Φόρτωση Text-to-Speech…
Ευπατρίδης, ρεαλιστής, μετριοπαθής. Ο Νίκος Δένδιας, ο Ευάγγελος Βενιζέλος και ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου αποτιμούν τη διαδρομή του Ιωάννη Βαρβιτσιώτη: την αντίσταση στη δικτατορία, την ανασυγκρότηση της παράταξης, το υπουργείο Αμυνας και τη συναινετική αναθεώρηση του 2001.
Ευπατρίδης, σύμβουλος, φίλος
Του Νίκου Δένδια
Ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης υπήρξε μία από τις σημαντικές μορφές της μεταπολεμικής πολιτικής ζωής της Ελλάδας.
Ηταν, με την ουσιαστική έννοια του όρου, ευπατρίδης. Οχι μόνο διότι υπήρξε απόγονος σημαντικής πολιτικής οικογενείας, με εκπροσώπους στη Βουλή των Ελλήνων από τις πρώτες δεκαετίες της Ιστορίας του σύγχρονου ελληνικού κράτους, ούτε λόγω των λαμπρών σπουδών του στη νομική επιστήμη. Αλλά κυρίως διότι προσελάμβανε την ενασχόληση με τα κοινά ως χώρο ευθύνης και προσφοράς. Για τον Ιωάννη Βαρβιτσιώτη ο πατριωτισμός δεν ήταν σύνθημα. Ηταν καθημερινή στάση ζωής.
Η πολιτική διαδρομή του υπήρξε άρρηκτα συνδεδεμένη με την πολιτική παρακαταθήκη του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Του πολιτικού ηγέτη που εξέφρασε μια συγκεκριμένη αντίληψη για την Ελλάδα: δημοκρατική ομαλότητα, ένταξη στην ευρωπαϊκή οικογένεια, θεσμικός εκσυγχρονισμός, υπεράσπιση του εθνικού συμφέροντος.
Οπως ο ίδιος ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης είχε αναφέρει, η τυχαία γνωριμία τους στα Καμένα Βούρλα το 1960 απετέλεσε καθοριστικό σταθμό στη ζωή του. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής διέκρινε στον νεαρό νομικό έναν άνθρωπο με συγκρότηση και δυνατότητες. Του εμπιστεύθηκε απαιτητικούς ρόλους, ανοίγοντάς του τον δρόμο για την ανάληψη σημαντικών κοινοβουλευτικών και κυβερνητικών αξιωμάτων.
Δεν ήταν, όμως, οι τίτλοι και τα αξιώματα που προσδιόρισαν τον Ιωάννη Βαρβιτσιώτη. Ηταν το ήθος με το οποίο τα υπηρέτησε. Η πολιτική για εκείνον δεν αποτελούσε πεδίο προσωπικής προβολής, αλλά καθήκον απέναντι στην πατρίδα, στη δημοκρατία και στους πολίτες. Είχε συνείδηση της θεσμικής ευθύνης που συνοδεύει το αξίωμα και αντιμετώπιζε την εξουσία όχι ως προνομία, αλλά ως υποχρέωση προσφοράς.
Υπήρξε σταθερός και αταλάντευτος στις αρχές του. Ανήκε στη γενιά πολιτικών που γνώριζε ότι η μεγάλη συντηρητική παράταξη δεν είναι απλώς ένας κομματικός μηχανισμός, αλλά φορέας ιστορικής ευθύνης, αξιών και αντίληψης για το μέλλον του τόπου, η οποία δοκιμάστηκε από την Ιστορία.
