Μετά τον Jerzy Skolimowski, το Bella TOFIFEST έφερε στο Τορούν ακόμη έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους Πολωνούς δημιουργούς. Ο Jan Komasa δεν ενδιαφέρεται να δώσει εύκολες απαντήσεις μέσα από τις ταινίες του κοιτούν κατάματα τη σύγχρονη κοινωνία, τις εμμονές της, τις αντιφάσεις της και τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος προσπαθεί να βρει τη θέση του μέσα σε αυτές. Η νέα του ταινία, το Good Boy για το οποίο σας έχουμε γράψει εκτεταμένη κριτική στο πλαίσιο κάλυψης του κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Ρώμης, χρησιμοποιεί έναν φαινομενικά αθώο τίτλο για να αφηγηθεί μια ιστορία γεμάτη ειρωνεία, κοινωνικό σχόλιο και δύσκολα ερωτήματα.


Με αφορμή την προβολή της ταινίας στο φεστιβάλ του Τορούν και λίγο πριν από την έξοδό της στις ελληνικές αίθουσες, ο σκηνοθέτης μίλησε αποκλειστικά στο ERTnews.


ΕΡΩΤΗΣΗ
Είχα την τύχη μέσα σε λιγότερο από μία εβδομάδα πέρυσι να δω σχεδόν δύο ταινίες σας (σ.σ. η δεύτερη ήταν το «Anniversary») και τώρα να ξαναδώ το «Good Boy». Είναι μια ταινία που με έκανε να αναρωτηθώ πολύ έντονα: ποιος είναι τελικά ο δικός σας ορισμός για το «good boy» (σ.σ. η φράση πέρα από το «καλό παιδί» είναι και μια κομψή επιταγή για τους σκύλους ώστε να συμπεριφερθούν… «φρόνιμα!»);
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Ο ορισμός αλλάζει ανάλογα με το ποιον θα ρωτήσεις. Για μένα το «good boy» είναι, κατά κάποιον τρόπο, το σύμβολο ενός ιδανικού. Το θέμα είναι ότι ιδανικός άνθρωπος δεν υπάρχει. Λες «good boy» σε έναν σκύλο όταν συμπεριφέρεται… σωστά. Στη δική μας ταινία όμως ο πρωταγωνιστής μόνο «καλό παιδί» δεν είναι. Γι’ αυτό και ο τίτλος λειτουργεί ειρωνικά. Είναι μια σατιρική ματιά πάνω σε μια πολύ σκοτεινή ιστορία για το τι σημαίνει πραγματικά να είσαι «καλός».
ΕΡΩΤΗΣΗ
Αναφερθήκατε στον τίτλο. Είναι ενδιαφέρον ότι σε ορισμένες χώρες αναγκαστήκατε να τον αλλάξετε, επειδή κυκλοφορούσε ήδη άλλη ταινία με το ίδιο όνομα. Πώς αισθανθήκατε βλέποντας έναν τόσο προσωπικό τίτλο να αλλάζει;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Ήταν πραγματικά περίεργο. Υπήρχε ήδη μια άλλη ταινία με αυτόν τον τίτλο, αλλά και μια κορεατική τηλεοπτική σειρά. Επιπλέον υπήρχε και μια αμερικανική ταινία τρόμου με σκύλο, η οποία είχε κυκλοφορήσει ευρέως. Ο Αμερικανός διανομέας αποφάσισε να αλλάξει τον τίτλο της ταινίας μας σε Heel (σ.σ. τακούνι), δηλαδή στην εντολή που δίνεις σε έναν σκύλο να έρθει δίπλα σου και να μείνει εκεί. Ήταν καθαρά μια απόφαση διανομής, ώστε να μη δημιουργηθεί σύγχυση.
Στη Βρετανία και την Ιρλανδία, αντίθετα, κράτησαν το Good Boy, γιατί η άλλη ταινία δεν τα πήγε τόσο καλά εισπρακτικά. Παραμένει όμως παράξενο. Θεωρείς ότι ο τίτλος είναι κομμάτι της ταυτότητας της ταινίας σου, σχεδόν μέρος του DNA της. Και ξαφνικά ανακαλύπτεις ότι υπάρχει ήδη κάποιος άλλος με το ίδιο όνομα. Θυμάμαι μάλιστα στην πρώτη προβολή στο Φεστιβάλ του Τορόντο αρκετοί θεατές μάς έλεγαν ότι περίμεναν σχεδόν δύο ώρες να εμφανιστεί… ο σκύλος. Αντί γι’ αυτό είδαν τον Stephen Graham. Έλεγαν γελώντας: «Μας άρεσε ο Stephen Graham, αλλά πού είναι ο σκύλος;». Ήταν πολύ διασκεδαστικό να διαβάζουμε τέτοια σχόλια στο Letterboxd και αλλού.


