Σήμερα χρησιμοποιούμε τη λέξη “Δόξα” για να μιλήσουμε για φήμη, αναγνώριση, κοινωνική λάμψη. Λέμε ότι κάποιος γνώρισε δόξα, ότι απέκτησε όνομα, ότι έγινε σημαντικός στα μάτια των άλλων. Όμως η παλαιότερη ρίζα της λέξης οδηγεί αλλού. Η δόξα συνδέεται με το ρήμα «δοκεῖν», που σημαίνει φαίνομαι, νομίζω, θεωρώ, έχω την εντύπωση.
Πριν γίνει φήμη, η δόξα ήταν τρόπος θέασης.
Advertisment
Ήταν αυτό που φαίνεται να ισχύει. Αυτό που ο άνθρωπος νομίζει ότι γνωρίζει. Η αντίληψη που παίρνει τη μορφή βεβαιότητας πριν γίνει γνώση. Γι’ αυτό και στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία η δόξα συχνά τοποθετήθηκε απέναντι στην επιστήμη. Η δόξα ήταν η γνώμη. Η επιστήμη ήταν η γνώση που έχει υποστεί επεξεργασία, έλεγχο, μέθοδο.
Και όμως, αυτή η παλιά λέξη επέστρεψε στον σύγχρονο στοχασμό με νέο τρόπο. Ο Pierre Bourdieu, ένας από τους σημαντικότερους κοινωνιολόγους του 20ού αιώνα, πήρε τον όρο doxa και τον χρησιμοποίησε για να περιγράψει κάτι που αφορά κάθε κοινωνία, κάθε οικογένεια, κάθε επαγγελματικό χώρο, κάθε άνθρωπο.
Τις βεβαιότητες που μοιάζουν τόσο φυσικές, ώστε παύουμε να τις βλέπουμε ως βεβαιότητες.
Advertisment
Το αυτονόητο που δεν φαίνεται
Η doxa, στον Bourdieu είναι το υπόστρωμα των πεποιθήσεων που ορίζει τι θεωρείται φυσικό μέσα σε ένα κοινωνικό πεδίο.
Δεν λέει μόνο τι είναι σωστό. Ορίζει τι μοιάζει αυτονόητο.
Δεν επιβάλλεται πάντα με εντολές. Συχνά λειτουργεί πιο αθόρυβα. Μέσα από τον τρόπο που μιλά μια οικογένεια. Μέσα από το τι επιβραβεύει ένα σχολείο. Μέσα από το τι θεωρεί κύρος ένας επαγγελματικός χώρος. Μέσα από το ποια ζωή αναγνωρίζεται ως επιτυχημένη και ποια αντιμετωπίζεται σαν απόκλιση.
Ένα παιδί μεγαλώνει και ακούει: «να είσαι καλό παιδί», «να μη δίνεις δικαιώματα», «να κοιτάξεις μια σοβαρή δουλειά», «να μη ζητάς πολλά», «να κάνεις υπομονή», «να προκόψεις». Αυτές οι φράσεις μπορεί να ακούγονται απλές. Στην πραγματικότητα συχνά κουβαλούν ολόκληρη κοινωνική φιλοσοφία.
Το παιδί δεν μαθαίνει μόνο λέξεις. Μαθαίνει τι θεωρείται επιτρεπτό να επιθυμεί. Μαθαίνει ποια μορφή ζωής θα χειροκροτηθεί. Μαθαίνει ποια συναισθήματα χρειάζεται να περιορίσει για να παραμείνει αγαπητό. Μαθαίνει ποια εκδοχή του εαυτού του θα γίνει αποδεκτή.
Κάποτε, αυτές οι εξωτερικές φράσεις παύουν να ακούγονται ως φωνές των άλλων. Γίνονται εσωτερικός τόνος.
Και τότε ο άνθρωπος λέει: «έτσι είμαι».