Aντιστάθηκε στη δικτατορία, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Αρνήθηκε να εξαργυρώσει αυτή τη δοκιμασία ως τίτλο προσωπικής ανέλιξης. Τις αξίες στις οποίες πίστευε τις υπερασπιζόταν με καθαρότητα και θάρρος, χωρίς φανατισμό. Δεν θεωρούσε την πολιτική αντιπαράθεση πόλεμο εξόντωσης. Σεβόταν τον πολιτικό αντίπαλο, άκουγε την άλλη άποψη και αναγνώριζε ότι η δημοκρατία απαιτεί συνύπαρξη, μέτρο και δυνατότητα συνεννόησης. Η στάση του απέναντι στην παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου το 1989 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικού που μπορούσε να υπερβαίνει το κομματικό πάθος και να κρίνει με βάση τη συνείδησή του, τους θεσμούς και το εθνικό συμφέρον.
Αυτή η μετριοπάθεια δεν ήταν αδυναμία. Ηταν η δύναμη ενός ανθρώπου βέβαιου για τις ιδέες του. Ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης δεν χρειαζόταν την ένταση για να γίνει πειστικός, ούτε την προσβολή για να επιβληθεί. Διέθετε γνώση, εμπειρία, οξυδέρκεια και την ικανότητα να βλέπει πέρα από τη συγκυρία. Μπορούσε να διαφωνεί έντονα, χωρίς να πληγώνει· να υπερασπίζεται την παράταξή του, χωρίς να αρνείται την πατριωτική πρόθεση των αντιπάλων του· να παραμένει πιστός, χωρίς να γίνεται δογματικός.
Δεν θεωρούσε την πολιτική αντιπαράθεση πόλεμο εξόντωσης. Σεβόταν τον πολιτικό αντίπαλο, άκουγε την άλλη άποψη και αναγνώριζε ότι η δημοκρατία απαιτεί συνύπαρξη, μέτρο και δυνατότητα συνεννόησης.
Η προσφορά του στην Εθνική Αμυνα έχει ιδιαίτερη σημασία. Βρέθηκε στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου σε μια περίοδο που ο κόσμος άλλαζε με πρωτόγνωρη ταχύτητα. Η κατάρρευση του «ανατολικού μπλοκ», οι εξελίξεις στα Βαλκάνια, οι συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή μας και οι νέες προκλήσεις ασφαλείας απαιτούσαν στρατηγική σκέψη και ψυχραιμία. Υπηρέτησε το υπουργείο Εθνικής Αμυνας με αίσθηση ευθύνης και με επίγνωση ότι η άμυνα της χώρας απαιτεί σοβαρότητα, συνέχεια και μακρόπνοο σχεδιασμό. Γνώριζε ότι η ισχύς της Ελλάδας δεν μετριέται μόνο με εξοπλισμούς, αλλά και με θεσμούς, συμμαχίες, εθνική αυτοπεποίθηση και ενότητα στο εσωτερικό μέτωπο.
Ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της ενεργού πολιτικής του πορείας, παρέμεινε δημιουργικός. Η ενασχόλησή του με τη γη στον Μυστρά, το μικρό του οινοποιείο, η συνεχής συγγραφική δραστηριότητα φανερώνουν έναν άνθρωπο που αντιμετώπιζε τη γνώση, τον πολιτισμό και την ιστορική μνήμη ως αναπόσπαστα στοιχεία της δημόσιας προσφοράς.
Είχα την τιμή και την τύχη να τον γνωρίσω προσωπικά. Μας συνέδεσε η μακρόχρονη γνωριμία του με τον πατέρα μου Σπύρο και υπήρξα πολλές φορές ευγνώμων αποδέκτης των συμβουλών και παραινέσεών του. Η συμβουλή του ήταν πάντοτε πολύτιμη, όχι μόνο επειδή στηριζόταν σε μοναδική πολιτική εμπειρία, αλλά κυρίως επειδή διατυπωνόταν με ειλικρίνεια, νηφαλιότητα και πραγματικό ενδιαφέρον. Δεν προσπαθούσε να επιβάλει την άποψή του. Σε βοηθούσε να δεις καθαρότερα τα δεδομένα, να σταθμίσεις τις συνέπειες και να θυμηθείς ότι πίσω από κάθε πολιτική απόφαση υπάρχει η ευθύνη απέναντι στη χώρα.
