Πριν από περίπου 10 ημέρες, η δημόσια παρέμβαση του προέδρου της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη μνήμη του γιατρού και μειονοτικού βουλευτή Ροδόπης Σαδίκ Αχμέτ, που είχε σκοτωθεί σε τροχαίο το 1995, με αναφορά σε δικαιώματα της «Τουρκικής Μειονότητας της Δυτικής Θράκης», όπως αποκαλούν στην Aγκυρα τους μουσουλμάνους της Θράκης, συγκέντρωσε, όπως ήταν απολύτως αναμενόμενο, την προσοχή.
Λίγο νωρίτερα, στην Αθήνα παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον και λίγο βορειότερα. Στα Σκόπια, όπου ο συνασπισμός που κυβερνά τη χώρα υπό το εθνικιστικό VMRO-DPMNE με πρωθυπουργό τον Κρίστιαν Μίτσκοσκι διεσώθη μετά την αποχώρηση των αλβανικών κομμάτων. Η λύση επικυρώθηκε στις 10 Ιουλίου, όταν το τουρκικό κόμμα της Βόρειας Μακεδονίας (Δημοκρατική Παράταξη των Τούρκων της Μακεδονίας – TDP) εντάχθηκε και επισήμως στον συνασπισμό έπειτα από συμφωνία ανάμεσα στον κ. Μίτσκοσκι και τον ηγέτη του τουρκικού κόμματος Ζουλφικάρ Ζεϊνούλα. Λίγες ημέρες αργότερα ο κ. Ζεϊνούλα, ο οποίος έχει παρασημοφορηθεί από τον κ. Ερντογάν διότι συμμετείχε σε αποστολές διάσωσης στο σεισμόπληκτο Καχραμάνμαρας το 2023, ανέλαβε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου. Στη Βόρεια Μακεδονία η απογραφή του 2021 κατέγραψε περίπου 71.000 πολίτες που αυτοπροσδιορίζονται ως «τουρκικής» εθνικής ταυτότητας, δηλαδή 3,86% του πληθυσμού.

Βορείως της Ελλάδος, η παρουσία των τουρκικών μειονοτήτων ή κοινοτήτων, αναγνωρισμένη ή μη, δεν σημαίνει αναγκαστικά και την αυξημένη επιρροή της Aγκυρας. Για παράδειγμα, αν και στη γειτονική Αλβανία δεν αναγνωρίζεται επισήμως τουρκική εθνική μειονότητα, η επιρροή της Τουρκίας έχει στρατηγικά χαρακτηριστικά. Oπως είναι η ναυτική βάση Πασά Λιμάν στον Κόλπο της Αυλώνας, όπου το τουρκικό ναυτικό διαθέτει δικαιώματα χρήσης από το 1992. Αλλά και η αγορά εξοπλιστικών, όπως τα οπλισμένα μη επανδρωμένα αεροχήματα τύπου Bayraktar TB-2.
Στη Βουλγαρία, αντιθέτως, όπου η παρουσία του τουρκικού στοιχείου είναι ευρύτατη, η επιρροή της Αγκυρας είναι αντιστρόφως ανάλογη. Το 7,8% του πληθυσμού της Βουλγαρίας, ήτοι περίπου 508.000 άτομα, που ζουν κυρίως στη νότια και νοτιοανατολική χώρα, είναι τουρκικής ταυτότητας. Το βουλγαρικό Σύνταγμα δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη μειονοτήτων, ενώ απαγορεύει τη σύσταση πολιτικών κομμάτων με φυλετικά ή θρησκευτικά χαρακτηριστικά. Οι Τούρκοι της Βουλγαρίας εκπροσωπούνται μέσω πολιτικών παρατάξεων, όπως το Κίνημα για Δικαιώματα και Ελευθερίες – Νέα Αρχή του Ντέλιαν Πεέβσκι και η Συμμαχία για Δικαιώματα και Ελευθερίες του Χαΐρι Σαντάκοβ, οι οποίες τακτικά βρίσκονταν στον κυβερνητικό συνασπισμό τα προηγούμενα χρόνια.
Η Τουρκία αξιοποιεί κάθε δυνατότητα εφαρμογής πρακτικών ήπιας ισχύος στα Βαλκάνια, με την καλλιέργεια ιστορικών, πολιτιστικών, θρησκευτικών και εκπαιδευτικών δεσμών.
Στις υπόλοιπες χώρες των Βαλκανίων, οι τουρκικές κοινότητες είναι αριθμητικά μικρές. Στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη η τουρκική παρουσία έχει ιστορικές ρίζες, αν και οι δηλωμένοι ως τουρκικής εθνικής ταυτότητας δεν ξεπερνούν πολύ τα 1.000 άτομα. Οι Τούρκοι εκφράζονται μέσα από έναν αστερισμό κομμάτων. Κυρίως το Κόμμα Δημοκρατικής Δράσης (SDA), το οποίο διατηρεί στενότατες διπλωματικές και ιδεολογικές σχέσεις με το τουρκικό ΑΚΡ. Αλλο κόμμα που προωθεί την τουρκική ατζέντα στην περιοχή είναι το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (SDP). Στο Κόσοβο προβλέπεται η συμμετοχή των μειονοτήτων στη διακυβέρνηση της χώρας από το συνταγματικό μοντέλο. Υπάρχει το Τουρκικό Δημοκρατικό Κόμμα του Κοσόβου (KDTP), που διαθέτει και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και συμμετέχει κατά καιρούς σε κυβερνητικές συνεργασίες. Στο Μαυροβούνιο η τουρκική παρουσία είναι πολύ μικρή και μέλη της κοινότητας συμμετέχουν σε όλα τα κόμματα.

Στη Σερβία η τουρκική κοινότητα, αναγνωρισμένη θεσμικά από το κεντρικό κράτος, δεν διαθέτει αξιόλογη παρουσία. Ο πιο δημοφιλής σχηματισμός για τους τουρκικής καταγωγής πολίτες της Σερβίας είναι το Κόμμα Δημοκρατικής Δράσης του Σαντζάκ (SDA Sandjaka), που έχει περιφερειακή εμβέλεια (δηλαδή στο Σαντζάκ), δραστηριοποιείται για την προστασία δικαιωμάτων των μουσουλμανικών και τουρκικών μειονοτικών ομάδων και διατηρεί εξαιρετικά στενούς δεσμούς με την Αγκυρα.
Η πρακτική της Αγκυρας
Η Τουρκία αξιοποιεί κάθε δυνατότητα εφαρμογής πρακτικών ήπιας ισχύος στα Βαλκάνια, με την καλλιέργεια ιστορικών, πολιτιστικών, θρησκευτικών και εκπαιδευτικών δεσμών. Και το κάνει ακόμη και σε περιοχές όπου δεν υφίσταται θεσμική αναγνώριση των τουρκικών κοινοτήτων ή μειονοτήτων. Οι πρακτικές θυμίζουν αρκετά όλα όσα είναι ήδη γνωστά από την ελληνική εμπειρία. Για παράδειγμα, με την ανάδειξη ή ακόμη και την κατά το δοκούν διαμόρφωση στοιχείων συλλογικής ταυτότητας, ώστε το μουσουλμανικό στοιχείο να εκλαμβάνεται ως μέρος ενός ευρύτερου τουρκικού ή τουρκογενούς πολιτισμικού χώρου.