Η σκέψη του Bourdieu
Ο Bourdieu δεν αντιμετώπισε τον άνθρωπο σαν απομονωμένη μονάδα που επιλέγει ελεύθερα μέσα σε ουδέτερο χώρο. Τον είδε ως σώμα μέσα σε ιστορία. Ως άνθρωπο που κουβαλά κοινωνική θέση, οικογενειακό υπόβαθρο, γλώσσα, εκπαίδευση, ντροπές, φιλοδοξίες, τρόπους συμπεριφοράς που συχνά προηγήθηκαν της προσωπικής του συνείδησης.
Στο έργο του, έννοιες όπως το habitus, το πεδίο και η doxa συνδέονται στενά.
Το πεδίο είναι ο κοινωνικός χώρος όπου κινούμαστε. Η οικογένεια είναι πεδίο. Το σχολείο είναι πεδίο. Η εργασία είναι πεδίο. Η τέχνη, η πολιτική, η οικονομία, τα μέσα ενημέρωσης, η θεραπεία, όλα είναι πεδία με δικούς τους κανόνες.
Το habitus είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτοί οι κανόνες εγκαθίστανται μέσα μας ως προδιαθέσεις. Ως γούστο. Ως στάση σώματος. Ως τρόπος ομιλίας. Ως ντροπή. Ως φιλοδοξία. Ως αίσθηση του τι μας ταιριάζει και τι μας ξεπερνά.
Η doxa είναι το αόρατο σύστημα βεβαιοτήτων που κάνει τους κανόνες ενός πεδίου να φαίνονται φυσικοί.
Ο άνθρωπος, λοιπόν, δεν ζει μόνο μέσα σε επιλογές. Ζει μέσα σε ένα πλαίσιο που του μαθαίνει ποιες επιλογές θα του φανούν λογικές.
Αυτό είναι το πιο κρίσιμο σημείο. Η doxa δεν περιορίζει μόνο όσα κάνουμε. Περιορίζει και όσα μπορούμε να φανταστούμε για τον εαυτό μας.
Η οικογένεια ως πρώτη doxa
Η πρώτη doxa του ανθρώπου είναι συνήθως η οικογένεια.
Κάθε οικογένεια έχει άγραφους νόμους. Κάποιοι είναι τρυφεροί και προστατευτικοί. Κάποιοι είναι στενοί και ασφυκτικοί. Σπάνια παρουσιάζονται ως θεωρία. Εμφανίζονται μέσα από την καθημερινότητα.
Σε μια οικογένεια μπορεί να θεωρείται αυτονόητο ότι η αγάπη σημαίνει θυσία. Σε μια άλλη, ότι η σύγκρουση είναι επικίνδυνη. Σε μια άλλη, ότι η επιτυχία είναι ο μόνος τρόπος να αποκτήσει κανείς αξία. Σε μια άλλη, ότι τα προσωπικά όνειρα πρέπει να υποχωρούν μπροστά στην οικογενειακή συνοχή. Σε μια άλλη, ότι η χαρά είναι επιτρεπτή μόνο αφού πρώτα εκπληρωθεί το καθήκον.
Το παιδί δεν χρειάζεται να ακούσει αναλυτική διδασκαλία για όλα αυτά. Τα καταλαβαίνει από το βλέμμα που εγκρίνει, από τη σιωπή που παγώνει, από το σχόλιο που μικραίνει, από την υπερηφάνεια που δίνεται υπό όρους.
Έτσι δημιουργείται ένας πρώτος εσωτερικός χάρτης. Πού μπορώ να είμαι ο εαυτός μου. Πού πρέπει να προσέχω. Ποιο συναίσθημα είναι αποδεκτό. Ποια ανάγκη θεωρείται υπερβολή. Ποια επιθυμία θα φέρει ντροπή.
Η οικογενειακή doxa γίνεται συχνά ο πρώτος χάρτης της ψυχής.