Για εμένα, όπως και για πολλούς νεότερους της παράταξής μας, υπήρξε σημείο αναφοράς. Eνας άνθρωπος στον οποίο μπορούσες να προσφύγεις όχι για να ακούσεις το ευχάριστο, αλλά το χρήσιμο και το αληθινό. Με την ευγένεια, τη νομική του σκέψη, την ιστορική του μνήμη και τη γνώση των θεσμών, μετέδιδε κάτι περισσότερο από συμβουλές: έναν τρόπο αντίληψης της πολιτικής ως ευθύνης, συνέπειας και υπηρεσίας.
Μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο πολιτικός δεν κρίνεται μόνο από τις εκλογικές του επιτυχίες ή από τις θέσεις ευθύνης που αναλαμβάνει. Κρίνεται από το αν αφήνει πίσω του θεσμούς ισχυρότερους, από το αν συμβάλλει στον δημόσιο διάλογο με επιχειρήματα και από το αν οι επιλογές του μπορούν να αντέξουν στην κρίση της Ιστορίας.
Αποχαιρετούμε έναν ευπατρίδη, έναν συνεπή κοινοβουλευτικό, έναν υπηρέτη της πατρίδας και της παράταξης, έναν άνθρωπο που κέρδισε τον σεβασμό φίλων και αντιπάλων. Προσωπικά αποχαιρετώ έναν πολύτιμο σύμβουλο και αγαπητό φίλο. Η απουσία του αφήνει κενό, αλλά η παρακαταθήκη του παραμένει ισχυρή: πολιτική με αρχές, πίστη στους θεσμούς, αφοσίωση στο εθνικό συμφέρον, σεβασμός στον αντίπαλο και διαρκής διάθεση προσφοράς. Αυτό είναι το αποτύπωμά του.
Η μνήμη του θα συνοδεύει τη Νέα Δημοκρατία και τη δημόσια ζωή του τόπου.
*Ο κ. Νίκος Δένδιας είναι υπουργός Εθνικής Αμυνας.
Συναίνεση και πολιτικός σεβασμός
Του Ευάγγελου Βενιζέλου
Στις 2 Αυγούστου, ημέρα των γενεθλίων και του θανάτου του Γιάννη Βαρβιτσιώτη, προσπάθησα να συνοψίσω με λίγες λέξεις την προσωπικότητά του, όπως την προσέλαβα τα χρόνια της κοινής κοινοβουλευτικής παρουσίας μας. Είπα λοιπόν, πολύ ελλειπτικά, ότι «ήταν φτιαγμένος από παλιό γερό μέταλλο. Ιδεολογικά και πολιτικά συνεπής. Πιστός κοινοβουλευτικός, αξιοσέβαστος αντίπαλος, ηγετική φυσιογνωμία της παράταξής του, εξαίρετος συνομιλητής, χαρισματικός αφηγητής, καλός φίλος, ευπατρίδης, λάτρης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς».
Ως κυβερνητικός εκπρόσωπος της τελευταίας κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου παρακολούθησα προσεκτικά την εσωκομματική σύγκρουση για την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας το 1993. Ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης έδινε πολιτικές μάχες για να τις κερδίσει, αλλά ήξερε να χάνει, προσόν που του επέτρεπε να υποτάσσει τόσο τον εαυτό του όσο και την πολιτική συγκυρία στην κοίτη της Ιστορίας. Ηθελε αναγνώριση, αλλά δεν ήταν ματαιόδοξος. Θυμάμαι με μεγάλη εκτίμηση την επίσκεψή του στο γραφείο μου στο υπουργείο Εξωτερικών την άνοιξη του 2014, όταν με διακριτικότητα μου έθεσε το ερώτημα αν, ως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ τότε, θα μπορούσα να αποδεχθώ την υποψηφιότητά του για το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας σε διαδοχή του κοινού μας φίλου Κάρολου Παπούλια. Δεν τον ενδιέφερε να καταλάβει το αξίωμα, αλλά να ακούσει ότι η άλλη παράταξη του μεταπολιτευτικού διπολισμού (που υφίστατο ως σχήμα τις καταλυτικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης) τον θεωρούσε πρόσωπο αποδεκτό για αυτόν τον υψηλό θεσμικό ρόλο.
