Φόρτωση Text-to-Speech…
Με αμηχανία παρακολουθούν τα υπόλοιπα κόμματα την εκκίνηση της Μαρίας Καρυστιανού, η οποία έρχεται με σαφή πρόθεση να ταρακουνήσει το πολιτικό σύστημα. Οι πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης περιμένουν με αγωνία να καταγραφεί η απήχησή της, καθώς φοβούνται ότι θα λεηλατηθούν.
Η Νέα Δημοκρατία έχει βγει πρώτη στην επίθεση –παρότι δεν ψαρεύουν στην ίδια «λίμνη»- προκειμένου να την απαξιώσει πριν προλάβει να επιτεθεί εκείνη στην κυβέρνηση. Ο υπουργός Υγείας της ασκεί διαρκώς κριτική και την χαρακτηρίζει ως «αυθεντική εκπρόσωπο του φιλορωσικού κλίματος». Την βλάπτουν όμως πραγματικά αυτές οι κατηγορίες;

Ενα από τα πρόσωπα που ήταν κοντά στη Μαρία Καρυστιανού για ένα διάστημα και μετά απομακρύνθηκε, αναφέρει πως αυτά που λένε ορισμένοι εναντίον της προς ψόγο, ότι την υποστηρίζει η Ρωσία, δεν ενοχλεί όσους την υποστηρίζουν. «Τους έχω ακούσει να λένε ότι με το ρωσικό κόμμα ήταν και ο Κολοκοτρώνης και ο Υψηλάντης. Κάποιοι μάλιστα θεωρούν ότι θα φτιάξουν τη νέα Φιλική Εταιρεία». Ο ίδιος επισημαίνει ότι το ποσοστό των «ρωσόφιλων» στην Ελλάδα είναι αρκετά υψηλό και ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα φτάνει σε ακόμα μεγαλύτερα ύψη. «Μερικοί νομίζουν ότι την βλάπτουν, αλλά στην πραγματικότητα δεν της κάνουν καμία ζημιά με το να την καταγγέλλουν ως ρωσόφιλη. Αντιθέτως, όσο φαίνεται ότι την χτυπάει το σύστημα, τόσο ενισχύεται» λέει.
Οι συνεργάτες της Μαρίας Καρυστιανού φυσικά διαψεύδουν τα πάντα περί ρωσικής υποστήριξης και η ίδια, όπως και ο δημοσιογράφος Θανάσης Αυγερινός, ανταποκριτής από τη Μόσχα, ο οποίος ήρθε για να τη συνδράμει, έχουν στραφεί νομικά εναντίον όσων μίλησαν περί ρωσικού δακτύλου και τους καλούν τώρα να το αποδείξουν.

Η δημοφιλία Ρωσίας και Πούτιν
Πρόσφατη δημοσκόπηση της Opinion Poll επιβεβαιώνει την υψηλή δημοφιλία που απολαμβάνει η Ρωσία, αλλά και ο πρόεδρος της στη χώρα μας.
Είναι επίσης ενδεικτικό ότι το 27,8% της κοινής γνώμης θεωρεί ότι η Ελλάδα θα ήταν πιο ασφαλής, αν αντί για συμμαχία με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και το Ισραήλ, είχε προνομιακές σχέσεις με τη Ρωσία και την Κίνα. Η άποψη αυτή σε ορισμένα κόμματα είναι πλειοψηφική, με πολύ πιο υψηλά νούμερα από ότι στο σύνολο της κοινής γνώμης.
Στους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, για παράδειγμα, το 43,8% προτιμά τις σχέσεις με τη Ρωσία και την Κίνα, από ότι με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και το Ισραήλ που θέλει το 34,7% των ψηφοφόρων του. Αφενός δηλαδή, δεν είναι μία προτίμηση που παρατηρεί κανείς μόνο σε δεξιά συντηρητικά κόμματα, αφετέρου, για πολλούς ψηφοφόρους αριστερών κομμάτων αυτός δεν είναι ένας λόγος που θα τους εμπόδιζε να ψηφίσουν το κόμμα της Καρυστιανού, όπως προκύπτει και από τα υπόλοιπα ευρήματα.