Η κοινωνία μέσα στο σώμα
Το πιο ενδιαφέρον στη σκέψη του Bourdieu είναι ότι η κοινωνία δεν μένει έξω από τον άνθρωπο. Μπαίνει μέσα του.
Δεν μένει μόνο σε νόμους, θεσμούς, σχολεία, τίτλους, επαγγέλματα. Γίνεται σώμα. Γίνεται τρόπος να κάθεσαι σε ένα τραπέζι. Τρόπος να μιλάς σε κάποιον που θεωρείς ανώτερο. Τρόπος να ντρέπεσαι για τη φωνή σου. Τρόπος να ζητάς λιγότερα από όσα θέλεις. Τρόπος να αισθάνεσαι ότι ένας χώρος σου ανήκει ή σε απορρίπτει πριν καν σε απορρίψει.
Ένας άνθρωπος που μεγάλωσε με την ιδέα ότι η σταθερότητα είναι η ύψιστη αρετή μπορεί να νιώθει σωματική ανησυχία μπροστά σε μια δημιουργική επιλογή. Η σκέψη λέει «είναι ρίσκο». Το σώμα λέει «κινδυνεύω».
Ένας άνθρωπος που έμαθε ότι η καλή εικόνα προστατεύει την οικογένεια μπορεί να δυσκολεύεται να μιλήσει για όσα τον πληγώνουν. Η φράση «τι θα πει ο κόσμος» γίνεται εσωτερική αστυνομία.
Ένας άνθρωπος που μεγάλωσε μέσα σε περιβάλλον όπου η υπερκόπωση παρουσιαζόταν ως αρετή μπορεί να νιώθει ενοχή όταν ξεκουράζεται. Η ανάπαυση δεν βιώνεται ως φυσική ανάγκη. Βιώνεται ως ηθικό ελάττωμα.
Η doxa δεν μας λέει απλώς τι να πιστέψουμε. Μας εκπαιδεύει στο τι να αισθανθούμε ως φυσικό.
Η συμβολική βία του αυτονόητου
Ο Bourdieu μίλησε για συμβολική βία. Ο όρος μπορεί να ακούγεται έντονος, όμως περιγράφει ένα φαινόμενο πολύ πιο καθημερινό από όσο φαίνεται.
Συμβολική βία είναι η εξουσία που λειτουργεί επειδή αναγνωρίζεται ως φυσική τάξη. Επειδή εκείνος που την υφίσταται συχνά συμμετέχει στην αναπαραγωγή της, χωρίς να τη βλέπει ως εξουσία.
Ένα παιδί που ακούει συνεχώς ότι «αυτά δεν είναι για εμάς» μπορεί να μάθει να περιορίζει τα όνειρά του πριν το περιορίσει κάποιος άλλος.
Μια γυναίκα που μεγαλώνει με την ιδέα ότι η φροντίδα είναι φυσική της υποχρέωση μπορεί να μπερδέψει την εξάντληση με την αγάπη.
Ένας άνδρας που μαθαίνει ότι η ευαλωτότητα μειώνει την αξία του μπορεί να ζήσει αποκομμένος από τη συγκίνησή του και να ονομάσει αυτή την αποκοπή δύναμη.
Ένας εργαζόμενος που μαθαίνει ότι ο καλός επαγγελματίας είναι πάντα διαθέσιμος μπορεί να ζήσει την παραβίαση των ορίων του ως απόδειξη αφοσίωσης.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η doxa κάνει κάτι εξαιρετικά ισχυρό. Μετατρέπει έναν κοινωνικό κανόνα σε προσωπική αλήθεια.
Ο άνθρωπος παύει να λέει «μου το ζητούν». Λέει «έτσι πρέπει».
Η ψυχολογία της doxa
Αν η κοινωνιολογία του Bourdieu δείχνει πώς η κοινωνία παράγει αυτονόητα, η ψυχολογία δείχνει πώς αυτά τα αυτονόητα γίνονται εσωτερικές πεποιθήσεις.