Το κεφάλαιο όμως της κοινοβουλευτικής του δράσης που οφείλω ιστορικά να αναδείξω είναι η στάση του ως γενικού εισηγητή της μειοψηφίας στη μακρά αναθεωρητική διαδικασία που άρχισε το 1995 και ολοκληρώθηκε το 2001 με τη θέση σε ισχύ του αναθεωρημένου Συντάγματος του 1975/1986/2001. Αυτή ήταν και παραμένει η πιο εκτεταμένη, συστηματική και συναινετική συνταγματική αναθεώρηση της μεταπολιτευτικής περιόδου. Το 1975, το μεταδικτατορικό Σύνταγμα ψηφίστηκε από μόνη την πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας, με την αντιπολίτευση να έχει αποχωρήσει. Η αναθεώρηση του 1986, εστιασμένη στον περιορισμό των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, ήταν πολιτικά και θεσμικά συγκρουσιακή, το αναθεωρημένο Σύνταγμα ψηφίστηκε από το ΠΑΣΟΚ, με τη Νέα Δημοκρατία να καταγγέλλει και να αποχωρεί. Ως γενικός εισηγητής της πλειοψηφίας την περίοδο 1995-2001 είχα βασική επιδίωξη τη διαμόρφωση της αναγκαίας αναθεωρητικής συναίνεσης, για την ακρίβεια την επίτευξη της συνταγματικής συμφιλίωσης, που λειτουργεί ως θεμέλιο της ίδιας της νομιμοποίησης του Συντάγματος. Στόχος δεν ήταν απλώς η παραμονή της αντιπολίτευσης στη διαδικασία, αλλά η ενεργός συμμετοχή και σύμπραξή της στη διαμόρφωση των συνταγματικών διατάξεων. Τόσο αυτών που συνιστούσαν θεσμική καινοτομία, όσο και αυτών που απλώς αποτύπωναν πλέον τη συναίνεση που έλειψε το 1975 και το 1986. Η περίοδος των πενήντα δύο χρόνων της ισχύος του μεταπολιτευτικού Συντάγματος του 1975 τέμνεται το 2001 με κριτήριο τη συγκρουσιακή ή τη συναινετική αντίληψη για την άσκηση της συντακτικής εξουσίας.
Η συμβολή του Γιάννη Βαρβιτσιώτη ως γενικού εισηγητή της αντιπολίτευσης (με κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο τον Προκόπη Παυλόπουλο) στη διαμόρφωση αυτού του κεκτημένου υπήρξε καθοριστική. Τόσο δημόσια, με τις τοποθετήσεις του που αποτυπώνονται στα Πρακτικά της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, όσο και στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις και συνεννοήσεις, που διαμόρφωναν έναν θεσμικό και πολιτικό πολιτισμό ενσωματωμένο στο κανονιστικό περιεχόμενο του εθνικού Συντάγματος.
Ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης, προδικτατορικός βουλευτής της ΕΡΕ, που έζησε την ατελέσφορη αναθεωρητική πρωτοβουλία της «βαθείας τομής» το 1963, μέλος της κυβερνητικής πλειοψηφίας της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής που ψήφισε την αρχική εκδοχή του Συντάγματος του 1975 εντός των προδιαγραφών του Κωνσταντίνου Καραμανλή, προβεβλημένο και μαχητικό στέλεχος της αντιπολίτευσης στην ΣΤ΄ Αναθεωρητική Βουλή που κατάργησε το 1986 τις αυξημένες αρμοδιότητες του ΠτΔ, συνέβαλε το 2001 καθοριστικά στη συναινετική ανακαίνιση του Συντάγματος της χώρας, εντός βεβαίως του πλαισίου του πολυεπίπεδου συνταγματισμού και του επαυξημένου συντάγματος που επιβάλλει η συνύπαρξη της εθνικής, της ενωσιακής και της διεθνούς έννομης τάξης. Η συμβολή του αυτή τον εγγράφει με διακριτό τρόπο στη συνταγματική Ιστορία της χώρας.
*Ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος είναι πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, γενικός εισηγητής της πλειοψηφίας στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ.
Ρεαλισμός και στρατηγικό βλέμμα
Του Ευάνθη Χατζηβασιλείου
Ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης εισήλθε στην πολιτική το 1961, στις τάξεις της ΕΡΕ υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, και έκτοτε πρωταγωνίστησε στον δημόσιο βίο. Η απώλειά του σηματοδοτεί την οριστική (και, πλέον, πλήρη) έκλειψη μιας ολόκληρης γενιάς ηγετικών στελεχών της παράταξής του από εκείνη την εποχή. Ετσι, είναι σημαντικό να αποτιμηθούν η συνολική παρουσία του και ο σημαίνων ρόλος του στην ελληνική πολιτική και στην πορεία της σύγχρονης Κεντροδεξιάς.
Ο Βαρβιτσιώτης υπηρέτησε ως βουλευτής το 1961-67 και το 1974-2004, ενώ το 2004 εξελέγη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έως το 2009, οπότε ήταν ο επικεφαλής της ομάδας ευρωβουλευτών της Νέας Δημοκρατίας. Κατά τη χούντα συνδέθηκε με αντιστασιακά δίκτυα και συνελήφθη, ενώ ήταν σε επικοινωνία με τον Καραμανλή στο Παρίσι. Ανέλαβε επανειλημμένως κυβερνητικές θέσεις, από τις οποίες θα πρέπει να ξεχωρίσει το υφυπουργείο Εσωτερικών στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας το 1974, σαφής ένδειξη ότι, στην έναρξη μιας νέας εποχής, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τον προόριζε για μελλοντική ανάδειξη στον πολιτικό του χώρο. Κατόπιν υπηρέτησε ως υπουργός Εμπορίου, καθώς και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (επί των ημερών του συντάχθηκε ο Ν. 815, που όμως αποδείχθηκε μια χαμένη ευκαιρία για την ανωτάτη εκπαίδευση, η οποία ακολούθησε τους «επαναστατικούς» δρόμους). Η θητεία του στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας το 1990-93 είναι μια ξεχασμένη μεγάλη συνεισφορά, καθώς, με τη συμβολή και του αναπληρωτή υπουργού Αλέξανδρου Παπαδόγγονα, αναδιοργάνωσε τις Ενοπλες Δυνάμεις και τις εισήγαγε στη νέα εποχή μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Κορύφωση της δημόσιας παρουσίας του Βαρβιτσιώτη θα μπορούσαν να θεωρηθούν η υποψηφιότητά του για την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας το 1993 (όταν εξελέγη πρόεδρος ο Μιλτιάδης Εβερτ) και κατόπιν η ανάληψη της αντιπροεδρίας του κόμματος έως το 1997. Ολα τούτα, όμως, δεν επαρκούν για να περιγράψουν τη διαπλαστική επιρροή του στο πολιτικό σύστημα. Η επήρειά του υπήρξε πολύ μεγαλύτερη και ήταν λειτουργικού χαρακτήρα.
