κόλπου, ο Ντόναλντ Τραμπ εξέφρασε την έκπληξή του.

Δεν θα έπρεπε όμως, καθώς όπως σημειώνει ο Χάρις οι σύμβουλοι του προέδρου του είχαν πει ότι αυτό ήταν πιθανό να συμβεί.

«Γνώριζαν ότι ο περιορισμός μιας θαλάσσιας αρτηρίας μεταφορών θα έδινε στο Ιράν ασφυκτικό έλεγχο πάνω στην παγκόσμια οικονομία. Είναι ένας τόσο προφανής ελιγμός ώστε το Πεντάγωνο τον έχει ενσωματώσει στον πολεμικό του σχεδιασμό. Όταν οι στρατιωτικοί σύμβουλοι του Τραμπ τον ενημέρωσαν για αυτή τη δυνατότητα, εκείνος φάνηκε να τους απορρίπτει».

Γνώριζε για την επίθεση σε συμμαχικές χώρες

Ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι δεν ενημερώθηκε ότι ήταν πιθανό το Ιράν να επιτεθεί στις συμμαχικές χώρες των ΗΠΑ στον Κόλπο. «Κανείς δεν το περίμενε αυτό. Μείναμε σοκαρισμένοι» είπε σε στη διάρκεια εκδήλωσης στον Λευκό Οίκο στις 16 Μαρτίου.

Ο Σέιν Χάρις, όμως θυμίζει ότι το 2025, οι αμερικανικές υπηρεσίες ανέφεραν δημόσια ότι «οι μεγάλες συμβατικές δυνάμεις του Ιράν είναι ικανές να προκαλέσουν σημαντική ζημιά σε έναν επιτιθέμενο, να διεξαγάγουν περιφερειακά πλήγματα και να διαταράξουν τη ναυσιπλοΐα, ιδίως τις ενεργειακές προμήθειες, μέσω των Στενών του Ορμούζ».

Εξάλλου, όπως ανέφερε το Politico, πριν από τον πόλεμο, αξιωματούχοι από δύο αραβικές χώρες είπαν στον Τραμπ ότι ανησυχούσαν πως το Ιράν θα μπορούσε να εξαπολύσει αντεπιθέσεις εναντίον τους, προκειμένου να διακοπεί η ροή πετρελαίου, να αυξηθούν οι τιμές και να προκληθεί παγκόσμια οικονομική κρίση.

Ο Χάρις σημειώνει πως ανώτεροι αξιωματούχοι του Κατάρ, με τους οποίους είχε συναντηθεί στις αρχές Φεβρουαρίου, ανησυχούσαν για την πιθανότητα ιρανικών αντιποίνων καθώς αμερικανικά πολεμικά πλοία έπαιρναν θέσεις μάχης. «Ένας αξιωματούχος επισήμανε το προφανές: ότι ένας πόλεμος θα μπορούσε να καταστήσει αδύνατη για το Κατάρ την παραγωγή και αποστολή υγροποιημένου φυσικού αερίου, που αποτελεί το θεμέλιο της οικονομίας του. Αυτό ακριβώς συνέβη».

Ο Αμερικανός δημοσιογράφος μάλιστα, επικαλούμενος Ευρωπαίο αξιωματούχο, σημειώνει ότι οι υπηρεσίες μιας συμμαχικής στις ΗΠΑ ευρωπαϊκής χώρας, μετά από προσομειώσεις πολέμου με το Ιράν, είχαν καταλήξει ότι μια αμερικανική επίθεση θα υποχρέωνε το Ιράν να πλήξει χώρες του Κόλπου και να επιχειρήσει να κλείσει τα Στενά. «Οι Αμερικανοί γνώριζαν αυτά τα συμπεράσματα, σύμφωνα με τον αξιωματούχο, ο οποίος αδυνατούσε να κατανοήσει γιατί ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι αιφνιδιάστηκε» λέει ο Χάρις.

Ο γερουσιαστής Μαρκ Γουόρνερ, κορυφαίος Δημοκρατικός στην Επιτροπή Πληροφοριών της Γερουσίας και έντονος επικριτής της Γκάμπαρντ, δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι η ίδια η θέση της Γκάμπαρντ είχε πλέον πολιτικοποιηθεί υπερβολικά. «Αυτή η θέση, περισσότερο από ποτέ, χρειάζεται έναν ανεξάρτητο και έμπειρο επαγγελματία των πληροφοριών».

Το πρόβλημα είναι ότι ο Τραμπ δεν ακούει τους επαγγελματίες.

Πηγή

Διαβάστε Περισσότερα

Tελευταία Nέα