Ο Aaron Beck, στη γνωσιακή ψυχοθεραπεία, μίλησε για πυρηνικές πεποιθήσεις που οργανώνουν τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του, τους άλλους και το μέλλον. Ένας άνθρωπος μπορεί να ζει με πεποιθήσεις όπως «πρέπει να είμαι τέλειος για να αξίζω», «αν αποτύχω θα με απορρίψουν», «οι ανάγκες μου ενοχλούν», χωρίς να τις διατυπώνει καθαρά κάθε μέρα.
Ο Bourdieu προσθέτει σε αυτό μια κοινωνική διάσταση. Πολλές πυρηνικές πεποιθήσεις δεν είναι μόνο προσωπικά τραύματα. Είναι και κοινωνικές εγγραφές. Είναι η οικογένεια, η τάξη, το φύλο, η κουλτούρα, η εκπαίδευση, το πεδίο όπου μεγάλωσε ο άνθρωπος.
Ο Winnicott θα μας βοηθούσε να δούμε πώς ένα παιδί προσαρμόζεται στις ανάγκες του περιβάλλοντος και μπορεί να αναπτύξει έναν ψευδή εαυτό για να διατηρήσει σχέση. Ο Bowlby θα μας θύμιζε ότι οι πρώιμοι δεσμοί δημιουργούν εσωτερικά μοντέλα για το αν η ανάγκη μας έχει θέση. Ο Bourdieu δείχνει ότι αυτά τα προσωπικά μοντέλα δεν γεννιούνται σε κοινωνικό κενό. Συνδέονται με ευρύτερες δομές που ορίζουν τι αναγνωρίζεται, τι ντροπιάζεται, τι ανταμείβεται.
Έτσι, μια γυναίκα μπορεί να πιστεύει ότι «είναι από τη φύση της δοτική», ενώ ίσως έχει εκπαιδευτεί από μικρή να αισθάνεται αξία μόνο όταν φροντίζει.
Ένας άνδρας μπορεί να πιστεύει ότι «απλώς δεν είναι συναισθηματικός», ενώ ίσως έχει μάθει να προστατεύεται από τη ντροπή που συνοδεύει την έκφραση.
Ένας άνθρωπος μπορεί να πιστεύει ότι «δεν του ταιριάζουν τα μεγάλα πράγματα», ενώ ίσως έχει εσωτερικεύσει τα όρια ενός περιβάλλοντος που ποτέ δεν του επέτρεψε να φανταστεί τον εαυτό του αλλιώς.
Όταν η δόξα γίνεται μοίρα
Η παλιά ελληνική σημασία της δόξας ως γνώμης έχει εδώ μια παράξενη επικαιρότητα. Μια γνώμη μπορεί να επαναληφθεί τόσο πολύ ώστε να πάψει να φαίνεται γνώμη. Μπορεί να γίνει οικογενειακή σοφία. Κοινωνικός κανόνας. Εσωτερική φωνή. Ηθική εντολή. Ταυτότητα.
Αυτό που κάποτε ήταν «έτσι νομίζουμε» γίνεται «έτσι είναι». Και όταν το «έτσι είναι» ριζώσει αρκετά, ο άνθρωπος αρχίζει να χτίζει τη ζωή του πάνω του.
Επιλέγει σπουδές. Επιλέγει δουλειά. Επιλέγει σχέσεις. Επιλέγει τι θα αποσιωπήσει. Επιλέγει πόσο θα επιτρέψει στον εαυτό του να διεκδικήσει. Επιλέγει ποια χαρά θα θεωρήσει επιπόλαιη και ποια δυστυχία θα θεωρήσει αξιοπρεπή.
Το τραγικό είναι ότι πολλές από αυτές τις επιλογές μοιάζουν ελεύθερες. Και ίσως σε έναν βαθμό να είναι. Όμως η ελευθερία έχει πάντα σχέση με το πεδίο που βλέπει κανείς μπροστά του. Αν το πεδίο είναι στενό, η επιλογή γίνεται μέσα σε στενό ορίζοντα.