Η Ρωσία αξιολογείται για το διεθνή ρόλο της θετικά και μάλλον θετικά από το 33,6% της κοινής γνώμης στην Ελλάδα, όταν η ΕΕ αξιολογείται θετικά και μάλλον θετικά από το 31,8% και οι ΗΠΑ από το 24,5%. Τα υψηλότερα ποσοστά θετικής άποψης για τη Ρωσία και το διεθνή ρόλο της βρίσκονται στο κόμμα της Ελληνικής Λύσης με 51% και αμέσως μετά στον ΣΥΡΙΖΑ με 43%. Ακολουθούν η Πλεύση Ελευθερίας και το ΚΚΕ με 35,2% και 35,1%.
Όσο για τη δημοφιλία του Πούτιν στην Ελλάδα, αυτή καταγράφεται στο 34%, ενώ του Τραμπ είναι στο 19,7%. Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια εδώ είναι ότι τα δύο ελληνικά κόμματα στα οποία ο Πούτιν έχει τη μεγαλύτερη δημοφιλία είναι η Ελληνική Λύση (56,6%) και ο ΣΥΡΙΖΑ (42,1%).
Η δημοσκοπική υποχώρηση
Η δημοσκοπική εικόνα για την επιρροή του κόμματος της Μαρίας Καρυστιανού δεν ήταν σαφής ως τώρα, καθώς δεν υπήρχαν επίσημες τυπικά μετρήσεις. Μετά την ίδρυση του κόμματος όμως, αυτό θα συμπεριλαμβάνεται κανονικά στις ερωτήσεις των ερευνών κοινής γνώμης μαζί με τα άλλα κόμματα και έτσι σύντομα θα έχουμε μια πρώτη πραγματική (δημοσκοπική) εκτίμηση για την επιρροή της.
Η Μαρία Καρυστιανού προστίθεται επίσης τώρα στον μεγάλο ανταγωνισμό για τη δεύτερη θέση με αξιώσεις. Παρά την κάμψη που κατέγραψε η δημοφιλία της τους προηγούμενους μήνες, υπάρχουν ενδείξεις, σύμφωνα με κάποιους δημοσκόπους, ότι τελευταία εμφανίζει ξανά μια ανάκαμψη.
Τον περασμένο Ιανουάριο η δυνητική ψήφος στο κόμμα της ήταν, σύμφωνα με κάποιες έρευνες λίγο πάνω από το 30% και δύο μήνες μετά έκανε βουτιά στο 20%. Η ίδρυση του κόμματος και η έντονη δραστηριότητα που εμφανίζει τελευταία, δεν αποκλείεται να βελτιώσει τις επιδόσεις της.
Δεξιό, αριστερό ή θολό στίγμα;
«Δεν είμαστε ούτε δεξιοί, ούτε αριστεροί, είμαστε κόμμα της σύνθεσης», λέει ο Γιάννης Χατζηαντωνίου, ο οποίος συμμετέχει εδώ και καιρό στις πολιτικές διεργασίες για την ετοιμασία του κόμματος. Ο ίδιος στο παρελθόν ήταν υποψήφιος βουλευτής Β’ Αθηνών του ΣΥΡΙΖΑ και συντονιστής της οργάνωσης δικηγόρων του ΣΥΡΙΖΑ. Πριν από την κρίση και τα μνημόνια ήταν στο ΠΑΣΟΚ, στην ίδια ομάδα με τη Νίνα Κασιμάτη και τον Βασίλη Ασημακόπουλο. Ήταν επίσης μεταξύ εκείνων που είχαν διαφωνήσει με τον υποχρεωτικό εμβολιασμό και τους αυστηρούς περιορισμούς την εποχή της πανδημίας, αλλά αρνείται τον χαρακτηρισμό του αντιεμβολιαστή. Ο Γιάννης Χατζηαντωνίου λέει ότι τα δύο τρίτα του κόσμου που έρχεται να δηλώσει τη στήριξη του στο κόμμα τους, είναι πρώην ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ. Αναφέρει επίσης ότι έχουν φτιαχτεί ομάδες υποστηρικτών της Καρυστιανού σε όλη την Ελλάδα από άτομα που δεν γνωρίζει, με δική τους πρωτοβουλία. «Κάθε τόσο εμφανίζονται ομάδες πολιτών σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, οι οποίοι δηλώνουν ότι θα στηρίξουν το κόμμα της», γεγονός που όπως λέει, «καταδεικνύει τα κινηματικά χαρακτηριστικά που έχει πάρει η υπόθεση τους».
Ορισμένοι συνεργάτες της προσπαθούν να την προστατεύσουν, φιλτράροντας πλέον όσους θέλουν μία σέλφι μαζί της, αφού όπως λένε, «ανάμεσα σε εκείνους που την προσεγγίζουν υπάρχουν και «περίεργοι», αλλά και κάποιοι που ίσως είναι κατευθυνόμενοι. «Πρόσφατα εντοπίσαμε έναν που ήθελε να βγάλει σέλφι μαζί της και όταν τον ψάξαμε, διαπιστώσαμε ότι ήταν ένας ακροδεξιός πρώην Χρυσαυγίτης και τον διώξαμε» αναφέρει συνεργάτης της. Ο ίδιος αναφέρει ότι υπάρχουν και γνωστά στελέχη της αριστεράς που συνομιλούν με την Καρυστιανού και της λένε ότι την στηρίζουν. «Ας επιλέξουν αυτοί αν και πότε θα βγουν να το πουν».
Δεν λείπουν ωστόσο και οι κριτικές προς την Μαρία Καρυστιανού ότι δεν γνωρίζει τα μεγάλα ζητήματα της χώρας γύρω από την εξωτερική πολιτική, την οικονομία, την ενέργεια κλπ. «Εγώ θα μιλάω για δικαιοσύνη, ακόμα και στην οικονομία και στα διεθνή πράγματα σημασία έχει η δικαιοσύνη» φέρεται να είπε σε έναν πρώην συνεργάτη της όταν την ρώτησε, ενώ ο ίδιος υποστηρίζει ότι την είχε ακούσει να λέει: «Γιατί; οι άλλοι είναι καλύτεροι που έφεραν τη χώρα σε αυτή την κατάσταση;».
Η Μαρία Καρυστιανού και τα αριστερά στελέχη
Ενα πολιτικό πρόσωπο που ήταν κοντά της από τον χώρο της αριστεράς ήταν ο ευρωβουλευτής Νίκος Φαραντούρης, ο οποίος τη βοήθησε να αναδείξει τότε στις Βρυξέλλες (όπου είχε προσκαλέσει επίσης τον Χρήστο Ράμμο και τον καθηγητή Γιάννη Δρόσο για το ίδιο θεμα) το ζήτημα με το άρθρο 86 του Συντάγματος και το Νόμο Περί Ευθύνης Υπουργών. Εκείνη την περίοδο είχε δηλώσει ότι η δημιουργία κόμματος από μέρους της είναι καλοδεχούμενη και ακολούθησε η διαγραφή του από τον Σωκράτη Φάμελλο. Στην πορεία όμως, ο Νίκος Φαραντούρης (ο οποίος δεν ενδιαφερόταν να πολιτευθεί στις επερχόμενες εκλογές, καθώς δεν σκόπευε να αφήσει την Ευρωβουλή) διαφώνησε μαζί της όταν εκείνη κατήγγειλε και την Ευρωπαία Εισαγγελέα. Εκείνος θεωρούσε πως έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για τα Τέμπη και χάρη σε αυτήν ερευνάται η αμαρτωλή Σύμβαση 717. Στην πορεία ακολούθησαν και άλλες διαφορές.
Εντελώς διαφορετική ήταν η περίπτωση του ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος την προσκαλούσε στις Βρυξέλλες για να μιλήσει σε εκδηλώσεις όταν, ως μητέρα θύματος και προβεβλημένη εκπρόσωπος συγγενών θυμάτων, είχε έντονο δημόσιο λόγο και ζητούσε την τιμωρία των υπευθύνων και της κυβέρνησης. Ο ευρωβουλευτής είχε δεχθεί κριτική τότε, ακόμα και από συντρόφους τους, πως είχε κάνει την προεκλογική του καμπάνια πάνω στην κ. Καρυστιανού.
Μετά την ανακοίνωση της ότι θα κάνει κόμμα, τις δηλώσεις για τις αμβλώσεις και την ανάδειξη του ρόλου που έχει δίπλα της η δικηγόρος και πρώην πολιτεύτρια της «Νίκης», Μαρία Γρατσία, κάποια στελέχη της αριστεράς που είχαν σχεδόν προσκολληθεί πάνω της, σήμερα κάνουν ότι δεν την ξέρουν.

Είναι γνωστό ότι κάποια μικρομεσαία πολιτικά στελέχη, όταν διέγνωσαν την ικανότητα της Μαρίας Καρυστιανού να συγκινεί τα πλήθη και να κινητοποιεί τις μάζες με τρόπο που πλέον αδυνατούν να επιτύχουν τα κόμματα, έσπευσαν να την προσεγγίσουν, προσβλέποντας σε πολιτικά οφέλη.
Η συντηρητική πολιτική ταυτότητα της Μαρίας Καρυστιανού ήταν εμφανής σε όποιον παρακολουθούσε με στοιχειώδη προσοχή τον δημόσιο λόγο της. Εξίσου γνωστές ήταν η σχέση της με τη θρησκεία, όσο και οι θέσεις της για την πανδημία, στοιχεία τα οποία οι επικοινωνιακοί μηχανισμοί της κυβέρνησης, για τους δικούς της λόγους είχαν αναδείξει.
Παρόλα αυτά, ορισμένοι, που την προσέγγιζαν, επιδιώκοντας να αξιοποιήσουν πολιτικά τη δυναμική της, έκαναν ότι δεν τα έβλεπαν, προκειμένου να την χρησιμοποιήσουν ως εργαλείο που θα έριχνε την κυβέρνηση Μητσοτάκη, αφού δεν μπορούσαν να το κάνουν οι ίδιοι. Στη συνέχεια, κάποιοι από αυτούς, θα την κατηγορούσαν ως ακροδεξιά και θα διέκοπταν τις σχέσεις μαζί της.

Η περίπτωση του Νίκου Γαλανού
Η παρουσία του Νίκου Γαλανού στο επιτελείο της Μαρίας Καρυστιανού ξάφνιασε πολλούς παλιούς συντρόφους του. Είχε ενταχθεί στο ΚΚΕ μετά τη μεταπολίτευση και ήταν πρόεδρος του Συνδικάτου Εργατών Μετάλλου. Τη δεκαετία του ‘80 υπήρξε στέλεχος και της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Εργατών Μετάλλου, καθώς και μέλος της Διοίκησης της ΓΣΕΕ.
Το 1989 εξελέγη βουλευτής με τον Συνασπισμό (υπήρξε μέλος της ομάδας του Μίμη Ανδρουλάκη) και το 1993 πήγε στο ΠΑΣΟΚ με το οποίο εξελέγη πάλι βουλευτής. Μετά το 2010 ήταν στο κόμμα του Γιάννη Δημαρά, «Άρμα Πολιτών». Σήμερα είναι από τους υπεύθυνους για το οργανωτικό, με πολύ βασικό ρόλο και μεγάλη δραστηριότητα. Έχει στήσει ένα δίκτυο ανθρώπων και ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα για να τους οργανώσει, ενώ ασχολείται ακόμα και με τις δημοσκοπήσεις. Κάποιοι παλιοί σύντροφοί του λένε για αυτόν ότι διαθέτει κάποιες οργανωτικές ικανότητες και ότι παραμένει εξαιρετικά δραστήριος πολιτικά.
Το εγχείρημα Καρυστιανού, όπως διαμορφώνεται από τα πρώτα του βήματα, παραμένει περισσότερο ένα πεδίο ερμηνειών, παρά ένα καθαρά συγκροτημένο πολιτικό υποκείμενο. Σε αυτό το στάδιο, η δημόσια συζήτηση αφορά περισσότερο τις αγωνίες του ίδιου του πολιτικού συστήματος, παρά τις αλλαγές που μπορεί να φέρει. Μια περίοδος έντονων πολιτικών συγκρούσεων, από τις οποίες ενδεχομένως να αναδυθεί ένα νέο τοπίο, μόλις ξεκινά.