Ο Βαρβιτσιώτης εισέφερε ουσιαστικά στην οργανωτική αναδιοργάνωση (στην πράξη: στην εκ θεμελίων ανασυγκρότηση) της Νέας Δημοκρατίας επί της ηγεσίας του Ευάγγελου Αβέρωφ, αναλαμβάνοντας την ηγεσία ενός οργάνου με κομβικό ρόλο, της Κεντρικής Επιτροπής Περιφερειακής Οργάνωσης (ΚΕΠΟ). Το 1985-96, ως αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, αποτέλεσε κρίσιμο σύνδεσμο ανάμεσα στην ελληνική και την ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά σε μια ραγδαία μεταβατική εποχή.
Ενα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Βαρβιτσιώτη ήταν η εξαίρετη, στρατηγική εποπτεία του για τις δυναμικές του πολιτικού συστήματος. Είχε διαγνώσει το μείζον πρόβλημα του κόμματός του, το οποίο από το 1980 βασανιζόταν από ατέρμονες, επάλληλες εσωτερικές αντιπαλότητες. Σε μία ακόμη εποχή εσωκομματικής αναστάτωσης, το 1996-97, δεν δίστασε να στηρίξει μια ριζική αλλαγή σελίδας, συγκεκριμένα την εκλογή ενός νέου αρχηγού, του Κώστα Αλ. Καραμανλή, ο οποίος ανήκε σε μια νεότερη γενιά. Πράγματι, από τα τέλη της δεκαετίας αυτής σημειώθηκε η υπέρβαση των τρομερών εσωτερικών αντιπαλοτήτων και η Νέα Δημοκρατία ελευθερώθηκε από εκείνο το βάρος έως τις ημέρες μας. Αλλά η ικανότητά του για μια στρατηγικού χαρακτήρα ματιά στην ελληνική πολιτική φάνηκε και μεταγενέστερα – π.χ. το 2012-13, όταν διέβλεψε τόσο το αναπόφευκτο της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, όσο και την ανάγκη, που τότε θα ανέκυπτε, για μια νέα ανανέωση στη Ν.Δ. Είχε την ικανότητα να κάνει συστηματική ανάλυση και να βλέπει μακριά.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό του, απόρροια του πρώτου, αποκαλύπτει και τη συνέπειά του. Από τη στιγμή που η ανάλυσή του τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε η παράταξή του να «γυρίσει σελίδα» και να φέρει μια νεότερη γενιά στο προσκήνιο, ο ίδιος αποσύρθηκε από τη διεκδίκηση των μεγάλων αξιωμάτων. Αλλά δεν έπαυσε να εισφέρει. Ανθρωπος με γερή πνευματική συγκρότηση (η οποία πήγαινε πολύ πέραν των σπουδών και της διδακτορικής διατριβής του στη νομική επιστήμη), το 1998-2010 ανέλαβε την προεδρία του Ινστιτούτου Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής, του think tank του κόμματος, και από αυτή τη θέση εισέφερε ουσιαστικά στη μάχη των ιδεών. Παράλληλα, ενθάρρυνε σταθερά τη μετριοπάθεια και αποτελεσματική δουλειά στον χώρο του. Δεν ήταν απλώς ένας «Νέστορας», ένας άνθρωπος «σοφός» που είχε αποσυρθεί. Παρέμεινε ενεργός, απλώς δεν διεκδικούσε να φανεί.
Οσοι γνώρισαν τη ρεαλιστική –ίσως, ανελέητα ρεαλιστική– ανάλυσή του, διαπίστωσαν την αφοσίωσή του σε θεμελιώδεις αρχές (χωρίς τις οποίες, ο «ρεαλισμός» κινδυνεύει να καταπέσει σε οπορτουνισμό), τον αδιαπραγμάτευτο ευρωπαϊσμό του, τον απροκατάληπτο, αστικό φιλελεύθερο τρόπο του να κατανοεί τον κόσμο. Το σημαντικότερο είναι ότι εκπλήρωσε τον βασικό στόχο του: με κάθε τρόπο να υπηρετήσει την παράταξή του και την πατρίδα του.
*Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών, γενικός γραμματέας του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία.