Η doxa δεν μας φυλακίζει πάντα με το να μας απαγορεύει. Πολλές φορές μας φυλακίζει με το να μας κάνει να μη φανταζόμαστε.
Η ρωγμή στο αυτονόητο
Η μετακίνηση αρχίζει όταν μια βεβαιότητα χάνει για λίγο τη φυσικότητά της.
Ένας άνθρωπος ακούει τον εαυτό του να λέει «έτσι πρέπει» και για πρώτη φορά ρωτά: ποιος το είπε αυτό μέσα μου;
Αυτή η ερώτηση είναι μικρή μόνο στην επιφάνεια. Στην πραγματικότητα, ανοίγει ρωγμή σε ολόκληρο σύστημα εσωτερικής τάξης.
Ποιος μου έμαθε ότι η αγάπη μετριέται με αντοχή; Ποιος μου έμαθε ότι η επιτυχία χρειάζεται εξάντληση; Ποιος μου έμαθε ότι η επιθυμία μου είναι υπερβολική; Ποιος μου έμαθε ότι η ασφάλεια αξίζει περισσότερο από τη ζωή που με καλεί; Ποιος μου έμαθε ότι το να ζητώ σημαίνει να ενοχλώ;
Όταν η doxa γίνεται ερώτημα, παύει να λειτουργεί ως μοίρα. Παραμένει ισχυρή, αλλά γίνεται ορατή. Και ό,τι γίνεται ορατό μπορεί να εξεταστεί.
Δεν χρειάζεται να απορρίψει κανείς όλη του την ιστορία. Η ωριμότητα δεν βρίσκεται στην άρνηση κάθε κληρονομιάς. Βρίσκεται στη διάκριση. Τι από όσα έμαθα με στηρίζει πραγματικά; Τι με κρατά λειτουργικό; Τι με περιορίζει; Τι υπηρετεί τη ζωή μου; Τι υπηρετεί έναν παλιό φόβο που συνεχίζει να μιλά με τη γλώσσα της λογικής;
Από τη γνώμη στη συνείδηση
Η δόξα ξεκίνησε ως αυτό που φαίνεται να ισχύει. Ο Bourdieu μάς έδειξε ότι ολόκληρες κοινωνίες μπορούν να χτίσουν την πραγματικότητά τους πάνω σε αυτό που φαίνεται φυσικό, αυτονόητο, αναμφισβήτητο.
Η αξία αυτής της έννοιας δεν είναι μόνο θεωρητική. Είναι προσωπική.
Μας βοηθά να δούμε ότι πολλά από όσα θεωρούμε δικές μας τελικές αλήθειες ίσως είναι παλιές κοινωνικές και οικογενειακές βεβαιότητες που εγκαταστάθηκαν μέσα μας πριν αποκτήσουμε γλώσσα για να τις εξετάσουμε.
Μας βοηθά να σταματήσουμε για λίγο μπροστά σε μια φράση που επαναλαμβάνουμε μηχανικά.
Έτσι είναι.
Έτσι πρέπει.
Έτσι κάνουν οι άνθρωποι.
Έτσι είναι η ζωή.
Και να ρωτήσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια:
είναι πράγματι έτσι ή έμαθα να το βλέπω έτσι;
Από αυτή τη ρωγμή αρχίζει η επίγνωση. Ως δυνατότητα να διακρίνουμε ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην πραγματικότητα που μας κληροδοτήθηκε.
Ίσως εκεί να βρίσκεται η πιο ουσιαστική επιστροφή της λέξης δόξα. Μας θυμίζει ότι αυτό που φαίνεται αληθινό χρειάζεται πάντα να εξετάζεται. Γιατί τις περισσότερες φορές ο άνθρωπος δεν υποφέρει μόνο από αυτά που του συνέβησαν. Υποφέρει και από αυτά που έμαθε να θεωρεί φυσικά.











