Ο ομότιμος καθηγητής Ευρωπαϊκής Αγροτικής Πολιτικής στο Trinity College Dublin παρουσίασε την ανάλυσή του στην ολομέλεια του ετήσιου συνεδρίου της – Eυρωπαϊκής Ομοσπονδίας Ζωοτεχνίας-ΕΕΑP (EAAP – European Federation of Animal Science) στο Αμβούργο, με τίτλο «Πλοήγηση στην “τέλεια καταιγίδα”: Ανάμεσα στις φιλοδοξίες της Πράσινης Συμφωνίας, τη μεταρρύθμιση της ΚΑΠ και τις πραγματικότητες της αγοράς». Όπως σημειώνει ο ίδιος, η παρέμβαση δεν αποτέλεσε άμεσο σχολιασμό της νέας Στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Κτηνοτροφία, αλλά εξετάζει πολλά από τα ίδια ζητήματα.
Το βασικό μήνυμα είναι ότι οι πιέσεις δεν λειτουργούν μεμονωμένα. Αντίθετα, αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους και μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές αλλαγές στη δομή, τη γεωγραφική κατανομή και τελικά στο ίδιο το μοντέλο της ευρωπαϊκής κτηνοτροφικής παραγωγής.
Ένας κλάδος με τεράστια οικονομική και πολιτική σημασία
Η κτηνοτροφία παραμένει ένας από τους σημαντικότερους κλάδους της ευρωπαϊκής γεωργίας. Σύμφωνα με τον Matthews, αντιπροσωπεύει περίπου το 40% της αγροτικής προστιθέμενης αξίας, δημιουργεί ετήσιο κύκλο εργασιών περίπου 400 δισ. ευρώ και στηρίζει περίπου 7 εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας. Η οικονομική της σημασία μεταφράζεται και σε ισχυρή πολιτική επιρροή, καθώς ο κλάδος διαθέτει οργανωμένους παραγωγούς και μακροχρόνιες σχέσεις με τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.
Την ίδια ώρα, όμως, η κτηνοτροφία αλλάζει. Ο αριθμός των ζώων μειώνεται στους περισσότερους βασικούς κλάδους, ενώ η παραγωγή συγκεντρώνεται σε λιγότερες, μεγαλύτερες και πιο εξειδικευμένες εκμεταλλεύσεις. Ενδεικτικά, μόλις το 6% των εκμεταλλεύσεων αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 70% των μονάδων ζωικού κεφαλαίου στην ΕΕ.
Αυτή η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι διαφορετικοί τύποι κτηνοτροφίας δεν αντιμετωπίζουν τις ίδιες προκλήσεις. Οι εκμεταλλεύσεις βοοειδών και αιγοπροβάτων εξαρτώνται περισσότερο από τις ενισχύσεις της ΚΑΠ, ενώ οι εξειδικευμένες μονάδες χοίρων και πουλερικών εμφανίζουν μικρότερη εξάρτηση από τις άμεσες ενισχύσεις.
Η πρώτη καταιγίδα: η αβεβαιότητα της ΚΑΠ
Η πρώτη μεγάλη πρόκληση αφορά το μέλλον της δημόσιας στήριξης. Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ΚΑΠ μετά το 2027 διατηρεί τα βασικά εργαλεία στήριξης, αλλά αλλάζει τη λογική κατανομής τους. Προβλέπει μεγαλύτερη στόχευση της εισοδηματικής στήριξης, ενισχυμένη προοδευτικότητα και ανώτατα όρια στις άμεσες ενισχύσεις, ενώ παράλληλα δίνει μεγαλύτερη ευελιξία στα κράτη-μέλη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κτηνοτροφία έχει η πρόβλεψη για στήριξη της εκτατικοποίησης της παραγωγής και της διαφοροποίησης σε περιοχές που αντιμετωπίζουν προβλήματα από τη νιτρορύπανση.
Ωστόσο, το μεγάλο ερώτημα παραμένει το ύψος της χρηματοδότησης. Η πρόταση για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 2028-2034 προβλέπει σχεδόν 2 τρισ. ευρώ συνολικά, αλλά η ελάχιστη κατανομή για την ΚΑΠ αντιστοιχεί σε περίπου 294 δισ. ευρώ, ποσό που σε ονομαστικούς όρους είναι περίπου 23% χαμηλότερο από τον σημερινό προϋπολογισμό. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα κράτη-μέλη θα μπορούν να συμπληρώσουν τη χρηματοδότηση μέσω ευρύτερων εθνικών και περιφερειακών πόρων, όμως η τελική έκβαση της δημοσιονομικής διαπραγμάτευσης παραμένει αβέβαιη.
Για την κτηνοτροφία, οι συνέπειες δεν θα είναι ίδιες παντού. Εάν η χρηματοδότηση μειωθεί περαιτέρω, περισσότερο εκτεθειμένα θα είναι τα συστήματα εκτατικής βόσκησης, τα οποία εξαρτώνται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ενισχύσεις.
Η δεύτερη καταιγίδα: η κλιματική αλλαγή
Η κλιματική αλλαγή δημιουργεί ένα διπλό πρόβλημα. Από τη μία πλευρά, επηρεάζει άμεσα την παραγωγή. Οι υψηλότερες θερμοκρασίες και οι καύσωνες περιορίζουν την πρόσληψη τροφής, την ανάπτυξη, τη γονιμότητα και την παραγωγή γάλακτος. Η ξηρασία πλήττει τους βοσκότοπους και τις ζωοτροφές, η έλλειψη νερού αυξάνει τις πιέσεις, ενώ οι πλημμύρες μπορούν να διαταράξουν τη στέγαση των ζώων, τις μεταφορές και τον εφοδιασμό.
Από την άλλη, η ίδια η κτηνοτροφία βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής για τη μείωση των εκπομπών. Το μεθάνιο από την εντερική ζύμωση αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή γεωργικών εκπομπών, ενώ σημαντική συμβολή έχουν και το υποξείδιο του αζώτου από τα εδάφη και οι εκπομπές από τη διαχείριση της κοπριάς.
Ο Matthews επισημαίνει ότι η συζήτηση γύρω από τους δείκτες GWP100 και GWP αφορά τον τρόπο μέτρησης της επίδρασης του μεθανίου και όχι το εάν το μεθάνιο έχει σημασία. Η αύξηση των εκπομπών αυξάνει την υπερθέρμανση, ενώ οι διατηρούμενες μειώσεις περιορίζουν την πίεση για περαιτέρω θέρμανση.
Ταυτόχρονα, η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή θα απαιτήσει επενδύσεις. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος εκτιμά ότι η προσαρμογή της γεωργίας θα μπορούσε να απαιτεί 7-8 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2050 υπό ένα σενάριο μέτριων εκπομπών.
Περιβάλλον: δεν έχει σημασία μόνο πόσα ζώα, αλλά πού βρίσκονται
Η περιβαλλοντική πίεση δεν εξαρτάται μόνο από τον συνολικό αριθμό των ζώων. Εξίσου σημαντική είναι η συγκέντρωση της παραγωγής.
Σε περιοχές με πολύ υψηλές πυκνότητες ζωικού κεφαλαίου μπορεί να μην υπάρχει αρκετή γη για την ασφαλή απορρόφηση των θρεπτικών στοιχείων και της κοπριάς. Γι’ αυτό και οι μεγαλύτερες πιέσεις εντοπίζονται σε συγκεκριμένες περιοχές, όπως η Φλάνδρα, οι Κάτω Χώρες, η Βρετάνη, η βόρεια Γερμανία, η κοιλάδα του Πάδου και η Καταλονία.
Το κρίσιμο ερώτημα μετατοπίζεται έτσι από το αν μια εκμετάλλευση συμμορφώνεται με τη νομοθεσία στο αν μια συγκεκριμένη περιοχή μπορεί να υποστηρίξει περισσότερη κτηνοτροφία.
Η περίπτωση των Κάτω Χωρών είναι χαρακτηριστική: οι συσσωρευμένες πιέσεις από το άζωτο έχουν καταστεί περιοριστικός παράγοντας όχι μόνο για μεμονωμένες εκμεταλλεύσεις, αλλά και για τη γενικότερη οικονομική ανάπτυξη.
Ευζωία: μεγαλύτερες απαιτήσεις, μεγαλύτερο κόστος
Στο περιβαλλοντικό και κλιματικό κόστος προστίθεται η αυξανόμενη κοινωνική απαίτηση για καλύτερη ευζωία των ζώων.
Η συζήτηση αφορά ιδιαίτερα τους χοίρους και τα πουλερικά, με ζητήματα όπως τα κλουβιά, οι πυκνότητες εκτροφής, η ταχύτητα ανάπτυξης και τα συστήματα στέγασης.
Οι αλλαγές αυτές όμως έχουν κόστος. Τα πτηνά βραδύτερης ανάπτυξης χρειάζονται περισσότερη τροφή, περισσότερο χρόνο και περισσότερο χώρο, ενώ η μετάβαση σε νέα συστήματα στέγασης απαιτεί επενδύσεις.
Εδώ αναδεικνύεται ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά διλήμματα: οι πολίτες δηλώνουν ότι θέλουν υψηλότερα πρότυπα ευζωίας, αλλά δεν είναι πάντοτε διατεθειμένοι να πληρώσουν το αντίστοιχο κόστος ως καταναλωτές.
Η ΕΕ κινείται, πάντως, προς υψηλότερα πρότυπα, με την Επιτροπή να έχει δεσμευθεί για νομοθετικές αλλαγές σχετικά με την κατάργηση των κλουβιών και τη βελτίωση των συνθηκών εκτροφής.
Η ευρωπαϊκή κτηνοτροφία απέναντι στον παγκόσμιο ανταγωνισμό
Οι πιέσεις δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της Ευρώπης. Η ΕΕ παραμένει σημαντικός εξαγωγέας ζωικών προϊόντων, όμως οι επιδόσεις διαφέρουν ανά κλάδο. Τα γαλακτοκομικά και το χοιρινό διατηρούν ισχυρή θέση, ενώ το βόειο κρέας, το αιγοπρόβειο, τα πουλερικά και τα αυγά αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες πιέσεις.
Παράλληλα, το διεθνές εμπορικό περιβάλλον γίνεται πιο απρόβλεπτο. Οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι δασμοί και η χρήση εμπορικών μέτρων ως εργαλείων πολιτικής αυξάνουν την αβεβαιότητα για τους Ευρωπαίους εξαγωγείς.
Στο εσωτερικό της ΕΕ υπάρχει και μια δύσκολη ισορροπία. Ορισμένοι κλάδοι, όπως τα γαλακτοκομικά και το χοιρινό, έχουν ισχυρά εξαγωγικά συμφέροντα. Άλλοι, όπως το βόειο, το αιγοπρόβειο και τα πουλερικά, ενδιαφέρονται περισσότερο για την προστασία της ευρωπαϊκής αγοράς.
Έτσι, το ζήτημα δεν είναι απλώς «ελεύθερο εμπόριο ή προστατευτισμός». Είναι πώς θα διαχειριστεί η Ευρώπη τα διαφορετικά και συχνά αντικρουόμενα συμφέροντα στο εσωτερικό της ίδιας της κτηνοτροφίας.
Η «κρυφή» εξάρτηση από τη σόγια
Ένα ακόμη ζήτημα ανθεκτικότητας αφορά τις πρωτεϊνούχες ζωοτροφές. Για τις ζωοτροφές υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη, περίπου τα τρία τέταρτα των προμηθειών της ΕΕ είναι εισαγόμενα, ενώ περίπου το 94% της πρωτεΐνης σόγιας προέρχεται από εισαγωγές. Η εξάρτηση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη χοιροτροφία και την πτηνοτροφία.
Η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής πρωτεϊνούχων καλλιεργειών μπορεί να περιορίσει την ευπάθεια σε εξωτερικές κρίσεις. Όμως η ανθεκτικότητα έχει κόστος: οι ευρωπαϊκές καλλιέργειες μπορεί να είναι ακριβότερες, οι αποδόσεις χαμηλότερες και οι αλυσίδες μεταποίησης λιγότερο ανεπτυγμένες.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι ευρύτερο: πόσο είναι διατεθειμένη η Ευρώπη να πληρώσει για μεγαλύτερη ανθεκτικότητα;
Η πιο ανατρεπτική αλλαγή: η μετάβαση στις πρωτεΐνες
Ίσως η πιο μακροπρόθεσμη απειλή για την παραδοσιακή κτηνοτροφία να μην προέρχεται ούτε από την ΚΑΠ ούτε από την κλιματική πολιτική, αλλά από την αλλαγή στη ζήτηση.
Ο Matthews βλέπει δύο πιθανές διαδρομές:
– τη διατροφική μετάβαση προς περισσότερα φυτικά τρόφιμα και λιγότερα ζωικά προϊόντα και
– την τεχνολογική μετάβαση προς προϊόντα που μιμούνται το κρέας και τα γαλακτοκομικά χωρίς να προέρχονται από ζώα.
Μέχρι στιγμής, πάντως, η αλλαγή είναι περιορισμένη. Το φυτικό κρέας δεν έχει μετασχηματίσει την αγορά, καθώς, παρότι οι καταναλωτές δοκιμάζουν τα προϊόντα, η επαναλαμβανόμενη κατανάλωση παραμένει χαμηλότερη.
Η σημαντικότερη ομάδα καταναλωτών, επομένως, μπορεί να μην είναι οι χορτοφάγοι και οι vegan αλλά οι flexitarians: όσοι συνεχίζουν να καταναλώνουν ζωικά προϊόντα, αλλά μειώνουν την ποσότητα και τη συχνότητα κατανάλωσής τους.
Εάν οι εναλλακτικές πρωτεΐνες καταφέρουν να φτάσουν το συμβατικό κρέας σε τιμή και αισθητηριακά χαρακτηριστικά, η εικόνα μπορεί να αλλάξει γρήγορα. Προς το παρόν παραμένουν εμπορικά περιορισμένες, αλλά μακροπρόθεσμα μπορούν να εξελιχθούν σε σοβαρό ανταγωνιστή της κτηνοτροφικής παραγωγής.
Το κρίσιμο ερώτημα για την επιστήμη: «Για ποιον σκοπό βελτιώνουμε τα ζώα;»
Όλες αυτές οι εξελίξεις οδηγούν τον Matthews σε ένα ευρύτερο ερώτημα για την ίδια την επιστήμη της ζωικής παραγωγής.
Η βελτίωση της αποδοτικότητας των ζωοτροφών, της υγείας και της γονιμότητας θα παραμείνει απαραίτητη. Όμως η εντυπωσιακή αύξηση της παραγωγικότητας των τελευταίων δεκαετιών δεν εξάλειψε τα προβλήματα περιβάλλοντος, ευζωίας και ανθεκτικότητας.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, η ίδια η επιδίωξη της παραγωγικότητας συνέβαλε στην εντατικοποίηση και τη συγκέντρωση της παραγωγής. Γι’ αυτό και το ερώτημα, σύμφωνα με τον Matthews, δεν είναι εάν πρέπει να συνεχίσουμε να βελτιώνουμε τα ζώα. Το ερώτημα είναι για ποιον σκοπό τα βελτιώνουμε.
Η επιστήμη της ζωικής παραγωγής καλείται πλέον να εξετάσει όχι μόνο πόσο περισσότερο μπορεί να παράγει ένα ζώο, αλλά και ποια ζώα, σε ποια συστήματα και σε ποιες περιοχές μπορούν να συμβάλουν σε μια κτηνοτροφία οικονομικά βιώσιμη, περιβαλλοντικά αξιόπιστη, ανθεκτική και κοινωνικά αποδεκτή.
Όχι το τέλος της κτηνοτροφίας, αλλά το τέλος της ίδιας κτηνοτροφίας παντού
Η ανάλυση του Matthews δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ευρωπαϊκή κτηνοτροφία οδεύει προς εξαφάνιση. Οδηγεί όμως σε μια διαφορετική διαπίστωση: δεν είναι πιθανό να έχουν όλα τα σημερινά συστήματα κτηνοτροφίας το ίδιο μέλλον.
Σε ορισμένες περιοχές, οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί θα επιβάλουν μικρότερο ζωικό κεφάλαιο. Σε άλλες, η εκτατική βόσκηση μπορεί να συνεχίσει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση βοσκοτόπων και οικοσυστημάτων. Παράλληλα, οι εντατικές μονάδες θα πρέπει να αντιμετωπίσουν υψηλότερες απαιτήσεις για περιβάλλον, ευζωία και ανθεκτικότητα, ενώ θα συνεχίσουν να ανταγωνίζονται παραγωγούς χαμηλότερου κόστους.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν η Ευρώπη θα έχει κτηνοτροφία. Είναι ποια κτηνοτροφία θα έχει, πού θα την έχει, πόσα ζώα θα χρειάζεται και ποια χαρακτηριστικά θα πρέπει να διαθέτει ώστε να παραμένει οικονομικά βιώσιμη, περιβαλλοντικά αξιόπιστη και κοινωνικά αποδεκτή.