ΕΡΩΤΗΣΗ
Από το Heel θα ήθελα να περάσουμε στην (ομόηχη) λέξη healing. Ζούμε σε μια κοινωνία που μοιάζει να θέλει διαρκώς να «θεραπεύσει» τους άλλους. Το βλέπουμε ακόμη και στα social media, όπου άνθρωποι στοχοποιούνται επειδή απλώς διαφέρουν από αυτό που θεωρείται φυσιολογικό. Ένιωσα ότι μέσα από την ταινία σχεδόν σατιρίζετε αυτή την ανάγκη της κοινωνίας να διορθώνει τους ανθρώπους. Σαν να λέτε ότι όλοι θέλουν να θεραπεύσουν κάποιον, ενώ στην πραγματικότητα κανείς δεν θεραπεύεται.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Νομίζω ότι αυτό είναι πράγματι ο πυρήνας της ταινίας. Υπάρχει αυτή η επιθυμία να «διορθώσουμε» τους άλλους, να τους εκπαιδεύσουμε ώστε να γίνουν καλύτεροι. Ταυτόχρονα όμως ελάχιστοι ενδιαφέρονται πραγματικά για τον συνάνθρωπό τους. Είναι μια υπερβολή αυτό που λέω, αλλά στην ταινία αντιπαραθέτω δύο διαφορετικές καταστάσεις. Από τη μία υπάρχει η ζωή του Tommy. Είναι απολύτως ελεύθερος. Είναι ανεξάρτητος και μπορεί να κάνει ό,τι θέλει.
Όλοι σήμερα μιλάμε για ανεξαρτησία, προσωπικά όρια και ζώνες άνεσης. Από την άλλη υπάρχει μια ζωή γεμάτη κανόνες και αλυσίδες. Εκεί όμως υπάρχει κάτι άλλο. Υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζονται. Το πραγματικό ερώτημα της ταινίας είναι το εξής: Θα αντάλλασσες την ελευθερία σου με τη φροντίδα; Θα δεχόσουν να είσαι δεμένος, κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά, αν αυτό σήμαινε ότι κάποιος θα σε φρόντιζε και θα ενδιαφερόταν για σένα κάθε στιγμή της ημέρας;
ΕΡΩΤΗΣΗ
Είχα πρόσφατα την ευκαιρία να δω την Andrea Riseborough στο θέατρο στο Λονδίνο και να μιλήσουμε λίγο μετά την παράσταση. Μου είπε ότι λατρεύει τον τρόπο που δουλεύετε μαζί. Αν δεν κάνω λάθος, θα συνεργαστείτε ξανά στην επόμενη ταινία σας. Πώς ήταν η συνεργασία μαζί της; Και ποιο θεωρείτε ότι είναι το ιδιαίτερο χάρισμά της, αυτό που ίσως δεν αντιλαμβάνεται πλήρως ο θεατής;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Η Andrea είναι μια πραγματική καλλιτέχνις. Στο γύρισμα δεν είναι από τους ηθοποιούς που θέλουν έναν σκηνοθέτη να τους καθοδηγεί συνεχώς. Μερικές φορές μπορεί να δώσει την εντύπωση ότι ξέρει ήδη ακριβώς τι θέλει και δεν επιθυμεί να διαταραχθεί αυτή η διαδικασία. Η δική μου δουλειά είναι ακριβώς η αντίθετη. Να της προσφέρω απόλυτη ασφάλεια. Να της δείξω ότι δεν είμαι εκεί για να αλλάξω όσα αγαπά ή όσα έχει ήδη δημιουργήσει, αλλά για να τη βοηθήσω να λειτουργήσουν ακόμη καλύτερα μπροστά στην κάμερα. Πάντα με ενδιέφερε να ακούσω τις δικές της ιδέες.
Και αυτό μου θύμιζε κάτι από την αρχαία Ελλάδα. Ο πρώτος σκηνοθέτης ουσιαστικά ήταν ένας ηθοποιός που κατέβηκε από τη σκηνή, κάθισε ανάμεσα στους θεατές και είπε στους υπόλοιπους: «Αυτό που κάνετε φαίνεται έτσι από εδώ κάτω». Αυτό προσπαθώ να είμαι κι εγώ. Ένας φίλος που έχει κατέβει από τη σκηνή και σου λέει αν αυτό που θέλεις να μεταδώσεις είναι πράγματι τρομακτικό, συγκινητικό ή αστείο.
Αν λείπει κάτι, τότε ίσως χρειάζεται να το βοηθήσουμε με την κάμερα. Από τη στιγμή που κατάλαβε ότι δεν ήθελα να την αλλάξω αλλά να τη στηρίξω, όλα λειτούργησαν υπέροχα. Νομίζω ότι στη διαδρομή της είχε συνεργαστεί με πολλούς σκηνοθέτες χωρίς πάντα να νιώθει ότι πραγματικά την άκουγαν. Εγώ προσπάθησα να κάνω ακριβώς αυτό. Να την ακούσω.
Ο Jan Komasa δεν αντιμετωπίζει το Good Boy ως μια ακόμη ιστορία ενηλικίωσης ή κοινωνικής σάτιρας, το χρησιμοποιεί για να θέσει ένα βαθύτερο ηθικό δίλημμα, αυτό της ελευθερίας απέναντι στην ανάγκη του ανθρώπου να αισθανθεί ότι κάποιος νοιάζεται γι’ αυτόν.


Με χιούμορ, αυτοσαρκασμό και μια σκέψη που συνεχώς προκαλεί τον θεατή, ο Πολωνός δημιουργός επιβεβαίωσε στο Bella TOFIFEST γιατί θεωρείται μία από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές του σύγχρονου ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Και όπως ο ίδιος υποσχέθηκε μέσα από την κάμερα του ERTnews, σύντομα θα έχει την ευκαιρία να συναντήσει και το ελληνικό κοινό στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος











